Ήρθαν στη Θεσσαλονίκη

Και αφού πέρασαν διαμέσου τής Αμφίπολης και της Απολλωνίας, ήρθαν στη Θεσσαλονίκη, όπου ήταν η συναγωγή των Ιουδαίων.

Και ο Παύλος, κατά τη συνήθειά του, μπήκε μέσα προς αυτούς, και τρία σάββατα συζητούσε μαζί τους από τις γραφές, εξηγώντας και αποδεικνύοντας, ότι ο Χριστός έπρεπε να πάθει, και να αναστηθεί από τους νεκρούς, και ότι αυτός είναι ο Ιησούς Χριστός, που εγώ σας κηρύττω. Και μερικοί απ’ αυτούς πείστηκαν, και ενώθηκαν μαζί με τον Παύλο και τον Σίλα, και από τους θεοσεβείς Έλληνες ένα μεγάλο πλήθος, και από τις πρώτες γυναίκες όχι λίγες.

Όμως, επειδή οι Ιουδαίοι, που δεν πείθονταν, τους φθόνησαν, και παίρνοντας μαζί τους μερικούς κακούς ανθρώπους, από τους χυδαίους, και δημιουργώντας οχλαγωγία, προκαλούσαν θόρυβο στην πόλη· και αφού όρμησαν ενάντια στο σπίτι τού Ιάσονα, τους ζητούσαν για να τους φέρουν στον δήμο. Επειδή, όμως, δεν τους βρήκαν, έσυραν τον Ιάσονα και μερικούς αδελφούς προς τους πολιτάρχες, φωνάζοντας δυνατά, ότι: Εκείνοι που αναστάτωσαν την οικουμένη, αυτοί ήρθαν και εδώ, τους οποίους υποδέχθηκε ο Ιάσονας· και όλοι αυτοί πράττουν ενάντια στα προστάγματα του Καίσαρα, λέγοντας, ότι: Υπάρχει ένας άλλος βασιλιάς, ο Ιησούς. Τάραξαν δε το πλήθος και τους πολιτάρχες καθώς τα άκουγαν αυτά. Και παίρνοντας εγγύηση από τον Ιάσονα και τους υπόλοιπους, τους απέλυσαν.

Οι δε αδελφοί, αμέσως μέσα στη νύχτα, έστειλαν και τον Παύλο και τον Σίλα στη Βέροια· οι οποίοι, όταν ήρθαν, πήγαν στη συναγωγή των Ιουδαίων. Αυτοί, όμως, ήσαν ευγενέστεροι από εκείνους στη Θεσσαλονίκη, επειδή δέχθηκαν τον λόγο με κάθε προθυμία, εξετάζοντας καθημερινά τις γραφές, αν έτσι έχουν αυτά. Πολλοί μεν, λοιπόν, απ’ αυτούς πίστεψαν, και από τις επίσημες Ελληνίδες γυναίκες, και από τους άνδρες όχι λίγοι.

Και καθώς οι Ιουδαίοι από τη Θεσσαλονίκη έμαθαν ότι και στη Βέροια κηρύχθηκε ο λόγος τού Θεού από τον Παύλο, ήρθαν και εκεί, και αναστάτωναν τα πλήθη. Και οι αδελφοί, τότε, έστειλαν αμέσως τον Παύλο να πάει μέχρι τη θάλασσα· ο Σίλας, όμως, και ο Τιμόθεος έμειναν εκεί. Κι αυτοί που συνόδευαν τον Παύλο, τον έφεραν μέχρι την Αθήνα· και αφού πήραν παραγγελία για τον Σίλα και τον Τιμόθεο, νάρθουν σ’ αυτόν το συντομότερο, αναχώρησαν.

Και ενώ ο Παύλος τούς περίμενε στην Αθήνα, το πνεύμα του παροξυνόταν μέσα του, επειδή έβλεπε την πόλη να είναι γεμάτη από είδωλα. Συνομιλούσε, λοιπόν, στη συναγωγή μαζί με τους Ιουδαίους, και μαζί με τους θεοσεβείς, και στην αγορά κάθε ημέρα με εκείνους που τύχαιναν εκεί. Μερικοί δε από τους Επικούρειους και τους Στωικούς φιλοσόφους λογομαχούσαν μαζί του· και οι μεν έλεγαν: Τι θέλει τάχα να πει αυτός ο σπερμολόγος; Οι δε άλλοι: Φαίνεται ότι είναι κήρυκας ξένων θεών· επειδή, τους κήρυττε τον Ιησού και την ανάσταση. Και πιάνοντάς τον από το χέρι, τον έφεραν στον Άρειο Πάγο, λέγοντας: Μπορούμε να μάθουμε, ποια είναι αυτή η νέα διδασκαλία, που κηρύττεται από σένα; Επειδή, φέρνεις στις ακοές μας μερικά παράδοξα πράγματα· θέλουμε, λοιπόν, να μάθουμε, τι σημαίνουν αυτά. Όλοι δε οι Αθηναίοι, και οι ξένοι που έμεναν εκεί, σε τίποτε άλλο δεν ευκαιρούσαν, παρά στο να λένε και να ακούν κάτι νεότερο.

Και ο Παύλος, αφού στάθηκε όρθιος, στο μέσον τού Αρείου Πάγου, είπε: Άνδρες Αθηναίοι, σας βλέπω, από κάθε πλευρά, στο έπακρον θεολάτρες. Επειδή, ενώ περνούσα, και πρόσεχα τα σεβάσματά σας, βρήκα και έναν βωμό, στον οποίο υπάρχει η επιγραφή: ΣΤΟΝ ΑΓΝΩΣΤΟ ΘΕΟ. Εκείνον, λοιπόν, που αγνοώντας λατρεύετε, αυτόν εγώ σας κηρύττω.

Ο Θεός, που έκανε τον κόσμο και όλα όσα υπάρχουν μέσα σ’ αυτόν, αυτός που είναι Κύριος του ουρανού και της γης, δεν κατοικεί σε χειροποίητους ναούς, ούτε λατρεύεται από χέρια ανθρώπων, ωσάν να έχει ανάγκη από κάτι, επειδή αυτός δίνει σε όλους ζωή και πνοή και τα πάντα. Και από ένα αίμα έκανε κάθε έθνος ανθρώπων, για να κατοικούν επάνω στο πρόσωπο της γης, και διόρισε τους προδιαταγμένους καιρούς, και τα οροθέσια της κατοικίας τους· για να ζητούν τον Κύριο, ίσως μπορέσουν να τον ψηλαφήσουν και να τον βρουν· αν και δεν είναι μακριά από κάθε έναν από μας ξεχωριστά· για τον λόγο ότι, μέσα σ’ αυτόν ζούμε και κινούμαστε και υπάρχομε· όπως και μερικοί από τους ποιητές σας είπαν: «Επειδή, και δικό του γένος είμαστε».

Αφού, λοιπόν, είμαστε γένος τού Θεού, δεν πρέπει να νομίζουμε τον Θεό ότι είναι όμοιος με χρυσάφι ή ασήμι ή πέτρα, χαραγμένα με τέχνη και επινόηση ανθρώπου. Παραβλέποντας, λοιπόν, ο Θεός τούς καιρούς τής άγνοιας, παραγγέλλει τώρα σε όλους τούς ανθρώπους, οπουδήποτε και αν είναι, να μετανοούν· επειδή, προσδιόρισε ημέρα, κατά την οποία πρόκειται να κρίνει την οικουμένη με δικαιοσύνη, διαμέσου ενός άνδρα, που τον διόρισε, και έδωσε γι’ αυτό βεβαίωση σε όλους, ανασταίνοντάς τον από τους νεκρούς.

Μόλις, όμως, άκουσαν για ανάσταση νεκρών, άλλοι μεν χλεύαζαν, άλλοι δε είπαν: Για το θέμα αυτό, θα σε ακούσουμε ξανά. Και έτσι ο Παύλος βγήκε από ανάμεσά τους. Όμως, μερικοί άνδρες προσκολλήθηκαν σ’ αυτόν, και πίστεψαν· ανάμεσα στους οποίους και ο Αρεοπαγίτης Διονύσιος, και μία γυναίκα, με το όνομα Δάμαρη, και άλλοι μαζί μ’ αυτούς.

 Λουκάς

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε

Μεγάλος σεισμός

Και έφτασε στη Δέρβη και τη Λύστρα· και να! εκεί ήταν κάποιος μαθητής, με το όνομα Τιμόθεος, γιος κάποιας γυναίκας Ιουδαίας πιστής, από πατέρα δε Έλληνα· ο οποίος είχε καλή μαρτυρία από τους αδελφούς των Λύστρων και του Ικονίου. Αυτόν ο Παύλος θέλησε να βγει μαζί του· και αφού τον πήρε, έκανε σ’ αυτόν την περιτομή, εξαιτίας των Ιουδαίων, που ήσαν σ’ εκείνους τούς τόπους· επειδή, όλοι γνώριζαν τον πατέρα του ότι ήταν Έλληνας.

Και καθώς περνούσαν μέσα από τις πόλεις, τους παρέδιναν παραγγέλματα να φυλάττουν τα δόγματα, που είχαν εγκριθεί από τους αποστόλους και τους πρεσβύτερους που ήσαν στην Ιερουσαλήμ. Οι μεν εκκλησίες, λοιπόν, στερεώνονταν στην πίστη, και αύξαναν σε αριθμό καθημερινά.

Και αφού πέρασαν διαμέσου τής Φρυγίας και της γης τής Γαλατίας, επειδή εμποδίστηκαν από το Άγιο Πνεύμα να κηρύξουν τον λόγο στην Ασία, ήρθαν προς τη Μυσία, και προσπαθούσαν να πάνε προς τη Βιθυνία· όμως, δεν τους άφησε το Πνεύμα. Και αφού πέρασαν τη Μυσία, κατέβηκαν στην Τρωάδα. Και στον Παύλο φάνηκε κατά τη νύχτα ένα όραμα: Ένας άνδρας Μακεδόνας στεκόταν όρθιος, παρακαλώντας τον και λέγοντας: Διάβα στη Μακεδονία, και βοήθησέ μας. Και μόλις είδε το όραμα, ζητήσαμε αμέσως να πάμε στη Μακεδονία, συμπεραίνοντας ότι ο Κύριος μας προσκαλεί να κηρύξουμε σ’ αυτούς το Ευαγγέλιο.

Αφού, λοιπόν, αποπλεύσαμε από την Τρωάδα, περάσαμε κατευθείαν στη Σαμοθράκη, και την ακόλουθη ημέρα στη Νεάπολη, και από εκεί στους Φιλίππους, που είναι η πρώτη πόλη εκείνου τού μέρους τής Μακεδονίας, Ρωμαϊκή αποικία· και διαμέναμε σ’ αυτή την πόλη μερικές ημέρες.

Και κατά την ημέρα τού σαββάτου βγήκαμε έξω από την πόλη κοντά στον ποταμό, όπου συνηθιζόταν να γίνεται προσευχή, και αφού καθήσαμε, μιλούσαμε στις γυναίκες που είχαν συγκεντρωθεί. Και κάποια γυναίκα, που ονομαζόταν Λυδία, πωλήτρια πορφύρας, από την πόλη των Θυατείρων, η οποία σεβόταν τον Θεό, άκουγε· της οποίας ο Κύριος διάνοιξε την καρδιά για να προσέχει σ’ εκείνα που μιλούσε ο Παύλος. Και αφού βαπτίστηκε αυτή και ολόκληρη η οικογένειά της, παρακάλεσε λέγοντας: Αν με κρίνατε ότι είμαι πιστή στον Κύριο, περάστε μέσα στο σπίτι μου, και μείνετε· και μας βίασε.

Και ενώ πορευόμασταν στην προσευχή, μας συνάντησε κάποια δούλη, που είχε πνεύμα πύθωνα, η οποία έδινε πολύ κέρδος στους κυρίους της, ασκώντας μαντεία. Αυτή, ακολουθώντας τον Παύλο κι εμάς, έκραζε λέγοντας: Οι άνθρωποι αυτοί είναι δούλοι τού ύψιστου Θεού, οι οποίοι κηρύττουν σ’ εμάς δρόμο σωτηρίας. Κι αυτό το έκανε για πολλές ημέρες. Ο δε Παύλος, επειδή το θεώρησε βάρος, και καθώς στράφηκε προς τα πίσω, είπε στο πνεύμα: Σε προστάζω στο όνομα του Ιησού Χριστού να βγεις έξω απ’ αυτή. Και βγήκε έξω την ίδια εκείνη ώρα.

Και όταν οι κύριοί της είδαν ότι βγήκε η ελπίδα τού κέρδους τους, πιάνοντας τον Παύλο και τον Σίλα, τους έσυραν στην αγορά προς τους άρχοντες· και φέρνοντάς τους προς τους στρατηγούς, είπαν: Αυτοί οι άνθρωποι, που είναι Ιουδαίοι, αναταράζουν την πόλη μας· και διδάσκουν έθιμα, που δεν μας είναι επιτρεπτό να παραδεχόμαστε, ούτε να τα πράττουμε, επειδή εμείς είμαστε Ρωμαίοι.

Και ο όχλος, όρμησε μαζί εναντίον τους, και οι στρατηγοί, αφού έσχισαν τα ιμάτιά τους, πρόσταζαν να τους ραβδίζουν. Και αφού τούς έδωσαν πολλούς ραβδισμούς, τους έβαλαν σε φυλακή, δίνοντας παραγγελία στον δεσμοφύλακα να τους φυλάττει με ασφάλεια· ο οποίος, μια και πήρε τέτοια παραγγελία, τους έβαλε στην εσώτερη φυλακή, και έκλεισε τα πόδια τους στο ξύλο.

Και κατά τα μεσάνυχτα, ο Παύλος και ο Σίλας καθώς προσεύχονταν υμνούσαν τον Θεό· και τους άκουγαν με προσοχή οι φυλακισμένοι. Και ξαφνικά έγινε μεγάλος σεισμός, ώστε σαλεύτηκαν τα θεμέλια του δεσμωτηρίου· κι αμέσως άνοιξαν όλες οι θύρες, και λύθηκαν απ’ όλους τα δεσμά. Και όταν ο δεσμοφύλακας ξύπνησε, και είδε ανοιγμένες τις θύρες τής φυλακής, έσυρε μια μάχαιρα, και επρόκειτο να αυτοθανατωθεί, νομίζοντας ότι οι δέσμιοι είχαν φύγει. Όμως, ο Παύλος έκραξε με δυνατή φωνή, λέγοντας: Μη πράξεις τίποτε κακό στον εαυτό σου· επειδή, όλοι είμαστε εδώ.

Και αφού ζήτησε φώτα, πήδησε μέσα, και κατατρομαγμένος, έπεσε μπροστά στον Παύλο και στον Σίλα· και αφού τους έβγαλε έξω, είπε: Κύριοι, τι πρέπει να κάνω για να σωθώ;

Και εκείνοι είπαν: Πίστεψε στον Κύριο Ιησού Χριστό, και θα σωθείς, εσύ και η οικογένειά σου. Και του μίλησαν τον λόγο τού Κυρίου, και σε όλους, αυτούς που ήσαν μέσα στο σπίτι του. Και παίρνοντάς τους κατά την ώρα εκείνη τής νύχτας, έλουσε τις πληγές τους· και βαπτίστηκε αμέσως αυτός και όλοι εκείνοι που ήσαν μαζί του· και όταν τούς ανέβασε στο σπίτι του, τους παρέθεσε τραπέζι, και ευφράνθηκε με ολόκληρη την οικογένειά του, καθώς πίστεψε στον Θεό.

Και όταν έγινε ημέρα, οι στρατηγοί έστειλαν τους ραβδούχους, λέγοντας: Απόλυσε τους ανθρώπους εκείνους. Και ο δεσμοφύλακας ανήγγειλε αυτά τα λόγια στον Παύλο, λέγοντας ότι: Οι στρατηγοί έστειλαν για να απολυθείτε· τώρα, λοιπόν, βγείτε έξω, και πηγαίνετε με ειρήνη· ο Παύλος, όμως, τους είπε: Ενώ μας έδειραν δημόσια, χωρίς να καταδικαστούμε, αν και είμαστε Ρωμαίοι πολίτες, μας έβαλαν σε φυλακή, και τώρα μας βγάζουν έξω κρυφά; Όχι, βέβαια· αλλά, ας έρθουν αυτοί και ας μας βγάλουν.

Οι ραβδούχοι ανήγγειλαν τα λόγια αυτά στους στρατηγούς· και φοβήθηκαν, όταν άκουσαν ότι είναι Ρωμαίοι· και καθώς ήρθαν, τους παρακάλεσαν, και αφού τους έβγαλαν έξω, τους παρακαλούσαν να αναχωρήσουν από την πόλη. Και εκείνοι, όταν βγήκαν από τη φυλακή, πήγαν στο σπίτι τής Λυδίας· και αφού είδαν τούς αδελφούς, τους παρηγόρησαν, και αναχώρησαν.

 Λουκάς

 

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε

Μιλώντας με παρρησία

Και στο Ικόνιο, αφού μπήκαν μαζί μέσα στη συναγωγή των Ιουδαίων, μίλησαν με τον ίδιο τρόπο, ώστε ένα μεγάλο πλήθος, και από Ιουδαίους και από Έλληνες, πίστεψε. Όσοι Ιουδαίοι, μάλιστα, δεν πείθονταν, παρόξυναν, και διέστρεψαν τις ψυχές των εθνικών ενάντια στους αδελφούς. Αρκετό καιρό, λοιπόν, διέμειναν μιλώντας με παρρησία για τον Κύριο, ο οποίος έδινε μαρτυρία στον λόγο τής χάρης του, και έδινε να γίνονται σημεία και τέρατα διαμέσου των χεριών τους.

Και το πλήθος τής πόλης διχάστηκε· και οι μεν ήσαν με το μέρος των Ιουδαίων, οι δε με το μέρος των αποστόλων. Και όταν οι εθνικοί και οι Ιουδαίοι, μαζί με τους δικούς τους άρχοντες, όρμησαν στο να τους βρίσουν και να τους λιθοβολήσουν, μόλις το κατάλαβαν, κατέφυγαν στις πόλεις τής Λυκαονίας, τη Λύστρα και τη Δέρβη, και τα περίχωρα, κι εκεί κήρυτταν το ευαγγέλιο.

Και στα Λύστρα καθόταν κάποιος άνδρας αδύνατος στα πόδια, που ήταν χωλός από την κοιλιά τής μητέρας του, ο οποίος ποτέ δεν είχε περπατήσει. Αυτός άκουγε τον Παύλο να μιλάει· ο οποίος, καθώς τον ατένισε, και βλέποντας ότι έχει πίστη για να σωθεί, είπε με δυνατή φωνή: Σήκω επάνω στα πόδια σου όρθιος. Και πηδούσε και περπατούσε.

Και τα πλήθη, όταν είδαν αυτό που έκανε ο Παύλος, ύψωσαν τη φωνή τους, λέγοντας στη Λυκαονική γλώσσα: Οι θεοί, που ομοιώθηκαν με ανθρώπους, κατέβηκαν σε μας. Και ονόμαζαν τον μεν Βαρνάβα, Δία· τον δε Παύλο, Ερμή, επειδή αυτός ήταν ο αρχηγός τού λόγου. Και ο ιερέας τού Δία, που ήταν μπροστά από την πόλη τους, έφερε ταύρους και στέμματα στις πύλες μαζί με το πλήθος, και ήθελε να προσφέρει θυσία.

Όταν, όμως το άκουσαν οι απόστολοι, ο Βαρνάβας και ο Παύλος, έσχισαν τα ιμάτιά τους, και πήδησαν στο μέσον τού πλήθους, κράζοντας, και λέγοντας: Άνδρες, γιατί τα κάνετε αυτά; Κι εμείς άνθρωποι είμαστε, ομοιοπαθείς με σας, κηρύττοντας σε σας, να επιστρέψετε απ’ αυτά τα μάταια στον ζωντανό Θεό, ο οποίος δημιούργησε τον ουρανό και τη γη και τη θάλασσα, και όλα όσα είναι μέσα σ’ αυτά· που στις περασμένες γενεές άφησε όλα τα έθνη να περπατούν στους δρόμους τους· παρόλο που δεν άφησε τον εαυτό του χωρίς μαρτυρία, αγαθοποιώντας, δίνοντάς μας από τον ουρανό βροχές και καρποφόρες εποχές, γεμίζοντας με τροφή και ευφροσύνη τις καρδιές μας.

Και λέγοντας αυτά, μόλις και εμπόδισαν τα πλήθη, ώστε να μη προσφέρουν σ’ αυτούς θυσία.

Κι επάνω σ’ αυτό, ήρθαν οι Ιουδαίοι από την Αντιόχεια και το Ικόνιο, και αφού έπεισαν τα πλήθη, και λιθοβόλησαν τον Παύλο, τον έσυραν έξω από την πόλη, νομίζοντας ότι πέθανε. Όταν, όμως, οι μαθητές τον περικύκλωσαν, αφού σηκώθηκε, μπήκε μέσα στην πόλη· και την επόμενη ημέρα βγήκε έξω στη Δέρβη μαζί με τον Βαρνάβα.

Και αφού κήρυξαν το ευαγγέλιο στην πόλη εκείνη και έκαναν αρκετούς μαθητές, επέστρεψαν στη Λύστρα και στο Ικόνιο και στην Αντιόχεια, επιστηρίζοντας τις ψυχές των μαθητών, προτρέποντας να μένουν με σταθερότητα στην πίστη, και διδάσκοντας ότι διαμέσου πολλών θλίψεων πρέπει να μπούμε μέσα στη βασιλεία τού Θεού. Και ενώ χειροτόνησαν σ’ αυτούς πρεσβύτερους σε κάθε εκκλησία, αφού προσευχήθηκαν με νηστείες, τους αφιέρωσαν στον Κύριο, στον οποίο είχαν πιστέψει. Και περνώντας μέσα από την Πισιδία, ήρθαν στην Παμφυλία· και αφού κήρυξαν τον λόγο στην Πέργη, κατέβηκαν στην Αττάλεια.

Και από εκεί απέπλευσαν στην Αντιόχεια, απ’ όπου είχαν παραδοθεί στη χάρη τού Θεού για το έργο που εκτέλεσαν. Όταν δε ήρθαν και συγκέντρωσαν την εκκλησία, ανήγγειλαν όσα ο Θεός έκανε διαμέσου αυτών, και ότι άνοιξε στα έθνη θύρα πίστης. Και διέμεναν εκεί όχι λίγο καιρό, μαζί με τους μαθητές.

Λουκάς

 

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε

Το νησί

Ο δε Βαρνάβας και ο Σαύλος επέστρεψαν από την Ιερουσαλήμ, αφού εκπλήρωσαν τη διακονία τους, παίρνοντας μαζί τους και τον Ιωάννη, που αποκλήθηκε Μάρκος.

Και στην Αντιόχεια, μέσα στην υπάρχουσα εκκλησία, υπήρχαν μερικοί προφήτες και δάσκαλοι, ο Βαρνάβας και ο Συμεών, που αποκαλείτο Νίγερ, και ο Λούκιος ο Κυρηναίος, και ο Μαναήν, που συναναστράφηκε μαζί με τον τετράρχη Ηρώδη, και ο Σαύλος. Και ενώ υπηρετούσαν στον Κύριο και νήστευαν, το Πνεύμα το Άγιο είπε: Ξεχωρίστε σε μένα τον Βαρνάβα και τον Σαύλο για το έργο που τους προσκάλεσα. Τότε, αφού νήστεψαν και προσευχήθηκαν, και έβαλαν επάνω σ’ αυτούς τα χέρια, τους απέστειλαν.

Αυτοί, λοιπόν, αφού στάλθηκαν από το Πνεύμα το Άγιο, κατέβηκαν στη Σελεύκεια, και από εκεί απέπλευσαν στην Κύπρο. Και όταν ήρθαν στη Σαλαμίνα, κήρυτταν τον λόγο τού Θεού μέσα στις συναγωγές των Ιουδαίων· είχαν δε και τον Ιωάννη ως υπηρέτη.

Και αφού διαπέρασαν το νησί μέχρι την Πάφο βρήκαν κάποιον μάγο, έναν Ιουδαίο ψευδοπροφήτη, που ονομαζόταν Βαριησούς, ο οποίος ήταν μαζί με τον ανθύπατο Σέργιο Παύλο, έναν συνετό άνδρα. Αυτός, αφού προσκάλεσε τον Βαρνάβα και τον Σαύλο, ζήτησε να ακούσει τον λόγο τού Θεού. Όμως, αντιστεκόταν σ’ αυτούς ο Ελύμας ο μάγος (επειδή, έτσι ερμηνεύεται το όνομά του), ζητώντας να αποτρέψει τον ανθύπατο από την πίστη. Όμως, ο Σαύλος, που αποκλήθηκε και Παύλος, αφού έγινε πλήρης από το Πνεύμα το Άγιο, και ατενίζοντας σ’ αυτόν, είπε: Ω, εσύ, που είσαι γεμάτος από κάθε δόλο και κάθε ραδιουργία, γιε τού διαβόλου, εχθρέ κάθε δικαιοσύνης, δεν θα παύσεις να διαστρέφεις τούς ίσιους δρόμους τού Κυρίου; Και τώρα, δες, το χέρι τού Κυρίου είναι εναντίον σου· και θα είσαι τυφλός, χωρίς να βλέπεις τον ήλιο, μέχρι ορισμένον καιρό.

Κι αμέσως, έπεσε επάνω του αμαύρωση και σκοτάδι· και γυρίζοντας ολόγυρα ζητούσε χειραγωγούς. Τότε, βλέποντας ο ανθύπατος το γεγονός, πίστεψε, μένοντας έκπληκτος με τη διδασκαλία τού Κυρίου.

Όταν δε ο Παύλος και εκείνοι που ήσαν γύρω του, απέπλευσαν από την Πάφο, ήρθαν στην Πέργη τής Παμφυλίας· και ο Ιωάννης, καθότι αποχωρίστηκε απ’ αυτούς, επέστρεψε στα Ιεροσόλυμα. Κι αυτοί, αφού πέρασαν από την Πέργη, έφτασαν στην Αντιόχεια της Πισιδίας, και μπαίνοντας μέσα στη συναγωγή κατά την ημέρα τού σαββάτου, κάθησαν. Και μετά την ανάγνωση του νόμου και των προφητών, έστειλαν σ’ αυτούς οι αρχισυνάγωγοι, λέγοντας: Άνδρες αδελφοί, αν έχετε κάποιον λόγο προτροπής προς τον λαό, μιλήστε.

Και καθώς ο Παύλος σηκώθηκε και έσεισε το χέρι του, είπε: Άνδρες Ισραηλίτες, και εκείνοι που φοβάστε τον Θεό, ακούστε. Ο Θεός τούτου τού λαού Ισραήλ διάλεξε τους Πατέρες μας, και ύψωσε τον λαό που παροικούσε στην Αίγυπτο, και με υψωμένον βραχίονα τους έβγαλε απ’ αυτή. Και για σχεδόν 40 χρόνια υπέφερε τους τρόπους τους μέσα στην έρημο· και αφού κατέστρεψε επτά έθνη μέσα στη γη Χαναάν, τους διαμοίρασε τη γη τους με κλήρο.

Και ύστερα απ’ αυτά, για περίπου 450 χρόνια, τους έδωσε κριτές μέχρι τον προφήτη Σαμουήλ. Και έπειτα ζήτησαν βασιλιά, και ο Θεός έδωσε σ’ αυτούς τον Σαούλ, τον γιο τού Κις, έναν άνδρα από τη φυλή Βενιαμίν, για 40 χρόνια. Και όταν ο Θεός τον καθαίρεσε, σήκωσε σ’ αυτούς βασιλιά τον Δαβίδ, για τον οποίο και είπε, δίνοντας τη μαρτυρία: «Βρήκα τον Δαβίδ, τον γιο τού Ιεσσαί, άνδρα σύμφωνα με την καρδιά μου, που θα κάνει όλα τα θελήματά μου».

Από το σπέρμα του, ο Θεός, σύμφωνα με την επαγγελία, σήκωσε στον Ισραήλ σωτήρα, τον Ιησού. Αφού ο Ιωάννης, πριν από την έλευσή του, κήρυξε από πριν βάπτισμα μετάνοιας σε ολόκληρο τον λαό Ισραήλ· και ενώ ο Ιωάννης τελείωνε τον δρόμο του, έλεγε: Για ποιον με στοχάζεστε ότι είμαι; Δεν είμαι εγώ· αλλά, δέστε, ύστερα από μένα έρχεται εκείνος, του οποίου δεν είμαι άξιος να λύσω το υπόδημα των ποδιών του.

Άνδρες αδελφοί, γιοι τού γένους τού Αβραάμ, και εκείνοι ανάμεσά σας που φοβούνται τον Θεό, σε σας στάλθηκε ο λόγος αυτής τής σωτηρίας. Επειδή, αυτοί που κατοικούν στην Ιερουσαλήμ, και οι άρχοντές τους, αφού δεν γνώρισαν αυτόν μήτε τα λόγια των προφητών, που διαβάζονται κάθε σάββατο, τα εκπλήρωσαν, όταν τον κατέκριναν· και ενώ δεν βρήκαν καμιά αιτία θανάτου, ζήτησαν από τον Πιλάτο να θανατωθεί. Και όταν τελείωσαν όλα τα γραμμένα γι’ αυτόν, αφού τον κατέβασαν από το ξύλο, τον έβαλαν σε μνήμα. Ο Θεός, όμως, τον ανέστησε από τους νεκρούς· ο οποίος, για πολλές ημέρες, φάνηκε σ’ αυτούς, που είχαν ανέβει μαζί του από τη Γαλιλαία στην Ιερουσαλήμ, οι οποίοι είναι μάρτυρές του προς τον λαό.

Κι εμείς ευαγγελιζόμαστε σε σας την υπόσχεση που έγινε στους Πατέρες, ότι ο Θεός την εκπλήρωσε αυτή σε μας, τα παιδιά τους, ανασταίνοντας τον Ιησού. Καθώς είναι γραμμένο και στον δεύτερο Ψαλμό: «Υιός μου είσαι εσύ· εγώ σήμερα σε γέννησα».

Μάλιστα, ότι τον ανέστησε από τους νεκρούς, χωρίς να πρόκειται πλέον να επιστρέψει στη φθορά, λέει ως εξής, ότι: «Θα σας δώσω τα πιστά ελέη τού Δαβίδ».

Γι’ αυτό, σε έναν άλλον Ψαλμό λέει: «Δεν θα αφήσεις τον όσιό σου να δει φθορά».

Επειδή, ο μεν Δαβίδ, αφού υπηρέτησε τη βουλή τού Θεού μέσα στη γενεά του, κοιμήθηκε, και προστέθηκε στους πατέρες του, και είδε φθορά. Εκείνος, όμως, τον οποίο ο Θεός ανέστησε, δεν είδε φθορά.

Ας είναι, λοιπόν, γνωστό σε σας, άνδρες αδελφοί, ότι διαμέσου αυτού κηρύττεται προς εσάς άφεση αμαρτιών· και από όλα, από όσα δεν μπορέσατε διαμέσου τού νόμου τού Μωυσή να δικαιωθείτε, διαμέσου τούτου, καθένας που πιστεύει, ανακηρύσσεται δίκαιος. Προσέχετε, λοιπόν, να μη συμβεί σε σας αυτό που ειπώθηκε από τους προφήτες: «Δέστε, καταφρονητές, και θαυμάστε, κι αφανιστείτε· επειδή, εγώ εργάζομαι ένα έργο στις ημέρες σας, έργο που δεν θα πιστέψετε, αν κάποιος το διηγηθεί σε σας».

Κι ενώ έβγαιναν από τη συναγωγή των Ιουδαίων, τα έθνη παρακαλούσαν να κηρυχθούν σ’ αυτούς αυτά τα λόγια το επόμενο σάββατο. Και όταν η συναγωγή διαλύθηκε, πολλοί από τους Ιουδαίους και τους ευσεβείς προσήλυτους ακολούθησαν τον Παύλο και τον Βαρνάβα· οι οποίοι μιλώντας σ’ αυτούς, τους έπειθαν να μένουν με σταθερότητα στη χάρη τού Θεού.

Και το ερχόμενο σάββατο όλη σχεδόν η πόλη συγκεντρώθηκε για να ακούσουν τον λόγο τού Θεού. Βλέποντας, όμως, οι Ιουδαίοι τα πλήθη γέμισαν από φθόνο και εναντιώνονταν σ’ αυτά που έλεγε ο Παύλος, αντιλέγοντας και κακολογώντας.

Ο δε Παύλος και ο Βαρνάβας μιλώντας με θάρρος, είπαν: Ήταν αναγκαίο πρώτα σε σας να λαληθεί ο λόγος τού Θεού· αλλά, επειδή τον απορρίπτετε, και δεν κρίνετε τον εαυτό σας άξιο της αιώνιας ζωής, δέστε, στρεφόμαστε στα έθνη· δεδομένου ότι, έτσι μας πρόσταξε ο Κύριος, λέγοντας: «Σε έχω θέσει ως φως των εθνών, για να είσαι προς σωτηρία μέχρι το τελευταίο άκρο τής γης».

Και ακούγοντας οι εθνικοί χαίρονταν και δόξαζαν τον λόγο τού Κυρίου· και πίστεψαν όσοι είχαν τάξει τον εαυτό τους για την αιώνια ζωή.

Και ο λόγος τού Κυρίου διαδιδόταν διαμέσου ολόκληρης της χώρας. Οι δε Ιουδαίοι παρακίνησαν τις ευλαβείς και επίσημες γυναίκες, και τους πρώτους τής πόλης, και διέγειραν διωγμό ενάντια στον Παύλο και τον Βαρνάβα, και τους έβγαλαν έξω από τα όριά τους. Εκείνοι, όμως, αφού ξετίναξαν μπροστά τους τη σκόνη των ποδιών τους, ήρθαν στο Ικόνιο. Και οι μαθητές γίνονταν πλήρεις από χαρά και Πνεύμα Άγιο.

Λουκάς

 

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε

Μέσα στη φυλακή

Και κατά τον καιρό εκείνο, ο βασιλιάς Ηρώδης επιχείρησε να κακοποιήσει μερικούς από την εκκλησία.

Φόνευσε δε με μάχαιρα τον Ιάκωβο, τον αδελφό τού Ιωάννη. Και βλέποντας ότι ήταν αρεστό στους Ιουδαίους, πρόσθεσε να συλλάβει και τον Πέτρο· (ήσαν, μάλιστα, οι ημέρες των αζύμων)·  τον οποίο και, αφού τον έπιασε, τον έβαλε σε φυλακή, παραδίνοντάς τον σε τέσσερις τετράδες στρατιωτών για να τον φυλάττουν, θέλοντας μετά το Πάσχα να τον παραστήσει στον λαό.

Ο μεν Πέτρος φυλασσόταν, λοιπόν, μέσα στη φυλακή· όμως, από την εκκλησία γινόταν γι’ αυτόν ακατάπαυστη προσευχή προς τον Θεό.

Και όταν ο Ηρώδης επρόκειτο να τον παραστήσει, τη νύχτα εκείνη ο Πέτρος κοιμόταν ανάμεσα σε δύο στρατιώτες, δεμένος με δύο αλυσίδες, και φύλακες, μπροστά από τη θύρα, φύλαγαν το δεσμωτήριο. Και τότε! ένας άγγελος του Κυρίου ήρθε ξαφνικά, και μέσα στο οίκημα έλαμψε φως· και αφού χτύπησε το πλευρό τού Πέτρου, τον ξύπνησε, λέγοντας: Σήκω γρήγορα. Και οι αλυσίδες του έπεσαν από τα χέρια του.

Και ο άγγελος του είπε: Ζώσου, και βάλε τα σανδάλια σου· και έκανε έτσι. Και του λέει: Φόρεσε το ιμάτιό σου, και ακολούθα με. Και αφού βγήκε έξω, τον ακολουθούσε, και δεν ήξερε ότι αυτό που γίνεται διαμέσου τού αγγέλου ήταν αληθινό, αλλά νόμιζε ότι βλέπει όραμα. Και αφού πέρασαν την πρώτη και τη δεύτερη φρουρά, ήρθαν στη σιδερένια πύλη, που οδηγεί στην πόλη, η οποία ανοίχτηκε σ’ αυτούς από μόνη της· και όταν βγήκαν, πέρασαν έναν δρόμο· και ο άγγελος αναχώρησε απ’ αυτόν αμέσως.

Και ο Πέτρος, όταν ήρθε στον εαυτό του, είπε: Τώρα γνωρίζω, πραγματικά, ότι, ο Κύριος εξαπέστειλε τον άγγελό του, και με ελευθέρωσε από το χέρι τού Ηρώδη, και όλη την ελπίδα τού λαού των Ιουδαίων.

Και αφού σκέφθηκε, ήρθε στο σπίτι τής Μαρίας, της μητέρας τού Ιωάννη, που αποκαλείται Μάρκος, όπου ήσαν συγκεντρωμένοι αρκετοί και προσεύχονταν. Και όταν ο Πέτρος χτύπησε δυνατά τη θύρα τού προαυλίου, μια υπηρέτρια, που ονομαζόταν Ρόδη, πλησίασε κοντά για να ακούσει· και επειδή γνώρισε τη φωνή τού Πέτρου, από τη χαρά της, δεν άνοιξε την πύλη, αλλά έτρεξε και ανήγγειλε, ότι: Ο Πέτρος στέκεται μπροστά από την πύλη.

Και εκείνοι είπαν σ’ αυτήν: Παραφρονείς· εκείνη, όμως, ισχυριζόταν επίμονα ότι έτσι έχει το πράγμα. Και εκείνοι έλεγαν: Είναι ο άγγελός του.

Ο Πέτρος, όμως, επέμενε χτυπώντας δυνατά· και όταν άνοιξαν, τον είδαν και εκπλάγηκαν. Και αφού έσεισε το χέρι του για να σιωπήσουν, τους διηγήθηκε πώς ο Κύριος τον έβγαλε από τη φυλακή· και είπε: Αναγγείλτε τα αυτά στον Ιάκωβο και στους αδελφούς. Και βγαίνοντας έξω, πήγε σε έναν άλλο τόπο.

Αφού δε ξημέρωσε, υπήρξε όχι λίγη ταραχή ανάμεσα στους στρατιώτες, τι άραγε να έγινε ο Πέτρος. Και ο Ηρώδης, όταν τον ζήτησε, και δεν τον βρήκε, αφού ανέκρινε τους φύλακες, πρόσταξε να θανατωθούν· και κατεβαίνοντας από την Ιουδαία στην Καισάρεια διέμενε εκεί.

Ο δε Ηρώδης ήταν υπερβολικά οργισμένος ενάντια στους Τυρίους και τους Σιδωνίους· εκείνοι, όμως, ήρθαν σ’ αυτόν με μια γνώμη, και αφού έπεισαν τον Βλάστο, που ήταν υπεύθυνος για το θησαυροφυλάκιο του βασιλιά, ζητούσαν ειρήνη· επειδή, ο τόπος τους τρεφόταν από τη χώρα τού βασιλιά.

Και σε μια ορισμένη ημέρα, αφού ο Ηρώδης ντύθηκε με βασιλική στολή, και κάθησε επάνω στον θρόνο, αγόρευε προς αυτούς δημόσια. Και ο λαός συνηγορούσε φωνάζοντας: Φωνή Θεού, και όχι ανθρώπου.

Κι αμέσως, ένας άγγελος του Κυρίου τον πάταξε, επειδή δεν έδωσε τη δόξα στον Θεό· κι αφού έγινε σκωληκόβρωτος, ξεψύχησε. Ο λόγος, όμως, του Θεού αύξανε και πληθυνόταν.

Λουκάς

 

 

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε

Χάρηκε

Ακουσαν δε οι απόστολοι και οι αδελφοί, που ήσαν στην Ιουδαία, ότι και τα έθνη δέχθηκαν τον λόγο τού Θεού. Και όταν ο Πέτρος ανέβηκε στα Ιεροσόλυμα, φιλονικούσαν μαζί του αυτοί που ήσαν από την περιτομή, λέγοντας, ότι: Μπήκες μέσα σε απερίτμητους ανθρώπους, και συνέφαγες μαζί τους.

Ο δε Πέτρος άρχισε, και εξέθετε σ’ αυτούς με τη σειρά τα όσα συνέβηκαν, λέγοντας: Εγώ ήμουν προσευχόμενος στην πόλη Ιόππη· και είδα μέσα σε έκσταση ένα όραμα, κάποιο σκεύος να κατεβαίνει σαν ένα μεγάλο σεντόνι, που, δεμένο από τις τέσσερις άκρες του, το κατέβαζαν από τον ουρανό, και ήρθε μέχρις εμένα· στο οποίο, καθώς ατένισα, παρατηρούσα και είδα τα τετράποδα της γης, και τα θηρία, και τα ερπετά, και τα πουλιά τού ουρανού. Και άκουσα μια φωνή να λέει σε μένα: Πέτρο, αφού σηκωθείς, σφάξε και φάε.

Και είπα: Μη γένοιτο, Κύριε, επειδή κανένα βέβηλο ή ακάθαρτο δεν μπήκε ποτέ στο στόμα μου.

Και η φωνή αποκρίθηκε σε μένα από τον ουρανό για δεύτερη φορά: Όσα ο Θεός καθάρισε, εσύ μη τα λες βέβηλα. Και τούτο έγινε τρεις φορές· και πάλι ανασύρθηκαν όλα στον ουρανό.

Και ξάφνου, την ίδια ώρα, τρεις άνθρωποι έφτασαν στο σπίτι, όπου έμενα, αποσταλμένοι σε μένα από την Καισάρεια. Και το Πνεύμα είπε σε μένα να πάω μαζί τους, χωρίς να διστάζω καθόλου· ήρθαν, μάλιστα, μαζί μου κι αυτοί οι έξι αδελφοί, και μπήκαμε μέσα στο σπίτι τού ανθρώπου. Και μας ανήγγειλε, πώς είδε τον άγγελο στο σπίτι του, ότι στάθηκε και του είπε: Στείλε ανθρώπους στην Ιόππη, και προσκάλεσε τον Σίμωνα, που επονομάζεται Πέτρος, ο οποίος θα μιλήσει σε σένα λόγια, διαμέσου των οποίων θα σωθείς εσύ και ολόκληρη η οικογένειά σου.

Και ενώ άρχισα να μιλάω, το Πνεύμα το Άγιο ήρθε επάνω τους, όπως και επάνω σε μας αρχικά. Τότε, θυμήθηκα τον λόγο τού Κυρίου ότι, έλεγε: Ο μεν Ιωάννης βάπτισε με νερό, εσείς όμως θα βαπτιστείτε με Πνεύμα Άγιο. Αν, λοιπόν, ο Θεός έδωσε σ’ αυτούς την ίση δωρεά, όπως και σ’ εμάς, επειδή πίστεψαν στον Κύριο Ιησού Χριστό, εγώ ποιος ήμουν ώστε να μπορέσω να εμποδίσω τον Θεό;

Όταν δε τα άκουσαν αυτά, ησύχασαν και δόξαζαν τον Θεό, λέγοντας: Και στα έθνη, λοιπόν, ο Θεός έδωσε τη μετάνοια για ζωή.

Εκεινοι μεν, λοιπόν, που διασκορπίστηκαν από τον διωγμό ο οποίος έγινε εξαιτίας τού Στεφάνου, πέρασαν μέχρι τη Φοινίκη και την Κύπρο και την Αντιόχεια, χωρίς να κηρύττουν σε κανέναν τον λόγο τού Θεού, παρά μονάχα στους Ιουδαίους. Ήσαν, όμως, μερικοί απ’ αυτούς, άνδρες Κύπριοι και Κυρηναίοι, που όταν μπήκαν μέσα στην Αντιόχεια, μιλούσαν στους Ελληνιστές, ευαγγελιζόμενοι σ’ αυτούς τον Κύριο Ιησού. Και το χέρι τού Κυρίου ήταν μαζί τους· κι ένα μεγάλο πλήθος, αφού πίστεψαν, επέστρεψαν στον Κύριο.

Ακούστηκε, όμως, ο λόγος γι’ αυτούς στα αυτιά τής Εκκλησίας, που ήταν στην Ιερουσαλήμ· και έστειλαν τον Βαρνάβα για να περάσει μέχρι την Αντιόχεια. Ο οποίος, όταν ήρθε, και είδε τη χάρη τού Θεού, χάρηκε, και παρακινούσε όλους να παραμένουν με σταθερότητα καρδιάς στον Κύριο· επειδή, ήταν άνδρας αγαθός και πλήρης από Πνεύμα Άγιο και πίστη. Και ένα μεγάλο πλήθος προστέθηκε στον Κύριο.

Τότε, ο Βαρνάβας βγήκε έξω προς την Ταρσό για να αναζητήσει τον Σαύλο, και όταν τον βρήκε, τον έφερε στην Αντιόχεια. Και καθώς συνήλθαν στην εκκλησία έναν ολόκληρο χρόνο, δίδαξαν ένα μεγάλο πλήθος, και πρώτα στην Αντιόχεια οι μαθητές ονομάστηκαν Χριστιανοί.

Και κατά τις ημέρες εκείνες προφήτες κατέβηκαν από τα Ιεροσόλυμα στην Αντιόχεια. Και καθώς σηκώθηκε ένας απ’ αυτούς, με το όνομα Άγαβος, φανέρωσε διαμέσου τού Πνεύματος ότι επρόκειτο να γίνει μεγάλη πείνα σε ολόκληρη την οικουμένη· η οποία και έγινε επί εποχής τού Καίσαρα Κλαυδίου. Γι’ αυτό, οι μαθητές αποφάσισαν κάθε ένας απ’ αυτούς, κατά τη δική του κατάσταση, να στείλουν βοήθεια στους αδελφούς που κατοικούσαν στην Ιουδαία· πράγμα που έκαναν, στέλνοντάς την προς τους πρεσβύτερους, διαμέσου τού Βαρνάβα και του Σαύλου.

Λουκάς

 

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε

Κοντά στη θάλασσα

Υπήρξε δε κάποιος άνθρωπος στην Καισάρεια, με το όνομα Κορνήλιος, εκατόνταρχος, από το τάγμα που λεγόταν Ιταλικό, ευσεβής και φοβούμενος τον Θεό μαζί με ολόκληρη την οικογένειά του, ο οποίος έκανε πολλές ελεημοσύνες στον λαό, και δεόταν διαρκώς στον Θεό. Αυτός είδε φανερά διαμέσου οράματος, γύρω στην ένατη ώρα τής ημέρας, έναν άγγελο του Θεού, ότι μπήκε μέσα προς αυτόν και του είπε: Κορνήλιε.

Και εκείνος, ατενίζοντας σ’ αυτόν, και ενώ έγινε έντρομος, είπε: Τι είναι, Κύριε;

Και του είπε: Οι προσευχές σου και οι ελεημοσύνες σου ανέβηκαν σε υπόμνηση μπροστά στον Θεό. Και τώρα, στείλε ανθρώπους στην Ιόππη, και προσκάλεσε τον Σίμωνα, που αποκαλείται Πέτρος· αυτός φιλοξενείται σε κάποιον Σίμωνα βυρσοδέψη, που έχει το σπίτι του κοντά στη θάλασσα· αυτός θα σου μιλήσει τι πρέπει να κάνεις.

Και καθώς ο άγγελος, που μιλούσε στον Κορνήλιο, αναχώρησε, φώναξε δύο από τους υπηρέτες του, και έναν ευσεβή στρατιώτη, απ’ αυτούς που διέμεναν κοντά του· και αφού τους διηγήθηκε τα πάντα, τους έστειλε στην Ιόππη.

Και την επόμενη ημέρα, ενώ εκείνοι οδοιπορούσαν και πλησίαζαν στην πόλη, ο Πέτρος, γύρω στην έκτη ώρα, ανέβηκε στην ταράτσα για να προσευχηθεί. Και καθώς πείνασε, ήθελε να φάει, και ενώ ετοίμαζαν, ήρθε επάνω του έκσταση· και βλέπει ανοιγμένον τον ουρανό, και κάποιο σκεύος να κατεβαίνει σαν ένα μεγάλο σεντόνι, που ήταν δεμένο από τις τέσσερις άκρες, και το κατέβαζαν επάνω στη γη· μέσα σ’ αυτό υπήρχαν όλα τα τετράποδα της γης, και τα θηρία, και τα ερπετά, και τα πουλιά τού ουρανού. Και έγινε μια φωνή προς αυτόν: Πέτρο, αφού σηκωθείς, σφάξε και φάε.

Και ο Πέτρος είπε: Μη γένοιτο, Κύριε· επειδή, ποτέ δεν έφαγα κανένα βέβηλο ή ακάθαρτο.

Και ξανά, για δεύτερη φορά, έγινε σ’ αυτόν μια φωνή: Όσα ο Θεός καθάρισε, εσύ μη τα λες βέβηλα.

Και τούτο έγινε τρεις φορές· και το σκεύος αναλήφθηκε πάλι στον ουρανό.

Και ενώ ο Πέτρος ήταν μέσα του σε απορία, τι τάχα σήμαινε το όραμα που είδε, ξάφνου, οι άνθρωποι που είχαν σταλεί από τον Κορνήλιο, αφού ρώτησαν και έμαθαν το σπίτι τού Σίμωνα, έφτασαν στην πύλη· και φωνάζοντας, ρωτούσαν, αν ο Σίμωνας, που επονομαζόταν Πέτρος, φιλοξενείται εδώ.

Και ενώ ο Πέτρος συλλογιζόταν για το όραμα, το Πνεύμα είπε σ’ αυτόν: Δες, σε ζητούν τρεις άνθρωποι· καθώς, λοιπόν, σηκωθείς, κατέβα, και πήγαινε μαζί τους, χωρίς να διστάζεις καθόλου, επειδή εγώ τους έστειλα.

Και ο Πέτρος, αφού κατέβηκε στους ανθρώπους, που είχαν σταλεί σ’ αυτόν από τον Κορνήλιο, είπε: Δέστε, εγώ είμαι εκείνος που ζητάτε· ποια είναι η αιτία για την οποία ήρθατε;

Και εκείνοι είπαν: Ο εκατόνταρχος Κορνήλιος, άνδρας δίκαιος και φοβούμενος τον Θεό, και έχοντας μαρτυρία από ολόκληρο το έθνος των Ιουδαίων, διατάχθηκε από τον Θεό διαμέσου ενός αγίου αγγέλου να σε προσκαλέσει στο σπίτι του, και να ακούσει λόγια από σένα. Και αφού, λοιπόν, τους προσκάλεσε μέσα, τους φιλοξένησε.

Και την επόμενη ημέρα ο Πέτρος βγήκε μαζί τους, και μερικοί από τους αδελφούς, από εκείνους τής Ιόππης, πήγαν μαζί του· και την επόμενη ημέρα μπήκαν μέσα στην Καισάρεια· ο δε Κορνήλιος τους περίμενε, αφού ταυτόχρονα κάλεσε τους συγγενείς του και τους σπιτικούς φίλους του. Και καθώς ο Πέτρος μπήκε μέσα, ερχόμενος ο Κορνήλιος σε συνάντησή του, έπεσε στα πόδια του, και προσκύνησε. Ο Πέτρος, όμως, τον σήκωσε, λέγοντας: Σήκω επάνω· και εγώ ο ίδιος άνθρωπος είμαι.

Και συνομιλώντας μαζί του μπήκε μέσα, και βρίσκει πολλούς συγκεντρωμένους. Και τους είπε: Εσείς ξέρετε ότι είναι ασυγχώρητο σε έναν άνθρωπο Ιουδαίο να συναναστρέφεται ή να πλησιάζει σ’ έναν αλλόφυλο· ο Θεός, όμως, έδειξε σε μένα να μη λέω κανέναν άνθρωπο βέβηλον ή ακάθαρτον· γι’ αυτό, και όταν προσκλήθηκα, ήρθα χωρίς καμιά αντιλογία· ρωτάω, λοιπόν, για ποιον λόγο με προσκαλέσατε;

Και ο Κορνήλιος είπε: Εδώ και τέσσερις ημέρες ήμουν σε νηστεία μέχρι αυτή την ώρα, και την ένατη ώρα προσευχόμουν στο σπίτι μου· και ξάφνου, στάθηκε μπροστά μου ένας άνδρας, με λαμπρά ενδύματα, και λέει: Κορνήλιε, η προσευχή σου εισακούστηκε, και οι ελεημοσύνες σου ήρθαν σε υπόμνηση μπροστά στον Θεό· στείλε, λοιπόν, στην Ιόππη, και προσκάλεσε τον Σίμωνα, που αποκαλείται Πέτρος· αυτός φιλοξενείται στο σπίτι τού Σίμωνα, του βυρσοδέψη, κοντά στη θάλασσα, ο οποίος όταν έρθει θα σου μιλήσει. στειλα, λοιπόν, αμέσως σε σένα· κι εσύ έκανες καλά ότι ήρθες. Τώρα, λοιπόν, εμείς όλοι παραστεκόμαστε μπροστά στον Θεό, για να ακούσουμε όλα όσα προστάχθηκαν σε σένα από τον Θεό.

Τότε, καθώς ο Πέτρος άνοιξε το στόμα, είπε: Γνωρίζω στ’ αλήθεια ότι, ο Θεός δεν είναι προσωπολήπτης· αλλά, σε κάθε έθνος όποιος τον φοβάται, και εργάζεται δικαιοσύνη, είναι σ’ αυτόν δεκτός. Τον λόγο που έστειλε στους γιους Ισραήλ, ευαγγελιζόμενος ειρήνη διαμέσου τού Ιησού Χριστού· (αυτός είναι ο Κύριος όλων)· εσείς ξέρετε αυτό τον λόγο, που κηρύχθηκε σε ολόκληρη την Ιουδαία, αρχίζοντας από τη Γαλιλαία, ύστερα από το βάπτισμα που κήρυξε ο Ιωάννης· πώς ο Θεός, τον Ιησού, αυτόν από τη Ναζαρέτ, τον έχρισε με Πνεύμα Άγιο και με δύναμη, ο οποίος πέρασε ευεργετώντας και θεραπεύοντας όλους εκείνους που καταδυναστεύονταν από τον διάβολο· επειδή, ο Θεός ήταν μαζί του.

Κι εμείς είμαστε μάρτυρες όλων όσων έκανε, και στη γη των Ιουδαίων και στην Ιερουσαλήμ· τον οποίο φόνευσαν, αφού τον κρέμασαν επάνω σε ξύλο· τούτον ο Θεός τον ανέστησε την τρίτη ημέρα, και τον έκανε να εμφανιστεί, όχι σε ολόκληρο τον λαό, αλλά σε μάρτυρες, που ήσαν προσδιορισμένοι από τον Θεό, σε μας, που μαζί του φάγαμε και μαζί του ήπιαμε, μετά την ανάστασή του από τους νεκρούς· και μας παρήγγειλε να κηρύξουμε στον λαό, και να δώσουμε μαρτυρία, ότι αυτός είναι ο ορισμένος από τον Θεό κριτής ζωντανών και νεκρών· σε τούτον όλοι οι προφήτες δίνουν μαρτυρία, ότι διαμέσου τού ονόματός του θα λάβει άφεση αμαρτιών καθένας που πιστεύει σ’ αυτόν.

Ενώ ο Πέτρος ακόμα μιλούσε αυτά τα λόγια, το Πνεύμα το Άγιο ήρθε επάνω σε όλους αυτούς που άκουγαν τον λόγο. Και οι πιστοί, που ήσαν από την περιτομή, εκπλάγηκαν, όσοι είχαν έρθει μαζί με τον Πέτρο, ότι η δωρεά τού Αγίου Πνεύματος ξεχύθηκε και επάνω στα έθνη. Επειδή, τους άκουγαν να μιλούν γλώσσες, και να μεγαλύνουν τον Θεό.

Τότε, ο Πέτρος αποκρίθηκε: Μήπως μπορεί κανείς να εμποδίσει το νερό, ώστε να μη βαπτιστούν αυτοί, οι οποίοι έλαβαν το Πνεύμα το Άγιο όπως κι εμείς;

Και τους πρόσταξε να βαπτιστούν στο όνομα του Κυρίου. Τότε, τον παρακάλεσαν να παραμείνει μερικές ημέρες.

Λουκάς

 

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε

Ο Πέτρος

Και ο Πέτρος, καθώς περνούσε από όλα τα μέρη, κατέβηκε προς τους αγίους που κατοικούσαν στη Λύδδα. Και βρήκε κάποιον άνθρωπο με το όνομα Αινέας, ο οποίος ήταν παράλυτος, κατάκοιτος εδώ και οκτώ χρόνια επάνω σε κρεβάτι.

Και ο Πέτρος τού είπε: Αινέα, σε γιατρεύει ο Ιησούς ο Χριστός· σήκω επάνω, και στρώσε το κρεβάτι σου. Κι αμέσως σηκώθηκε. Και τον είδαν όλοι αυτοί που κατοικούσαν στη Λύδδα και στον Σάρωνα, οι οποίοι επέστρεψαν στον Κύριο.

Και στην Ιόππη υπήρχε κάποια μαθήτρια με το όνομα Ταβιθά, που μεταφραζόμενο λέγεται Δορκάδα· αυτή ήταν πλήρης από αγαθά έργα και ελεημοσύνες που έκανε· και κατά τις ημέρες εκείνες, καθώς ασθένησε, συνέβηκε να πεθάνει· και αφού την έλουσαν, την έβαλαν στο ανώγειο. Και επειδή η Λύδδα ήταν κοντά στην Ιόππη, οι μαθητές ακούγοντας ότι ο Πέτρος είναι σ’ αυτή, έστειλαν προς αυτόν δύο άνδρες, παρακαλώνταςτον να μη βραδύνει να περάσει μέχρι σ’ αυτούς· και ο Πέτρος, αφού σηκώθηκε, πήγε μαζί τους· τον οποίο, όταν ήρθε, τον ανέβασαν στο ανώγειο· και παραστάθηκαν μπροστά του όλες οι χήρες κλαίγοντας, και δείχνοντας χιτώνες και ιμάτια, όσα η Δορκάδα εργαζόταν όταν ήταν μαζί τους.

Και ο Πέτρος, αφού τους έβγαλε όλους έξω, γονάτισε και προσευχήθηκε· και αφού στράφηκε προς το σώμα, είπε: Ταβιθά, αναστήσου. Και εκείνη άνοιξε τα μάτια της, και καθώς είδε τον Πέτρο, ανακάθησε. Και εκείνος τής έδωσε το χέρι, και τη σήκωσε· και φωνάζοντας τους αγίους και τις χήρες, την παρέστησε κοντά τους ζωντανή. Και τούτο έγινε γνωστό σε ολόκληρη την Ιόππη· και πολλοί πίστεψαν στον Κύριο. Και ο Πέτρος έμεινε αρκετές ημέρες στην Ιόππη, κοντά σε κάποιον Σίμωνα βυρσοδέψη.

Λουκάς

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε

Μεγάλη χαρά

Και κατά την ημέρα εκείνη έγινε μεγάλος διωγμός ενάντια στην εκκλησία που ήταν στα Ιεροσόλυμα· και όλοι διασπάρθηκαν στους τόπους τής Ιουδαίας και της Σαμάρειας, εκτός από τους αποστόλους.

Τον δε Στέφανο έφεραν στον τάφο μερικοί ευλαβείς άνδρες, και έκαναν γι’ αυτόν μεγάλον θρήνο. Ο δε Σαύλος κακοποιούσε την εκκλησία, μπαίνοντας σε κάθε σπίτι, και αφού έσερνε άνδρες και γυναίκες, τους παρέδινε στη φυλακή.

Εκείνοι μεν, λοιπόν, που διασπάρθηκαν διαπέρασαν τους τόπους, ευαγγελιζόμενοι τον λόγο. Ο δε Φίλιππος, αφού κατέβηκε στην πόλη τής Σαμάρειας, τους κήρυττε τον Χριστό. Και τα πλήθη ως μια ψυχή πρόσεχαν στα λεγόμενα από τον Φίλιππο, ακούγοντας και βλέποντας τα θαύματα που έκανε. Επειδή, από πολλούς, που είχαν ακάθαρτα πνεύματα, αυτά έβγαιναν φωνάζοντας με δυνατή φωνή· και πολλοί παραλυτικοί και χωλοί θεραπεύθηκαν. Και έγινε μεγάλη χαρά σ’ εκείνη την πόλη.

Στην πόλη προϋπήρχε κάποιος άνθρωπος, που ονομαζόταν Σίμωνας, κάνοντας μαγείες, και εκπλήττοντας τον λαό τής Σαμάρειας, λέγοντας για τον εαυτό του ότι είναι κάποιος μεγάλος· στον οποίο όλοι έδιναν προσοχή, από μικρόν μέχρι μεγάλον, λέγοντας: Αυτός είναι η μεγάλη δύναμη του Θεού. Του έδιναν, μάλιστα, προσοχή επειδή, για πολύν καιρό, τους είχε καταπλήξει με τις μαγείες. Όταν, όμως, πίστεψαν στον Φίλιππο, που ευαγγελιζόταν τα αναφερόμενα στη βασιλεία τού Θεού, και το όνομα του Ιησού Χριστού, βαπτίζονταν και άνδρες και γυναίκες. Και ο ίδιος ο Σίμωνας, μάλιστα, πίστεψε, και αφού βαπτίστηκε έμενε πάντοτε μαζί με τον Φίλιππο, και θωρώντας σημεία και μεγάλα θαύματα που γίνονταν έμενε κατάπληκτος.

Και οι απόστολοι, που ήσαν στα Ιεροσόλυμα, όταν άκουσαν ότι η Σαμάρεια δέχθηκε τον λόγο τού Θεού, έστειλαν σ’ αυτούς τον Πέτρο και τον Ιωάννη· οι οποίοι, αφού κατέβηκαν, προσευχήθηκαν γι’ αυτούς, για να λάβουν Πνεύμα Άγιο. Επειδή, δεν είχε ακόμα επιπέσει σε κανέναν απ’ αυτούς, αλλά ήσαν μονάχα βαπτισμένοι στο όνομα του Κυρίου Ιησού. Τότε, έβαζαν επάνω τους τα χέρια, και έπαιρναν Πνεύμα Άγιο.

Βλέποντας δε ο Σίμωνας ότι, με επίθεση των χεριών των αποστόλων δίνεται το Πνεύμα το Άγιο, τους πρόσφερε χρήματα, λέγοντας: Δώστε και σε μένα αυτή την εξουσία, ώστε σε όποιον βάλω επάνω του τα χέρια να παίρνει Πνεύμα Άγιο.

Και ο Πέτρος είπε σ’ αυτόν: Το ασήμι σου ας είναι μαζί με σένα σε απώλεια, επειδή νόμισες ότι η δωρεά τού Θεού αποκτιέται με χρήματα. Εσύ δεν έχεις μερίδα ούτε κλήρο σε τούτο τον λόγο· επειδή, η καρδιά σου δεν είναι ευθεία μπροστά στον Θεό. Μετανόησε, λοιπόν, απ’ αυτή την κακία σου, και δεήσου στον Θεό, ίσως συγχωρεθεί σε σένα η επινόηση της καρδιάς σου· επειδή, σε βλέπω ότι είσαι σε χολή πικρίας και σε δεσμό αδικίας.

Και απαντώντας ο Σίμωνας είπε: Δεηθείτε εσείς στον Κύριο για μένα, για να μη έρθει επάνω μου κανένα από όσα είπατε.

Εκείνοι, λοιπόν, αφού έδωσαν μαρτυρία και μίλησαν τον λόγο τού Κυρίου, επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ, αφού κήρυξαν το ευαγγέλιο και σε πολλές κωμοπόλεις των Σαμαρειτών.

Και ένας άγγελος του Κυρίου μίλησε στον Φίλιππο, λέγοντας: Σήκω, και πήγαινε κατά το μεσημβρινό μέρος, στον δρόμο που κατεβαίνει από την Ιερουσαλήμ στη Γάζα· (αυτός είναι έρημος). Και αφού σηκώθηκε, πήγε. Και ξάφνου, ένας άνθρωπος Αιθίοπας, ευνούχος, άρχοντας της Κανδάκης, της βασίλισσας των Αιθιόπων, που ήταν επιτηρητής σε όλους τούς θησαυρούς της· αυτός είχε έρθει για να προσκυνήσει στην Ιερουσαλήμ. Και επέστρεφε, και καθισμένος επάνω στην άμαξά του, διάβαζε τον προφήτη Ησαϊα. Και το Πνεύμα είπε στον Φίλιππο: Πλησίασε, και προσκολλήσου σ’ αυτή την άμαξα.

Και ο Φίλιππος έτρεξε κοντά, και τον άκουσε να διαβάζει τον προφήτη Ησαϊα, και είπε: Άραγε, καταλαβαίνεις αυτά που διαβάζεις;

Και εκείνος είπε: Και πώς θα μπορούσα, αν κάποιος δεν με οδηγήσει;

Και παρακάλεσε τον Φίλιππο να ανέβει και να καθήσει μαζί του.

Και το χωρίο τής γραφής, που διάβαζε, ήταν τούτο: «Φέρθηκε σαν πρόβατο σε σφαγή, και σαν αρνί άφωνο μπροστά σ’ αυτόν που το κουρεύει, έτσι δεν ανοίγει το στόμα του. Μέσα στην ταπείνωσή του η κρίση του αφαιρέθηκε· και τη γενεά του ποιος θα τη διηγηθεί; Επειδή, η ζωή του σηκώνεται από τη γη».

Και ο ευνούχος, αποκρινόμενος στον Φίλιππο, είπε: Σε παρακαλώ, για ποιον το λέει αυτό ο προφήτης; Για τον εαυτό του ή για κάποιον άλλον; Και ο Φίλιππος, ανοίγοντας το στόμα του, και αρχίζοντας από τούτη τη γραφή ευαγγελίστηκε σ’ αυτόν τον Ιησού.

Και καθώς εξακολουθούσαν τον δρόμο, ήρθαν σε κάποιον τόπο με νερό· και ο ευνούχος λέει: Δες, νερό· τι με εμποδίζει να βαπτιστώ;

Και ο Φίλιππος είπε: Αν πιστεύεις με όλη σου την καρδιά, μπορείς.

Και αποκρινόμενος είπε: Πιστεύω ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Υιός τού Θεού.

Και πρόσταξε να σταθεί η άμαξα· και κατέβηκαν και οι δύο στο νερό, ο Φίλιππος και ο ευνούχος· και τον βάπτισε. Και όταν ανέβηκαν από το νερό, το Πνεύμα τού Κυρίου άρπαξε τον Φίλιππο, και ο ευνούχος δεν τον είδε πλέον, αλλά πορευόταν τον δρόμο του χαίροντας. Και ο Φίλιππος βρέθηκε στην Άζωτο, και καθώς περνούσε κήρυττε σε όλες τις πόλεις, μέχρις ότου ήρθε στην Καισάρεια.

Λουκάς

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε

Ο Στέφανος

Και ο αρχιερέας είπε: Έτσι έχουν, πραγματικά, όλα αυτά;

Ο δε Στέφανος είπε: Άνδρες αδελφοί και πατέρες, ακούστε: Ο Θεός τής δόξας φάνηκε στον πατέρα μας τον Αβραάμ, όταν ήταν στη Μεσοποταμία, πριν κατοικήσει στη Χαρράν, και του είπε: «Βγες έξω από τη γη σου και τη συγγένειά σου, και έλα στη γη που θα σου δείξω».

Τότε, αφού βγήκε έξω από τη γη των Χαλδαίων, κατοίκησε στη Χαρράν. Και από εκεί, μετά τον θάνατο του πατέρα του, τον μετοίκισε σε τούτη τη γη, στην οποία εσείς τώρα κατοικείτε. Και δεν του έδωσε κληρονομιά μέσα σ’ αυτή, ούτε ένα βήμα ποδιού· υποσχέθηκε, όμως, ότι θα του τη δώσει ως κτήμα του, και στο σπέρμα του ύστερα απ’ αυτόν, ενώ παιδί δεν είχε. Και ο Θεός μίλησε σ’ αυτόν ως εξής: «Ότι το σπέρμα του θα είναι πάροικο μέσα σε ξένη γη, και θα το υποδουλώσουν, και θα το καταθλίψουν για 400 χρόνια· και το έθνος, στο οποίο θα καταδουλωθεί, εγώ θα το κρίνω, είπε ο Θεός· και ύστερα απ’ αυτά θα βγουν έξω, και θα με λατρεύσουν σε τούτο τον τόπο». Και του έδωσε μια διαθήκη περιτομής· και έτσι, γέννησε τον Ισαάκ, και του έκανε περιτομή την όγδοη ημέρα· και ο Ισαάκ γέννησε τον Ιακώβ, και ο Ιακώβ τούς δώδεκα Πατριάρχες.

Και οι Πατριάρχες, επειδή φθόνησαν τον Ιωσήφ, τον πούλησαν στην Αίγυπτο· ο Θεός, όμως, ήταν μαζί του. Και τον ελευθέρωσε από όλες τις θλίψεις του, και του έδωσε χάρη και σοφία μπροστά στον Φαραώ, τον βασιλιά τής Αιγύπτου, ο οποίος τον έκανε κυβερνήτη επάνω στην Αίγυπτο και σε όλο το παλάτι του.

Ήρθε, όμως, πείνα επάνω σε ολόκληρη τη γη τής Αιγύπτου και της Χαναάν, και μεγάλη θλίψη· και οι πατέρες μας δεν έβρισκαν τροφές. Και ακούγοντας ο Ιακώβ ότι υπήρχε σιτάρι στην Αίγυπτο, έστειλε μια πρώτη φορά τούς πατέρες μας. Και κατά τη δεύτερη φορά ο Ιωσήφ φανερώθηκε στους αδελφούς του, και το γένος τού Ιωσήφ φανερώθηκε στον Φαραώ. Και ο Ιωσήφ, αφού έστειλε, κάλεσε κοντά του τον πατέρα του, τον Ιακώβ, και ολόκληρη τη συγγένειά του, 75 ψυχές. Και ο Ιακώβ κατέβηκε στην Αίγυπτο, και πέθανε εκεί αυτός και οι πατέρες μας. Και μετακομίστηκαν στη Συχέμ, και τέθηκαν στο μνήμα, που ο Αβραάμ, πληρώνοντας ασήμι, είχε αγοράσει από τους γιους τού Εμμώρ, του πατέρα τού Συχέμ.

Και καθώς πλησίαζε ο καιρός τής υπόσχεσης, που ο Θεός είχε ορκιστεί στον Αβραάμ, ο λαός αυξήθηκε και πλήθυνε μέσα στην Αίγυπτο· μέχρις ότου ένας άλλος βασιλιάς σηκώθηκε, που δεν ήξερε τον Ιωσήφ. Αυτός, αφού σοφίστηκε δόλιους τρόπους ενάντια στο γένος μας, κατέθλιψε τους πατέρες μας, ώστε να κάνει να ρίχνονται στον ποταμό τα βρέφη τους, για να μη μένουν στη ζωή.

Κατά τον καιρό εκείνο γεννήθηκε ο Μωυσής, και είχε θείο κάλλος· ο οποίος ανατράφηκε τρεις μήνες στο σπίτι τού πατέρα του. Και αφού ρίχτηκε στον ποταμό τον ανέσυρε η θυγατέρα τού Φαραώ, και τον ανέθρεψε για να είναι γιος της. Και ο Μωυσής διδάχθηκε ολόκληρη τη σοφία των Αιγυπτίων· και ήταν δυνατός σε λόγια και σε έργα.

Και ενώ τελείωνε τον ό χρόνο τής ηλικίας του, ήρθε στην καρδιά του να επισκεφθεί τούς αδελφούς του, τους γιους Ισραήλ. Και όταν είδε κάποιον να αδικείται, τον υπερασπίστηκε, και έκανε εκδίκηση για χάρη τού καταθλιβόμενου, χτυπώντας τον Αιγύπτιο. Νόμιζε δε ότι οι αδελφοί του θα καταλάβαιναν ότι ο Θεός διαμέσου αυτού δίνει σ’ αυτούς σωτηρία· εκείνοι, όμως, δεν κατάλαβαν. Και την ακόλουθη ημέρα φάνηκε σ’ αυτούς, ενώ μάχονταν, και τους παρακίνησε σε ειρήνη, λέγοντας: Άνθρωποι, εσείς είστε αδελφοί· γιατί αδικείτε ο ένας τον άλλον;

Και εκείνος που αδικούσε τον πλησίον του, τον έσπρωξε, λέγοντας: Ποιος σε έβαλε άρχοντα ή δικαστή επάνω μας; Μήπως εσύ θέλεις να με φονεύσεις με τον τρόπο που χθες φόνευσες τον Αιγύπτιο; Τότε, ο Μωυσής έφυγε εξαιτίας αυτού τού λόγου, και έγινε πάροικος στη γη Μαδιάμ, όπου γέννησε δύο γιους.

Και αφού συμπληρώθηκαν 40 χρόνια, άγγελος του Κυρίου φάνηκε σ’ αυτόν στην έρημο του βουνού Σινά, μέσα σε φλόγα μιας βάτου που καιγόταν. Και ο Μωυσής όταν το είδε, θαύμασε για το όραμα· και ενώ πλησίαζε για να παρατηρήσει, ήρθε η φωνή τού Κυρίου σ’ αυτόν: «Εγώ είμαι ο Θεός των πατέρων σου, ο Θεός τού Αβραάμ, ο Θεός τού Ισαάκ, και ο Θεός τού Ιακώβ». Και, τότε, ο Μωυσής, καθώς έγινε έντρομος, δεν τολμούσε να παρατηρήσει.

Και ο Κύριος είπε σ’ αυτόν: «Λύσε το υπόδημα των ποδιών σου· επειδή, ο τόπος επάνω στον οποίο στέκεσαι, είναι άγια γη.  Είδα, είδα την ταλαιπωρία τού λαού μου, που είναι στην Αίγυπτο, και άκουσα τον στεναγμό τους, και κατέβηκα για να τους ελευθερώσω· και τώρα, έλα, θα σε στείλω στην Αίγυπτο».

Τούτον τον Μωυσή που αρνήθηκαν, λέγοντας: Ποιος σε κατέστησε άρχοντα ή δικαστή; Τούτον ο Θεός έστειλε αρχηγό και λυτρωτή διαμέσου του αγγέλου που φάνηκε σ’ αυτόν στη βάτο. Αυτός τούς έβγαλε, αφού έκανε τέρατα και σημεία μέσα στη γη τής Αιγύπτου, και στην Ερυθρά Θάλασσα, και μέσα στην έρημο για 40 χρόνια.

Αυτός είναι ο Μωυσής, που είπε στους γιους Ισραήλ: «Προφήτην από τους αδελφούς σας θα σηκώσει σε σας ο Κύριος ο Θεός σας, όπως εμένα· αυτόν θα ακούτε». Αυτός είναι που, στην εκκλησία μέσα στην έρημο, στάθηκε μαζί με τον άγγελο που του μιλούσε στο βουνό Σινά, και μαζί με τους πατέρες μας, και παρέλαβε τα ζωοποιά λόγια, για να τα δώσει σε μας.

Στον οποίο οι πατέρες μας δεν θέλησαν να υπακούσουν, αλλά τον απώθησαν, και μέσα στις καρδιές τους στράφηκαν στην Αίγυπτο, λέγοντας στον Ααρών: «Κάνε σε μας θεούς, που θα προπορεύονται από μας· επειδή, αυτός ο Μωυσής, που μας έβγαλε από τη γη τής Αιγύπτου, δεν ξέρουμε τι του συνέβηκε». Και κατά τις ημέρες εκείνες κατασκεύασαν ένα μοσχάρι, και πρόσφεραν θυσία στο είδωλο, και ευφραίνονταν στα έργα των χεριών τους. Γι’ αυτό, ο Θεός έστρεψε και τους παρέδωσε στο να λατρεύσουν τη στρατιά τού ουρανού, όπως είναι γραμμένο στο βιβλίο των προφητών: «Μήπως προσφέρατε σε μένα σφάγια και θυσίες 40 χρόνια στην έρημο, ω οίκος Ισραήλ; Μάλιστα, αναλάβατε τη σκηνή τού Μολόχ, και το αστέρι τού θεού σας Ρεμφάν, τα ομοιώματα που κάνατε για να τα προσκυνάτε· γι’ αυτό, θα σας μετοικίσω πιο πέρα» από τη Βαβυλώνα.

Η σκηνή τού μαρτυρίου ήταν μαζί με τους πατέρες μας μέσα στην έρημο, όπως διέταξε εκείνος που μιλούσε στον Μωυσή για να την κατασκευάσει, σύμφωνα με τον τύπο που είχε δει· την οποία και παίρνοντάς την οι πατέρες μας, την έφεραν μαζί με τον Ιησού στη γη των εθνών, που κατέκτησαν, τα οποία ο Θεός έβγαλε μπροστά από τους πατέρες μας, μέχρι τις ημέρες τού Δαβίδ· ο οποίος βρήκε χάρη μπροστά στον Θεό, και ευχήθηκε να βρει κατοικία για τον Θεό τού Ιακώβ. Ο Σολομώντας, όμως, του έκτισε οίκο.

Αλλά, ο Ύψιστος δεν κατοικεί σε χειροποίητους ναούς, όπως λέει ο προφήτης: «Ο ουρανός είναι ο θρόνος μου, η δε γη το υποπόδιο των ποδιών μου· ποιον οίκο θα οικοδομήσετε σε μένα; λέει ο Κύριος· ή, ποιος είναι ο τόπος τής ανάπαυσής μου; Όλα αυτά δεν τα έκανε το χέρι μου;».

Σκληροτράχηλοι και απερίτμητοι στην καρδιά και στα αυτιά, εσείς όλοι πάντοτε αντιτάσσεστε ενάντια στο Άγιο Πνεύμα· όπως οι πατέρες σας, έτσι κι εσείς. Ποιον από τους προφήτες δεν έθεσαν υπό διωγμόν οι πατέρες σας; Μάλιστα, φόνευσαν εκείνους που τους προανήγγειλαν για την έλευση του Δικαίου, του οποίου εσείς τώρα γίνατε προδότες και φονιάδες· οι οποίοι πήρατε τον νόμο διαμέσου αγγέλων, και δεν τον φυλάξατε.

Και όταν τα άκουγαν αυτά κατακόβονταν οι καρδιές τους, και έτριζαν τα δόντια τους εναντίον του. Ο δε Στέφανος, πλήρης καθώς ήταν από Πνεύμα Άγιο, ατενίζοντας στον ουρανό, είδε τη δόξα τού Θεού, και τον Ιησού να στέκεται από τα δεξιά τού Θεού, και είπε: Να! θωρώ τους ουρανούς ανοιγμένους, και τον Υιό τού ανθρώπου να στέκεται από τα δεξιά τού Θεού.

Τότε, αφού φώναξαν με δυνατή φωνή, έφραξαν τα αυτιά τους, και όρμησαν ως μια ψυχή εναντίον του. Και αφού τον έβγαλαν έξω από την πόλη, τον λιθοβολούσαν. Και οι μάρτυρες απέθεσαν τα ιμάτιά τους στα πόδια ενός νεανία, που ονομαζόταν Σαύλος.

Και λιθοβολούσαν τον Στέφανο, που επικαλείτο και έλεγε: Κύριε Ιησού, δέξου το πνεύμα μου. Και αφού γονάτισε, φώναξε με δυνατή φωνή: Κύριε, μη τους λογαριάσεις αυτή την αμαρτία· και καθώς το είπε αυτό, κοιμήθηκε.

Ο δε Σαύλος ήταν σύμφωνος στον φόνο του.

Λουκάς

 

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε