Επτά άνδρες

Και κατά τις ημέρες αυτές, όταν οι μαθητές πληθύνονταν, έγινε γογγυσμός των Ελληνιστών ενάντια στους Εβραίους, ότι οι χήρες τους παραβλέπονταν στην καθημερινή διακονία.

Τότε, οι δώδεκα, αφού προσκάλεσαν το πλήθος των μαθητών, είπαν: Δεν είναι πρέπον να αφήσουμε εμείς τον λόγο τού Θεού, και να υπηρετούμε σε τραπέζια. Σκεφθείτε, λοιπόν, αδελφοί, διαλέξτε από σας επτά άνδρες, που έχουν καλή μαρτυρία, πλήρεις Αγίου Πνεύματος και σοφίας, τους οποίους ας τοποθετήσουμε γι’ αυτή την ανάγκη. Ενώ εμείς θα μένουμε διαρκώς στην προσευχή και στη διακονία τού λόγου.

Και ο λόγος άρεσε μπροστά σε ολόκληρο το πλήθος· και διάλεξαν τον Στέφανο, άνδρα πλήρη πίστης και Αγίου Πνεύματος, και τον Φίλιππο, και τον Πρόχορο, και τον Νικάνορα, και τον Τίμωνα, και τον Παρμενά, και τον Νικόλαο, έναν προσήλυτο από την Αντιόχεια· τους οποίους έστησαν μπροστά στους αποστόλους· και, αφού προσευχήθηκαν, έβαλαν επάνω τους τα χέρια.

Και ο λόγος τού Θεού αύξανε, και ο αριθμός των μαθητών στην Ιερουσαλήμ πληθυνόταν υπερβολικά· και μεγάλο πλήθος από τους ιερείς υπάκουε στην πίστη.

Και ο Στέφανος, πλήρης από πίστη και δύναμη, έκανε τέρατα και μεγάλα σημεία ανάμεσα στον λαό. Και μερικοί από τη συναγωγή, που λέγεται των Λιβερτίνων, και των Κυρηναίων, και Αλεξανδρινών, και εκείνων από την Κιλικία, και την Ασία, σηκώθηκαν φιλονικώντας με τον Στέφανο· και δεν μπορούσαν να αντισταθούν στη σοφία και στο πνεύμα με το οποίο μιλούσε.

Τότε, έβαλαν κρυφά ανθρώπους, που έλεγαν ότι: Τον ακούσαμε να μιλάει βλάσφημα λόγια ενάντια στον Μωυσή και στον Θεό.

Και διέγειραν τον λαό και τους πρεσβύτερους και τους γραμματείς, και αφού ήρθαν εναντίον του, τον άρπαξαν, και τον έφεραν στο συνέδριο. Και παρουσίασαν ψευδομάρτυρες, που έλεγαν: Αυτός ο άνθρωπος δεν σταματάει να μιλάει βλάσφημα λόγια ενάντια σ’ αυτόν τον άγιο τόπο και τον νόμο. Επειδή, τον ακούσαμε να λέει, ότι: Αυτός ο Ιησούς ο Ναζωραίος θα καταστρέψει τούτο τον τόπο, και θα αλλάξει τα έθιμα που μας παρέδωσε ο Μωυσής.

Και ατενίζοντας σ’ αυτόν, όλοι εκείνοι που κάθονταν στο συνέδριο, είδαν το πρόσωπό του σαν πρόσωπο αγγέλου.

Λουκάς

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε

Αυτής τής ζωής

Και πολλά σημεία και τέρατα γίνονταν μέσα στον λαό διαμέσου των χεριών των αποστόλων· και ήσαν όλοι ως μια ψυχή μέσα στη στοά τού Σολομώντα. Από δε τους υπόλοιπους δεν τολμούσε κανένας να προσκολληθεί σ’ αυτούς· ο λαός, όμως, τους μεγάλυνε.

Και όλο και περισσότερο προσθέτονταν αυτοί που πίστευαν στον Κύριο, πλήθη και ανδρών και γυναικών, ώστε έφερναν έξω στις πλατείες τούς ασθενείς, και τους έβαζαν σε κλίνες και κρεβάτια, για να επισκιάσει έστω κάποιον απ’ αυτούς η σκιά τού Πέτρου, καθώς ερχόταν. Συγκεντρωνόταν δε και ένα πλήθος από τις πόλεις γύρω από την Ιερουσαλήμ, φέρνοντας ασθενείς και εκείνους που ενοχλούνταν από ακάθαρτα πνεύματα· οι οποίοι όλοι θεραπεύονταν.

Κι αφού σηκώθηκε ο αρχιερέας και όλοι όσοι ήσαν μαζί του, οι οποίοι ήσαν η αίρεση των Σαδδουκαίων, γέμισαν από ζηλοτυπία· και έβαλαν τα χέρια τους επάνω στους αποστόλους, και τους έβαλαν σε δημόσια φυλακή. Όμως, άγγελος του Κυρίου κατά τη νύχτα άνοιξε τις θύρες τής φυλακής, και αφού τους έβγαλε έξω, είπε: Πηγαίνετε, και καθώς θα σταθείτε, μιλάτε προς τον λαό μέσα στο ιερό όλα τα λόγια αυτής τής ζωής. Όταν δε το άκουσαν, μπήκαν την αυγή στο ιερό, και δίδασκαν.

Και καθώς ήρθε ο αρχιερέας, και εκείνοι που ήσαν μαζί του, συγκάλεσαν το συνέδριο και ολόκληρη τη γερουσία των γιων τού Ισραήλ, και έστειλαν στο δεσμωτήριο, για να τους φέρουν. Όταν δε οι υπηρέτες ήρθαν, δεν τους βρήκαν στη φυλακή· και αφού επέστρεψαν, ανήγγειλαν, λέγοντας ότι: Το μεν δεσμωτήριο το βρήκαμε κλεισμένο με κάθε ασφάλεια, και τους φύλακες να στέκονται έξω, μπροστά από τις θύρες· ανοίγοντας, όμως, δεν βρήκαμε μέσα κανέναν. Και καθώς άκουσαν αυτά τα λόγια και ο ιερέας και ο στρατηγός τού ιερού και οι αρχιερείς, ήσαν σε απορία γι’ αυτούς, σε τι επρόκειτο αυτό να καταλήξει.

Και καθώς ήρθε κάποιος ανήγγειλε σ’ αυτούς, λέγοντας, ότι: Δέστε, οι άνθρωποι, που τους είχατε βάλει στη φυλακή, στέκονται μέσα στο ιερό και διδάσκουν τον λαό. Τότε, πήγε ο στρατηγός μαζί με τους υπηρέτες, και τους έφερε, όχι με βία· επειδή, φοβόνταν τον λαό να μη λιθοβοληθούν.

Και όταν τους έφεραν, τους έστησαν μέσα στο συνέδριο· και ο αρχιερέας τούς ρώτησε,  λέγοντας: Δεν σας παραγγείλαμε ρητά να μη διδάσκετε σε τούτο το όνομα; Και δέστε, γεμίσατε την Ιερουσαλήμ από τη διδασκαλία σας, και θέλετε να φέρετε επάνω μας το αίμα αυτού τού ανθρώπου.

Και αποκρινόμενος ο Πέτρος και οι απόστολοι, είπαν: Πρέπει να πειθαρχούμε στον Θεό μάλλον παρά στους ανθρώπους. Ο Θεός των πατέρων μας ανέστησε τον Ιησού, που εσείς θανατώσατε, αφού τον κρεμάσατε επάνω σε ξύλο. Αυτόν, ο Θεός τον ύψωσε με το δεξί του χέρι, αρχηγό και σωτήρα, για να δώσει μετάνοια στον Ισραήλ και άφεση αμαρτιών. Και εμείς είμαστε μάρτυρές του για τούτα τα λόγια, κι ακόμα το Άγιο Πνεύμα, που ο Θεός έδωσε σε όσους πειθαρχούν σ’ αυτόν.

Και εκείνοι ακούγοντας έτριζαν τα δόντια, και ήθελαν να τους θανατώσουν. Και κάποιος Φαρισαίος, με το όνομα Γαμαλιήλ, δάσκαλος του νόμου, που τον τιμούσε ολόκληρος ο λαός, καθώς σηκώθηκε στο συνέδριο, πρόσταξε να βγάλουν έξω για λίγη ώρα τους αποστόλους, και είπε σ’ αυτούς: Άνδρες Ισραηλίτες, προσέχετε στον εαυτό σας για τούτους τούς ανθρώπους, τι πρόκειται να κάνετε. Επειδή, πριν από τις ημέρες αυτές, σηκώθηκε ο Θευδάς, λέγοντας τον εαυτό του ότι είναι κάποιος μεγάλος, στον οποίο προσκολλήθηκε ένας αριθμός από άνδρες μέχρι 400· ο οποίος φονεύθηκε, και όλοι όσοι πείθονταν σ’ αυτόν διαλύθηκαν, και κατάντησαν σε ένα τίποτε. Ύστερα απ’ αυτόν, σηκώθηκε ο Ιούδας ο Γαλιλαίος, κατά τις ημέρες τής απογραφής, και έσυρε πίσω του αρκετόν λαό· και εκείνος απολέστηκε, και όλοι όσοι πείθονταν σ’ αυτόν διασκορπίστηκαν.  Και τώρα σας λέω, να απέχετε από τους ανθρώπους αυτούς, και να τους αφήσετε· επειδή, αν η βουλή αυτή ή το έργο τούτο είναι από ανθρώπους, θα ματαιωθεί· αν, όμως, είναι από τον Θεό, δεν μπορείτε να το ματαιώσετε, και προσέχετε μη βρεθείτε και θεομάχοι.

Και πείστηκαν σ’ αυτόν· και αφού προσκάλεσαν τους αποστόλους, τους έδειραν και τους παρήγγειλαν να μη μιλούν στο όνομα του Ιησού, και τους απέλυσαν.

Εκείνοι, λοιπόν, αναχωρούσαν μπροστά από το συνέδριο με χαρά, επειδή χάρη τού ονόματός του αξιώθηκαν να ατιμαστούν. Και καθημερινά, μέσα στο ιερό και κατ’ οίκον, δεν έπαυαν να διδάσκουν και να ευαγγελίζονται τον Ιησού Χριστό.

Λουκάς

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε

Η καρδιά και η ψυχή

Και η καρδιά και η ψυχή τού πλήθους, εκείνων που πίστεψαν, ήταν μία· και ούτε ένας δεν έλεγε ότι είναι δικό του κάτι από τα υπάρχοντά του, αλλά είχαν τα πάντα κοινά. Και οι απόστολοι απέδιδαν με μεγάλη δύναμη τη μαρτυρία τής ανάστασης του Κυρίου Ιησού· και μεγάλη χάρη ήταν επάνω σε όλους αυτούς. Για τον λόγο ότι, δεν υπήρχε ούτε ένας ανάμεσά τους που είχε ανάγκη· επειδή, όσοι ήσαν κάτοχοι χωραφιών ή σπιτιών, αφού τα πουλούσαν, έφερναν το αντίτιμο της αξίας εκείνων που πουλούσαν, και το έβαζαν στα πόδια των αποστόλων· και μοιραζόταν σε κάθε έναν σύμφωνα με την ανάγκη που είχε.

Και ο Ιωσής, αυτός που αποκλήθηκε από τους αποστόλους Βαρνάβας (το οποίο μεταφραζόμενο σημαίνει, γιος παρηγοριάς), Λευίτης, Κύπριος το γένος, έχοντας ένα χωράφι, το πούλησε, και έφερε τα χρήματα, και τα έβαλε στα πόδια των αποστόλων.

Κάποιος δε άνθρωπος, με το όνομα Ανανίας, μαζί με τη γυναίκα του, τη Σαπφείρα, πούλησε ένα κτήμα· και κράτησε από την τιμή, εν γνώσει και της γυναίκας του· και φέρνοντας ένα μέρος, το έβαλε στα πόδια των αποστόλων.

Και ο Πέτρος είπε: Ανανία, γιατί γέμισε ο σατανάς την καρδιά σου, ώστε να πεις ψέματα στο Άγιο Πνεύμα, και να κρατήσεις από την τιμή τού χωραφιού; Ενώ έμενε απούλητο, δεν ήταν δικό σου; Και όταν πουλήθηκε, δεν ήταν στην εξουσία σου; Γιατί έβαλες μέσα στην καρδιά σου αυτό το πράγμα; Δεν είπες ψέματα σε ανθρώπους, αλλά στον Θεό.

Και όταν ο Ανανίας άκουσε αυτά τα λόγια, έπεσε και ξεψύχησε· και μεγάλος φόβος έπεσε επάνω σε όλους εκείνους που τα άκουγαν αυτά. Και οι νεότεροι, αφού σηκώθηκαν, τον τύλιξαν, και, καθώς τον έβγαλαν έξω, τον έθαψαν.

Ύστερα δε από περίπου τρεις ώρες, μπήκε μέσα η γυναίκα του, μη ξέροντας το γεγονός. Και ο Πέτρος αποκρίθηκε σ’ αυτήν: Πες μου, για τόσο πουλήσατε το χωράφι;

Και εκείνη είπε: Ναι, για τόσο.

Και ο Πέτρος είπε σ’ αυτήν: Γιατί συμφωνήσατε να πειράξετε το Πνεύμα τού Κυρίου; Δες, στη θύρα είναι τα πόδια εκείνων που έθαψαν τον άνδρα σου, και θα βγάλουν κι εσένα.

Και έπεσε αμέσως νεκρή στα πόδια του, και ξεψύχησε· και όταν οι νεανίσκοι μπήκαν μέσα τη βρήκαν νεκρή, και αφού την έβγαλαν έξω, την έθαψαν κοντά στον άνδρα της. Και μεγάλος φόβος έπεσε επάνω σε όλη την εκκλησία, κι επάνω σε όλους που τα άκουγαν.

Λουκάς

 

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε

Κρίνετέ το εσείς

Και ενώ αυτοί μιλούσαν στον λαό, ήρθαν εναντίον τους οι ιερείς και ο στρατηγός τού ιερού και οι Σαδδουκαίοι, αγανακτώντας, επειδή δίδασκαν τον λαό, και κήρυτταν διαμέσου του Ιησού την ανάσταση από τους νεκρούς· και έβαλαν επάνω τους τα χέρια, και τους έβαλαν σε φύλαξη μέχρι την επόμενη ημέρα· επειδή, ήταν ήδη εσπέρα.

Πολλοί, μάλιστα, από εκείνους που άκουσαν τον λόγο πίστεψαν· και ο αριθμός των ανδρών έγινε περίπου 5.000.

Και την επόμενη ημέρα συγκεντρώθηκαν στην Ιερουσαλήμ οι άρχοντές τους και οι πρεσβύτεροι και οι γραμματείς, και ο Άννας ο αρχιερέας και ο Καϊάφας και ο Ιωάννης και ο Αλέξανδρος, και όσοι ήσαν από αρχιερατικό γένος. Και αφού τους έστησαν στο μέσον, ρωτούσαν: Με ποια δύναμη ή με ποιο όνομα το πράξατε εσείς αυτό;

Τότε, ο Πέτρος, αφού έγινε πλήρης από Άγιο Πνεύμα, τους είπε: Άρχοντες του λαού και πρεσβύτεροι του Ισραήλ, αν εμείς ανακρινόμαστε σήμερα για ευεργεσία σε έναν άνθρωπο που ήταν ασθενής, με ποια δύναμη αυτός γιατρεύτηκε, ας είναι γνωστό σε όλους εσάς, και σε ολόκληρο τον λαό τού Ισραήλ ότι, διαμέσου τού ονόματος του Ιησού Χριστού, του Ναζωραίου, που εσείς σταυρώσατε, τον οποίο ο Θεός τον ανέστησε από τους νεκρούς, διαμέσου αυτού παραστέκεται αυτός μπροστά σας υγιής. Αυτός είναι η πέτρα, που εξουθενώθηκε από σας τους οικοδομούντες, η οποία έγινε ακρογωνιαία πέτρα.

Και δεν υπάρχει διαμέσου κανενός άλλου η σωτηρία· επειδή, ούτε άλλο όνομα είναι δοσμένο κάτω από τον ουρανό ανάμεσα στους ανθρώπους, διαμέσου τού οποίου πρέπει να σωθούμε.

Και βλέποντας την παρρησία τού Πέτρου και του Ιωάννη, και καθώς πληροφορήθηκαν ότι είναι άνθρωποι αγράμματοι και ιδιώτες, θαύμαζαν, και τους αναγνώριζαν ότι ήσαν μαζί με τον Ιησού. Βλέποντας, μάλιστα, τον άνθρωπο που είχε θεραπευθεί να στέκεται μαζί τους, δεν είχαν τίποτε να αντείπουν. Και αφού τους πρόσταξαν να βγουν έξω από το συνέδριο, έκαναν μεταξύ τους συμβούλιο, λέγοντας: Τι θα κάνουμε σ’ αυτούς τούς ανθρώπους; Επειδή, ότι ένα αξιοσημείωτο θαύμα έγινε μεν διαμέσου αυτών, είναι φανερό σε όλους όσους κατοικούν στην Ιερουσαλήμ, και δεν μπορούμε να το αρνηθούμε· αλλά, για να μη διαδοθεί περισσότερο στον λαό, ας τους απειλήσουμε αυστηρά να μη μιλούν πλέον στο όνομα τούτο σε κανέναν άνθρωπο.

Και αφού τους κάλεσαν, τους παρήγγειλαν να μη μιλούν καθόλου ούτε να διδάσκουν στο όνομα του Ιησού. Ο δε Πέτρος και ο Ιωάννης, αποκρινόμενοι σ’ αυτούς, είπαν: Αν είναι δίκαιο μπροστά στον Θεό, να ακούμε εσάς μάλλον παρά τον Θεό, κρίνετέ το εσείς. επειδή, εμείς δεν μπορούμε να μη λέμε όσα είδαμε και ακούσαμε.

Και εκείνοι, αφού τους απείλησαν ξανά, τους απέλυσαν, μη βρίσκοντας το πώς να τους τιμωρήσουν, εξαιτίας τού λαού· για τον λόγο ότι, όλοι δόξαζαν τον Θεό για το γεγονός. Επειδή, ο άνθρωπος στον οποίο έγινε αυτό το θαύμα τής θεραπείας, ήταν περισσότερο από 40 χρόνων.

Και αφού απολύθηκαν, ήρθαν στους οικείους, και ανήγγειλαν όσα τούς είπαν οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι. Και εκείνοι, καθώς τα άκουσαν, ύψωσαν τη φωνή τους προς τον Θεό ως μια ψυχή, και είπαν: Δέσποτα, εσύ είσαι ο Θεός, που έκανες τον ουρανό και τη γη και τη θάλασσα, και όλα όσα είναι μέσα σ’αυτά· ο οποίος είπες με το στόμα τού Δαβίδ τού δούλου σου: «Γιατί φρύαξαν τα έθνη, και οι λαοί μελέτησαν μάταια; Παραστάθηκαν οι βασιλιάδες τής γης, και οι άρχοντες συγκεντρώθηκαν μαζί ενάντια στον Κύριο, και ενάντια στον Χριστό του». Επειδή, στ’ αλήθεια, συγκεντρώθηκαν ενάντια στον άγιο παίδα σου, τον Ιησού -αυτόν που έχρισες- και ο Ηρώδης, και ο Πόντιος Πιλάτος, μαζί με τα έθνη και τους λαούς τού Ισραήλ, για να κάνουν όσα το χέρι σου και η βουλή σου προόρισε να γίνουν. Και τώρα, Κύριε, δες στις απειλές τους, και δώσε στους δούλους σου να μιλούν τον λόγο σου με κάθε παρρησία, εκτείνοντας το χέρι σου σε θεραπεία, και σημεία και τέρατα που να γίνονται διαμέσου τού ονόματος του αγίου παιδός σου, του Ιησού.

Ύστερα δε από τη δέησή τους, σείστηκε ο τόπος όπου ήσαν συγκεντρωμένοι· και όλοι έγιναν πλήρεις από το Άγιο Πνεύμα, και μιλούσαν τον λόγο τού Θεού με παρρησία.

Λουκάς

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε

Αποκατάστασης

Και ο Πέτρος και ο Ιωάννης ανέβαιναν μαζί στο ιερό, κατά την ένατη ώρα τής προσευχής. Και ένας άνδρας, που ήταν χωλός από την κοιλιά τής μητέρας του, βασταζόταν, τον οποίο έβαζαν καθημερινά κοντά στη θύρα τού ιερού, που λεγόταν Ωραία, για να ζητάει ελεημοσύνη από εκείνους που έμπαιναν μέσα στο ιερό. Αυτός, βλέποντας τον Πέτρο και τον Ιωάννη, που επρόκειτο να μπουν μέσα στο ιερό, ζητούσε να πάρει ελεημοσύνη.

Και ο Πέτρος, μαζί με τον Ιωάννη, αφού τον ατένισε, είπε: Κοίταξε σε μας. Και εκείνος τούς κοίταξε με προσοχή, προσμένοντας να πάρει κάτι απ’ αυτούς.

Ο Πέτρος, όμως, είπε: Ασήμι και χρυσάφι εγώ δεν έχω· αλλά, ό,τι έχω, αυτό σου δίνω: Στο όνομα του Ιησού Χριστού τού Ναζωραίου, σήκω επάνω και περπάτα.

Κι αφού τον έπιασε από το δεξί χέρι, τον σήκωσε· κι αμέσως στερεώθηκαν οι βάσεις και τα σφυρά των ποδιών του· και αφού αναπήδησε, στάθηκε όρθιος και περπατούσε· και μπήκε μαζί τους μέσα στο ιερό, περπατώντας και πηδώντας και δοξάζοντας τον Θεό. Και τον είδε ολόκληρος ο λαός να περπατάει και να δοξάζει τον Θεό· και τον γνώριζαν ότι αυτός ήταν εκείνος που καθόταν για ελεημοσύνη στην Ωραία πύλη τού ιερού· και γέμισαν από θαυμασμό και έκσταση γι’ αυτό που έγινε σ’ αυτόν.

Και ενώ ο χωλός που γιατρεύτηκε κρατούσε τον Πέτρο και τον Ιωάννη, ολόκληρος ο λαός έτρεξε μαζί προς αυτούς, στη στοά, που λέγεται του Σολομώντα, έκθαμβοι. Και βλέποντας ο Πέτρος, αποκρίθηκε στον λαό: Άνδρες Ισραηλίτες, γιατί θαυμάζετε γι’ αυτό; Ή, γιατί ατενίζετε σε μας, σαν, από δική μας δύναμη ή ευσέβεια, να κάναμε να περπατάει αυτός;
Ο Θεός τού Αβραάμ και του Ισαάκ και του Ιακώβ, ο Θεός των πατέρων μας, δόξασε τον Υιό του, τον Ιησού, που εσείς παραδώσατε, και τον αρνηθήκατε μπροστά στον Πιλάτο, ενώ εκείνος έκρινε να τον απολύσει. Εσείς, όμως, αρνηθήκατε τον άγιο και τον δίκαιο, και ζητήσατε να σας χαριστεί ένας άνδρας φονιάς. Ενώ, τον αρχηγό τής ζωής, τον θανατώσατε, τον οποίο ο Θεός ανέστησε από τους νεκρούς, για τον οποίο εμείς είμαστε μάρτυρες. Και διαμέσου τής πίστης στο όνομά του, αυτόν που βλέπετε και γνωρίζετε, το δικό του όνομα στερέωσε· και η πίστη, που ενεργείται διαμέσου αυτού, έδωσε σ’ αυτόν τούτη την τέλεια υγεία μπροστά σε όλους εσάς.

Και τώρα, αδελφοί, ξέρω ότι από άγνοια πράξατε, όπως και οι άρχοντές σας. Και ο Θεός, όσα προείπε με το στόμα όλων των προφητών του, ότι ο Χριστός επρόκειτο να πάθει, το εκπλήρωσε έτσι. Μετανοήστε, λοιπόν, και επιστρέψτε, για να εξαλειφθούν οι αμαρτίες σας, για νάρθουν καιροί αναψυχής από την παρουσία τού Κυρίου, και να αποστείλει σε σας τον προαναγγελμένον Ιησού Χριστό· τον οποίο πρέπει να δεχθεί ο ουρανός μέχρι τούς καιρούς τής αποκατάστασης, για όλα όσα μίλησε ο Θεός από παλιά με το στόμα όλων των αγίων προφητών του. Επειδή, ο Μωυσής είπε στους πατέρες ότι: «Ο Κύριος ο Θεός σας θα σηκώσει σε σας προφήτην από τους αδελφούς σας, σαν κι εμένα· αυτόν θα ακούτε σύμφωνα με όλα όσα θα μιλήσει σε σας. Και κάθε ψυχή, που δεν θα ακούσει εκείνον τον προφήτη, θα εξολοθρευτεί από τον λαό».

Και μάλιστα, όλοι οι προφήτες από τον Σαμουήλ και εφεξής, όσοι μίλησαν, προανήγγειλαν και τούτες τις ημέρες. Εσείς είστε γιοι των προφητών, και της διαθήκης, που ο Θεός έκανε προς τους πατέρες μας, λέγοντας στον Αβραάμ: «Και στο σπέρμα σου θα ευλογηθούν όλες οι φυλές της γης».

Ο Θεός, πρώτα σε σας, αφού ανέστησε τον Υιό του, τον Ιησού, τον έστειλε για να σας ευλογεί, όταν κάθε ένας επιστρέφετε από τις πονηρίες σας.

Λουκάς

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε

Τι σημαίνει αυτό;

Και όταν ήρθε η ημέρα τής Πεντηκοστής, όλοι ήσαν με ομοψυχία στον ίδιο τόπο.

Και ξαφνικά έγινε ήχος από τον ουρανό, σαν άνεμος που ερχόταν με βία, και γέμισε ολόκληρο το σπίτι όπου ήσαν καθισμένοι. Και φάνηκαν σ’ αυτούς γλώσσες σαν φωτιά να διαμοιράζονται, και κάθησε σε κάθε έναν απ’ αυτούς ξεχωριστά. Και έγιναν όλοι πλήρεις από το Άγιο Πνεύμα, και άρχισαν να μιλούν ξένες γλώσσες, όπως το Πνεύμα έδινε σ’ αυτούς να μιλούν.

Και στην Ιερουσαλήμ κατοικούσαν Ιουδαίοι, ευλαβείς άνδρες από κάθε έθνος, που υπάρχει κάτω από τον ουρανό. Και καθώς έγινε αυτή η φωνή, το πλήθος συγκεντρώθηκε και συνταράχθηκε· επειδή, τους άκουγαν κάθε ένας ξεχωριστά να μιλούν με τη δική του διάλεκτο.

Και όλοι εκπλήττονταν και θαύμαζαν, λέγοντας αναμεταξύ τους: Δέστε, όλοι αυτοί που μιλούν δεν είναι Γαλιλαίοι; Και πώς εμείς τούς ακούμε, κάθε ένας, στη δική μας διάλεκτο στην οποία γεννηθήκαμε; Πάρθοι και Μήδοι και Ελαμίτες, κι αυτοί που κατοικούν στη Μεσοποταμία, και στην Ιουδαία και στην Καππαδοκία, στον Πόντο και στην Ασία, και στη Φρυγία και στην Παμφυλία, στην Αίγυπτο και στα μέρη τής Λιβύης, που είναι προς την Κυρήνη, και οι Ρωμαίοι που παρεπιδημούν εδώ, και Ιουδαίοι και προσήλυτοι, Κρητικοί και Άραβες, τους ακούμε να μιλούν στις γλώσσες μας τα μεγαλεία τού Θεού.

Θαύμαζαν δε όλοι και απορούσαν, λέγοντας ο ένας προς τον άλλον: Τι σημαίνει αυτό;

Άλλοι, μάλιστα, χλευάζοντας έλεγαν ότι: Είναι γεμάτοι από μούστο.

Και ο Πέτρος, αφού στάθηκε όρθιος μαζί με τους έντεκα, ύψωσε τη φωνή του, και μίλησε σ’ αυτούς: Άνδρες Ιουδαίοι και όλοι όσοι κατοικείτε στην Ιερουσαλήμ, ας είναι σε σας γνωστό τούτο, κι ακούστε τα λόγια μου. Επειδή, αυτοί δεν είναι μεθυσμένοι, όπως εσείς νομίζετε· επειδή, είναι η τρίτη ώρα τής ημέρας· αλλά, τούτο είναι εκείνο που ειπώθηκε από τον προφήτη Ιωήλ: «Και κατά τις έσχατες ημέρες, λέει ο Θεός, θα ξεχύσω από το πνεύμα μου επάνω σε κάθε σάρκα· και θα προφητεύσουν οι γιοι σας και οι θυγατέρες σας, και οι νέοι σας θα δουν οράσεις, και οι πρεσβύτεροί σας θα δουν όνειρα· κι ακόμα, επάνω στους δούλους μου κι επάνω στις δούλες μου κατά τις ημέρες εκείνες θα ξεχύνω από το πνεύμα μου, και θα προφητεύσουν· και θα δείξω τέρατα επάνω στον ουρανό, και σημεία κάτω στη γη, αίμα και φωτιά και αναθυμίαση καπνού· και ο ήλιος θα μετατραπεί σε σκοτάδι, και το φεγγάρι σε αίμα, πριν έρθει η ημέρα τού Κυρίου η μεγάλη και επιφανής. Και καθένας που θα επικαλεστεί το όνομα του Κυρίου, θα σωθεί».

Άνδρες Ισραηλίτες, ακούστε τούτα τα λόγια· τον Ιησού τον Ναζωραίο, άνδρα που αποδείχθηκε σε σας από τον Θεό με δυνάμεις και τέρατα και σημεία, τα οποία ο Θεός έκανε ανάμεσά σας διαμέσου αυτού, όπως ξέρετε κι εσείς, τούτον, παίρνοντάς τον, παραδομένον σύμφωνα με την ορισμένη βουλή και πρόγνωση του Θεού, με άνομα χέρια, αφού τον σταυρώσατε, τον θανατώσατε· τον οποίο ο Θεός ανέστησε, λύνοντας τις ωδίνες τού θανάτου, δεδομένου ότι δεν ήταν δυνατόν να κρατιέται απ’ αυτόν. Επειδή, ο Δαβίδ λέει γι’ αυτόν: «Έβλεπα τον Κύριο μπροστά μου διαρκώς, επειδή είναι από τα δεξιά μου, για να μη σαλευτώ. Γι’ αυτό, ευφράνθηκε η καρδιά μου, και αγαλλίασε η γλώσσα μου· ακόμα δε και η σάρκα μου θα αναπαυθεί με ελπίδα. Επειδή, δεν θα εγκαταλείψεις την ψυχή μου στον άδη ούτε θα αφήσεις τον όσιό σου να δει φθορά. Μου φανέρωσες δρόμους ζωής· θα με χορτάσεις από ευφροσύνη με το πρόσωπό σου».

Άνδρες αδελφοί, μπορώ να σας πω με παρρησία για τον πατριάρχη Δαβίδ, ότι και πέθανε και θάφτηκε, και το μνήμα του είναι μεταξύ μας μέχρι αυτή την ημέρα. Επειδή, λοιπόν, ήταν προφήτης, και ήξερε ότι ο Θεός ορκίστηκε σ’ αυτόν με όρκο, ότι από τον καρπό τής οσφύος του θα σηκώσει κατά σάρκα τον Χριστό, για να τον καθίσει επάνω στον θρόνο του, προβλέποντας μίλησε για την ανάσταση του Χριστού, ότι η ψυχή του δεν εγκαταλείφθηκε στον άδη ούτε η σάρκα του είδε φθορά. Τούτον τον Ιησού ο Θεός τον ανέστησε, για τον οποίο εμείς είμαστε μάρτυρες. Αφού, λοιπόν, υψώθηκε με το δεξί χέρι τού Θεού, και πήρε από τον Πατέρα την υπόσχεση του Αγίου Πνεύματος, το ξέχυσε, αυτό που τώρα εσείς βλέπετε και ακούτε. Επειδή, ο Δαβίδ δεν ανέβηκε στους ουρανούς· λέει, όμως, ο ίδιος: «Είπε ο Κύριος στον Κύριό μου: Κάθησε από τα δεξιά μου, μέχρις ότου βάλω τους εχθρούς σου ως υποπόδιο των ποδιών σου».

Ας ξέρει, λοιπόν, ο Ισραήλ με βεβαιότητα, ότι, ο Θεός έκανε Κύριο και Χριστό, τούτον τον Ιησού, τον οποίο εσείς σταυρώσατε.

Και όταν τα άκουσαν αυτά, η καρδιά τους ήρθε σε κατάνυξη, και είπαν στον Πέτρο και στους υπόλοιπους αποστόλους: Τι πρέπει να κάνουμε, άνδρες αδελφοί;

Και ο Πέτρος είπε σ’ αυτούς: Να μετανοήσετε, και κάθε ένας από σας να βαπτιστεί στο όνομα του Ιησού Χριστού, σε άφεση αμαρτιών· και θα λάβετε τη δωρεά τού Αγίου Πνεύματος· επειδή, η υπόσχεση είναι προς εσάς και προς τα παιδιά σας, και προς όλους εκείνους που είναι μακριά, όσους θα προσκαλέσει ο Κύριος ο Θεός μας.

Και με άλλα πολλά λόγια διαμαρτυρόταν και πρότρεπε, λέγοντας: Να σωθείτε από τούτη τη διεστραμμένη γενεά. Εκείνοι, λοιπόν, αφού με χαρά δέχθηκαν τον λόγο του, βαπτίστηκαν· και προστέθηκαν εκείνη την ημέρα περίπου 3.000 ψυχές.

Και έμεναν σταθερά στη διδασκαλία των αποστόλων, και στην κοινωνία, και στην κοπή τού άρτου και στις προσευχές. Και κάθε ψυχή την κατέλαβε φόβος· και διαμέσου των αποστόλων γίνονταν πολλά τέρατα και σημεία. Και όλοι εκείνοι που πίστευαν ήσαν μαζί, και είχαν τα πάντα κοινά· και πουλούσαν τα κτήματα και τα υπάρχοντά τους και τα μοίραζαν σε όλους, σύμφωνα με ό,τι κάθε ένας είχε ανάγκη. Και καθημερινά έμεναν σταθερά ως μια ψυχή μέσα στο ιερό, και έκοβαν τον άρτο σε σπίτια· και έτρωγαν μαζί την τροφή με αγαλλίαση και απλότητα καρδιάς, δοξολογώντας τον Θεό, και βρίσκοντας χάρη μπροστά σε ολόκληρο τον λαό. Και ο Κύριος πρόσθετε καθημερινά στην εκκλησία αυτούς που σώζονταν.

Λουκάς

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε

Δύναμη

Την πρώτη διήγηση, βέβαια, έκανα, ω Θεόφιλε, για όλα όσα ο Ιησούς άρχισε να κάνει και να διδάσκει, μέχρι την ημέρα κατά την οποία αναλήφθηκε, αφού διαμέσου τού Αγίου Πνεύματος έδωσε εντολές στους αποστόλους, που διάλεξε· στους οποίους και φανέρωσε τον εαυτό του ζωντανό, μετά το πάθος του, με πολλά τεκμήρια, καθώς εμφανιζόταν σ’ αυτούς για 40 ημέρες, λέγοντάς τους τα σχετικά με τη βασιλεία τού Θεού.

Και καθώς συναναστρεφόταν μαζί τους, τους παρήγγειλε να μη απομακρυνθούν από τα Ιεροσόλυμα, αλλά να περιμένουν την υπόσχεση του Πατέρα, που ακούσατε, τους είπε, από μένα. Επειδή, ο μεν Ιωάννης βάπτισε με νερό, εσείς όμως θα βαπτιστείτε με Άγιο Πνεύμα, όχι ύστερα από πολλές ημέρες.

Εκείνοι, λοιπόν, καθώς συγκεντρώθηκαν τον ρωτούσαν, λέγοντας: Κύριε, τάχα σε τούτο τον καιρό αποκαθιστάς τη βασιλεία στον Ισραήλ;

Και τους είπε: Δεν ανήκει σε σας να γνωρίζετε τα χρόνια ή τους καιρούς, που ο Πατέρας έβαλε στη δική του εξουσία· αλλά, θα πάρετε δύναμη, όταν έρθει επάνω σας το Άγιο Πνεύμα· και θα είστε μάρτυρες για μένα και στην Ιερουσαλήμ και σε ολόκληρη την Ιουδαία και στη Σαμάρεια, και μέχρι το τελευταίο άκρο τής γης.

Και όταν τα είπε αυτά, ενώ αυτοί τον έβλεπαν, αναλήφθηκε, και από κάτω του μια νεφέλη τον πήρε από τα μάτια τους.

Και ενώ αυτοί εξακολουθούσαν να ατενίζουν στον ουρανό, καθώς αυτός ανέβαινε, ξάφνου, δύο άνδρες με λευκά ενδύματα στάθηκαν κοντά τους· οι οποίοι και είπαν: Άνδρες Γαλιλαίοι, γιατί στέκεστε κοιτάζοντας στον ουρανό; Αυτός ο Ιησούς, που αναλήφθηκε από σας στον ουρανό, θάρθει έτσι, με τον ίδιο τρόπο που τον είδατε να πορεύεται στον ουρανό.

Τότε, επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ από το βουνό που αποκαλείται των Ελαιών, το οποίο είναι κοντά στην Ιερουσαλήμ, απέχοντας δρόμον σαββάτου. Και όταν μπήκαν μέσα, ανέβηκαν στο ανώγειο, όπου είχαν το κατάλυμα, ο Πέτρος και ο Ιάκωβος, και ο Ιωάννης και ο Ανδρέας, ο Φίλιππος και ο Θωμάς, ο Βαρθολομαίος και ο Ματθαίος, ο Ιάκωβος του Αλφαίου, και ο Σίμωνας ο Ζηλωτής, και ο Ιούδας τού Ιακώβου. Όλοι αυτοί προσκαρτερούσαν με μια ψυχή στην προσευχή και τη δέηση, μαζί με τις γυναίκες και τη Μαρία, τη μητέρα τού Ιησού, και μαζί με τους αδελφούς του.

Και κατά τις ημέρες αυτές, ο Πέτρος, αφού σηκώθηκε στο μέσον των μαθητών, είπε, (ο δε αριθμός των παρόντων εκεί ήταν περίπου 120): Άνδρες αδελφοί, έπρεπε να εκπληρωθεί η γραφή αυτή, που το Άγιο Πνεύμα είχε προείπει διαμέσου τού στόματος του Δαβίδ για τον Ιούδα, ο οποίος έγινε οδηγός σ’ αυτούς που συνέλαβαν τον Ιησού· επειδή, ήταν συγκαταριθμημένος με μας, και πήρε τη μερίδα αυτής τής διακονίας.

Αυτός, λοιπόν, απέκτησε ένα χωράφι από τον μισθό τής αδικίας, και αφού έπεσε μπρούμυτα, σχίστηκε στο μέσον, και ξεχύθηκαν όλα τα εντόσθιά του· και έγινε γνωστό σε όλους όσους κατοικούν στην Ιερουσαλήμ, ώστε το χωράφι εκείνο ονομάστηκε στη δική τους διάλεκτο: Ακελδαμά, δηλαδή: Χωράφι αίματος.

Επειδή, είναι γραμμένο στο βιβλίο των Ψαλμών: «Ας γίνει η κατοικία του έρημη, και ας μη υπάρχει κάποιος που να κατοικεί σ’ αυτή», και: «Άλλος ας πάρει την επισκοπή του». Πρέπει, λοιπόν, από τους άνδρες, που συμπαραβρέθηκαν μαζί μας καθόλο τον καιρό, κατά τον οποίο ο Κύριος Ιησούς μπήκε και βγήκε ανάμεσά μας, αρχίζοντας από το βάπτισμα του Ιωάννη μέχρι την ημέρα κατά την οποία αναλήφθηκε από μας, ένας από τούτους να γίνει μαζί μας μάρτυρας της ανάστασής του.

Και έστησαν δύο, τον Ιωσήφ, τον ονομαζόμενο Βαρσαβά, που αποκλήθηκε Ιούστος, και τον Ματθία. Και αφού προσευχήθηκαν, είπαν: Εσύ, Κύριε, καρδιογνώστη όλων, ανάδειξε έναν από τούτους τούς δύο, που τον διάλεξες, για να πάρει τη μερίδα αυτής της διακονίας και αποστολής, από την οποία ο Ιούδας ξέπεσε για να πάει στον τόπο του. Και έδωσαν τους κλήρους τους· και ο κλήρος έπεσε στον Ματθία, και συγκαταψηφίστηκε μαζί με τους έντεκα αποστόλους.

Λουκάς

 

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε

Την τρίτη φορά

Υστερα απ’ αυτά, ο Ιησούς φανέρωσε ξανά τον εαυτό του στους μαθητές του κοντά στη θάλασσα της Τιβεριάδας· φανέρωσε δε τον εαυτό του ως εξής. Ήσαν μαζί ο Σίμωνας Πέτρος και ο Θωμάς, που λέγεται Δίδυμος, και ο Ναθαναήλ, αυτός από την Κανά τής Γαλιλαίας, και οι γιοι τού Ζεβεδαίου, και άλλοι δύο από τους μαθητές του.

Ο Σίμωνας Πέτρος λέει σ’ αυτούς: Πηγαίνω να ψαρέψω.

Του λένε: Ερχόμαστε και εμείς μαζί σου. Βγήκαν έξω και ανέβηκαν αμέσως στο πλοίο, και κατά τη νύχτα εκείνη δεν έπιασαν τίποτε.

Και όταν έγινε ήδη πρωί, ο Ιησούς στάθηκε στον γιαλό· οι μαθητές, όμως, δεν γνώριζαν ότι είναι ο Ιησούς.

Ο Ιησούς, λοιπόν, λέει σ’ αυτούς: Παιδάκια, μήπως έχετε κάτι για προσφάι;

Του αποκρίθηκαν: Όχι.

Και εκείνος είπε σ’ αυτούς: Ρίξτε τό δίχτυ στα δεξιά μέρη τού πλοίου, και θα βρείτε. Έρριξαν, λοιπόν, και δεν μπόρεσαν πλέον να το τραβήξουν εξαιτίας τού πλήθους των ψαριών.

Λέει, λοιπόν, στον Πέτρο ο μαθητής εκείνος, τον οποίο αγαπούσε ο Ιησούς: Ο Κύριος είναι. Και ο Σίμωνας Πέτρος, μόλις άκουσε ότι είναι ο Κύριος, ζώστηκε ολόγυρα τον επενδύτη, (επειδή ήταν γυμνός), και έπεσε στη θάλασσα. Οι άλλοι μαθητές, όμως, ήρθαν με το μικρό πλοίο (επειδή, δεν ήσαν μακριά από την ξηρά, αλλά περίπου 200 πήχες), τραβώντας το δίχτυ των ψαριών. Καθώς, λοιπόν, βγήκαν στην ξηρά, βλέπουν να υπάρχει μια ανθρακιά, και ένα ψάρι να βρίσκεται επάνω της, και ψωμί.

Ο Ιησούς λέει σ’ αυτούς: Φέρτε από τα ψάρια, που τώρα πιάσατε. Ο Σίμωνας Πέτρος ανέβηκε και τράβηξε το δίχτυ επάνω στην ξηρά, που ήταν γεμάτο με 153 μεγάλα ψάρια· και ενώ ήσαν τόσα, το δίχτυ δεν σχίστηκε. Ο Ιησούς λέει σ’ αυτούς: Ελάτε, γευματίστε. Κανένας, όμως, από τους μαθητές δεν τολμούσε να τον εξετάσει: Εσύ, ποιος είσαι; Ξέροντας ότι είναι ο Κύριος. Ο Ιησούς, λοιπόν, έρχεται και παίρνει το ψωμί, και τους το δίνει, παρόμοια και το ψάρι. Αυτή ήταν κιόλας η τρίτη φορά κατά την οποία ο Ιησούς φανερώθηκε στους μαθητές του, αφότου αναστήθηκε από τους νεκρούς.

Αφού, λοιπόν, γευμάτισαν, ο Ιησούς λέει στον Σίμωνα Πέτρο: Σίμωνα του Ιωνά, με αγαπάς περισσότερο τούτων;

Του λέει: Ναι, Κύριε, εσύ ξέρεις ότι σε αγαπώ.

Του λέει: Βόσκε τα αρνιά μου.

Του λέει ξανά για δεύτερη φορά: Σίμωνα του Ιωνά, με αγαπάς;

Του λέει: Ναι, Κύριε· εσύ ξέρεις ότι σε αγαπώ.

Του λέει: Ποίμαινε τα πρόβατά μου.

Λέει σ’ αυτόν την τρίτη φορά: Σίμωνα του Ιωνά, με αγαπάς;

Ο Πέτρος λυπήθηκε που του είπε την τρίτη φορά: Με αγαπάς; Και είπε σ’ αυτόν: Κύριε, εσύ ξέρεις τα πάντα· εσύ γνωρίζεις ότι σε αγαπώ.

Του λέει ο Ιησούς: Βόσκε τα πρόβατά μου. Σε διαβεβαιώνω απόλυτα, όταν ήσουν νεότερος, έζωνες τον εαυτό σου, και περπατούσες όπου ήθελες· αφού γεράσεις, όμως, θα απλώσεις τα χέρια σου, και άλλος θα σε ζώσει, και θα σε φέρει όπου δεν θέλεις. Και τούτο το είπε, δείχνοντας με ποιον θάνατο πρόκειται να δοξάσει τον Θεό. Και αφού το είπε αυτό, του λέει: Ακολούθα με.

Και ο Πέτρος, καθώς στράφηκε προς τα πίσω, βλέπει να ακολουθεί ο μαθητής, τον οποίο αγαπούσε ο Ιησούς, που κατά το δείπνο είχε γείρει επάνω στο στήθος του, και είχε πει: Κύριε, ποιος είναι αυτός που σε παραδίνει; Βλέποντας ο Πέτρος τούτον, λέει στον Ιησού: Κύριε, και αυτός τι;

Ο Ιησούς λέει σ’ αυτόν: Αν θέλω αυτόν να μένει μέχρις ότου έρθω, τι ως προς εσένα; Εσύ, ακολούθα με. Διαδόθηκε, λοιπόν, αυτός ο λόγος στους αδελφούς, ότι εκείνος ο μαθητής δεν πεθαίνει. Ο Ιησούς, όμως, δεν του είπε ότι, δεν πεθαίνει, αλλά: Αν θέλω αυτός να μένει μέχρις ότου έρθω, τι ως προς εσένα;

Αυτός είναι ο μαθητής, ο οποίος δίνει μαρτυρία γι’ αυτά, και τα έγραψε· και ξέρουμε ότι η μαρτυρία του είναι αληθινή.

ΕΙΝΑΙ δε και πολλά άλλα, όσα έκανε ο Ιησούς, τα οποία αν γραφούν ένα προς ένα, ούτε ολόκληρος ο κόσμος, νομίζω, δεν θα χωρούσε τα βιβλία που θα γράφονταν. Αμήν.

Ιωάννης

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε

Χάρηκαν

Και την πρώτη ημέρα τής εβδομάδας, η Μαρία η Μαγδαληνή έρχεται το πρωί στο μνήμα, ενώ ακόμα ήταν σκοτάδι, και βλέπει την πέτρα σηκωμένη από το μνήμα. Τρέχει, λοιπόν, και έρχεται στον Σίμωνα Πέτρο, και στον άλλον μαθητή, τον οποίο αγαπούσε ο Ιησούς, και τους λέει: Σήκωσαν τον Κύριο από το μνήμα, και δεν ξέρουμε πού τον έβαλαν.

Βγήκε, λοιπόν, έξω ο Πέτρος και ο άλλος μαθητής, και έρχονταν στο μνήμα. Έτρεχαν δε και οι δύο μαζί· και ο άλλος μαθητής έτρεξε ταχύτερα μπροστά από τον Πέτρο, και ήρθε πρώτος στο μνήμα· και αφού έσκυψε προς τα μέσα, βλέπει να κείτονται τα σάβανα καταγής· όμως, δεν μπήκε μέσα.

Έρχεται, λοιπόν, ο Σίμωνας Πέτρος ακολουθώντας τον, και μπήκε μέσα στο μνήμα, και κοιτάζει τα σάβανα να κείτονται καταγής, και το σουδάριο, που ήταν επάνω στο κεφάλι του, να μη κείτεται μαζί με τα σάβανα, αλλά τυλιγμένο χωριστά σε ένα μέρος. Τότε, λοιπόν, μπήκε μέσα και ο άλλος μαθητής, που είχε έρθει πρώτος στο μνήμα, και είδε, και πίστεψε· επειδή, δεν καταλάβαιναν ακόμα τη γραφή, ότι αυτός πρέπει να αναστηθεί από τους νεκρούς. Οι μαθητές, λοιπόν, αναχώρησαν ξανά στα δικά τους.

Η δε Μαρία στεκόταν έξω, κοντά στο μνήμα, κλαίγοντας· ενώ, λοιπόν, έκλαιγε, έσκυψε στο μνημείο· και βλέπει δύο αγγέλους λευκοντυμένους, καθισμένους, έναν κοντά στο κεφάλι, και έναν κοντά στα πόδια, εκεί όπου είχε τοποθετηθεί το σώμα τού Ιησού.

Και εκείνοι λένε σ’ αυτήν: Γυναίκα, γιατί κλαις;

Λέει σ’ αυτούς: Επειδή, σήκωσαν τον Κύριό μου, και δεν ξέρω πού τον έβαλαν. Και αφού είπε αυτά, στράφηκε προς τα πίσω, και βλέπει τον Ιησού να στέκεται, και δεν ήξερε ότι είναι ο Ιησούς.

Ο Ιησούς λέει σ’ αυτήν: Γυναίκα, γιατί κλαις; Ποιον ζητάς;

Εκείνη, νομίζοντας ότι είναι ο κηπουρός, λέει σ’ αυτόν: Κύριε, αν εσύ τον σήκωσες, πες μου, πού τον έβαλες, και εγώ θα τον σηκώσω.

Ο Ιησούς λέει σ’ αυτήν: Μαρία.

Εκείνη, αφού στράφηκε, λέει σ’ αυτόν: Ραββουνί! (που, σημαίνει: Δάσκαλε).

Ο Ιησούς λέει σ’ αυτήν: Μη με αγγίζεις· επειδή, δεν ανέβηκα ακόμα προς τον Πατέρα μου· αλλά, πήγαινε στους αδελφούς μου, και πες τους: Ανεβαίνω προς τον Πατέρα μου και Πατέρα σας, και Θεό μου και Θεό σας.

Η Μαρία η Μαγδαληνή έρχεται και αναγγέλλει στους μαθητές ότι είδε τον Κύριο, και ότι της είπε αυτά.

Το βράδυ, λοιπόν, εκείνης τής ημέρας, την πρώτη ημέρα τής εβδομάδας, ενώ οι θύρες ήσαν κλεισμένες, όπου ήσαν συγκεντρωμένοι οι μαθητές εξαιτίας τού φόβου των Ιουδαίων, ο Ιησούς ήρθε, και στάθηκε στο μέσον, και τους λέει: Ειρήνη σε σας. Και όταν το είπε αυτό, τους έδειξε τα χέρια και την πλευρά του. Χάρηκαν, λοιπόν, οι μαθητές που είδαν τον Κύριο.

Και ξανά ο Ιησούς είπε σ’ αυτούς: Ειρήνη σε σας· όπως με απέστειλε ο Πατέρας, και εγώ αποστέλλω εσάς. Και μόλις το είπε αυτό, φύσηξε προς αυτούς, και τους λέει: Λάβετε Πνεύμα Άγιο. Αν τις αμαρτίες κάποιων συγχωρέσετε, είναι σ’ αυτούς συγχωρεμένες· αν κάποιων τις κρατάτε, είναι κρατημένες.

Ο Θωμάς, όμως, ένας από τους 12, που λέγεται Δίδυμος, δεν ήταν μαζί τους όταν ήρθε ο Ιησούς. Του έλεγαν, λοιπόν, οι άλλοι μαθητές: Είδαμε τον Κύριο.

Και εκείνος είπε σ’ αυτούς: Αν δεν δω στα χέρια του το σημάδι των καρφιών, και δεν βάλω το δάχτυλό μου στο σημάδι των καρφιών, και δεν βάλω το χέρι μου στην πλευρά του, δεν θα πιστέψω.

Και έπειτα από οκτώ ημέρες, οι μαθητές του ήσαν πάλι μέσα στο σπίτι, και ο Θωμάς μαζί τους. Ενώ οι θύρες ήσαν κλεισμένες, έρχεται ο Ιησούς, και στάθηκε στο μέσον, και είπε: Ειρήνη σε σας. Έπειτα, λέει στον Θωμά: Φέρε εδώ το δάχτυλό σου, και δες τα χέρια μου· και φέρε το χέρι σου και βάλε στην πλευρά μου· και μη γίνεσαι άπιστος, αλλά πιστός.

Και ο Θωμάς αποκρίθηκε, και είπε σ’ αυτόν: Ο Κύριός μου, και ο Θεός μου.

Ο Ιησούς λέει σ’ αυτόν: Θωμά, επειδή με είδες, πίστεψες· μακάριοι όσοι δεν είδαν, και πίστεψαν.

Και πολλά άλλα θαύματα έκανε ο Ιησούς μπροστά στους μαθητές του, που δεν είναι γραμμένα σε τούτο το βιβλίο. Τούτα, όμως, γράφτηκαν, για να πιστέψετε ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός, ο Υιός τού Θεού, και πιστεύοντας να έχετε ζωή στο όνομά του.

Ιωάννης

 

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε

Στο μέσον

Και παρέλαβαν τον Ιησού, και τον οδήγησαν έξω. Και βαστάζοντας τον σταυρό του βγήκε έξω στην τοποθεσία, που λέγεται τόπος Κρανίου, ο οποίος στην Εβραϊκή λέγεται Γολγοθάς· όπου τον σταύρωσαν, και άλλους δύο μαζί του, από τη μια και από την άλλη πλευρά, στο μέσον δε τον Ιησού.

Ο δε Πιλάτος έγραψε και έναν τίτλο, και τον έβαλε επάνω στον σταυρό· και ήταν γραμμένο: Ο ΙΗΣΟΥΣ Ο ΝΑΖΩΡΑΙΟΣ Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΩΝ ΙΟΥΔΑΙΩΝ. Κι αυτό τον τίτλο τον διάβασαν πολλοί από τους Ιουδαίους· επειδή, ο τόπος όπου σταυρώθηκε ο Ιησούς ήταν κοντά στην πόλη· και ήταν γραμμένο στα Εβραϊκά, Ελληνικά, Ρωμαϊκά. Οι αρχιερείς των Ιουδαίων έλεγαν, λοιπόν, στον Πιλάτο: Μη γράφε: Ο βασιλιάς των Ιουδαίων, αλλά ότι εκείνος είπε: Είμαι βασιλιάς των Ιουδαίων.

Ο Πιλάτος αποκρίθηκε: Ό,τι έγραψα, έγραψα.

Οι στρατιώτες, λοιπόν, αφού σταύρωσαν τον Ιησού, πήραν τα ιμάτιά του, και έκαναν τέσσερα μερίδια, ένα μερίδιο σε κάθε έναν στρατιώτη, και τον χιτώνα· ο χιτώνας, μάλιστα, ήταν άρραφος, υφαντός ολόκληρος, από πάνω μέχρι κάτω.

Είπαν, λοιπόν, αναμεταξύ τους: Ας μη τον σχίσουμε, αλλά ας ρίξουμε γι’ αυτόν λαχνό, τίνος θα είναι· για να εκπληρωθεί η γραφή που λέει: «Διαμοιράστηκαν τα ιμάτιά μου αναμεταξύ τους, και στον ιματισμό μου έβαλαν κλήρο». Οι μεν, λοιπόν, στρατιώτες αυτά έκαναν.

Και κοντά στον σταυρό τού Ιησού στέκονταν η μητέρα του, και η αδελφή τής μητέρας του, η Μαρία, η γυναίκα τού Κλωπά, και η Μαρία η Μαγδαληνή. Ο Ιησούς, λοιπόν, καθώς είδε τη μητέρα του και τον μαθητή, που αγαπούσε, να στέκεται δίπλα, λέει στη μητέρα του: Γυναίκα, να! ο γιος σου. Έπειτα, λέει στον μαθητή: Να! η μητέρα σου. Και από την ώρα εκείνη ο μαθητής την πήρε στο σπίτι του.

Ύστερα απ’ αυτά, ο Ιησούς, γνωρίζοντας ότι όλα έχουν ήδη τελειώσει, για να εκπληρωθεί η γραφή, λέει: Διψάω. Βρισκόταν δε εκεί ένα σκεύος γεμάτο ξίδι· και εκείνοι, γεμίζοντας ένα σφουγγάρι με ξίδι, αφού το έβαλαν γύρω σε μια δέσμη από ύσσωπο, το έφεραν στο στόμα του. Όταν, λοιπόν, ο Ιησούς το πήρε, είπε: Τετέλεσται· και αφού έγειρε το κεφάλι, παρέδωσε το πνεύμα.

Και οι Ιουδαίοι, για να μη μείνουν τα σώματα επάνω στον σταυρό κατά το σάββατο, επειδή ήταν Παρασκευή, (για τον λόγο ότι, εκείνη η ημέρα τού σαββάτου ήταν μεγάλη), παρακάλεσαν τον Πιλάτο να τους συντρίψουν τα σκέλη, και να τους σηκώσουν. Ήρθαν, λοιπόν, οι στρατιώτες, και στον μεν πρώτο σύντριψαν τα σκέλη του, και στον άλλον που σταυρώθηκε μαζί του. Όταν, όμως, ήρθαν στον Ιησού, καθώς τον είδαν να έχει ήδη πεθάνει, δεν του σύντριψαν τα σκέλη· αλλά, ένας από τους στρατιώτες διατρύπησε με τη λόγχη την πλευρά του, κι αμέσως βγήκε αίμα και νερό. Και αυτός που το είδε δίνει μαρτυρία, και η μαρτυρία του είναι αληθινή, και εκείνος ξέρει ότι λέει την αλήθεια, για να πιστέψετε εσείς. Επειδή, αυτά έγιναν, για να εκπληρωθεί η γραφή: «Κόκαλο δικό του δεν θα συντριφτεί». Και άλλη γραφή, πάλι, λέει: «Θα επιβλέψουν σ’ εκείνον τον οποίο λόγχισαν».

Και ύστερα απ’ αυτά, ο Ιωσήφ, εκείνος από την Αριμαθαία, (που ήταν μαθητής τού Ιησού, κρυμμένος, όμως, εξαιτίας τού φόβου των Ιουδαίων), παρακάλεσε τον Πιλάτο να σηκώσει το σώμα τού Ιησού· και ο Πιλάτος έδωσε την άδεια. Ήρθε, λοιπόν, και σήκωσε το σώμα τού Ιησού. Ήρθε μάλιστα και ο Νικόδημος, (που αρχικά είχε έρθει στον Ιησού μέσα στη νύχτα), φέρνοντας μίγμα από σμύρνα και αλόη 100 περίπου λίτρες. Πήραν, λοιπόν, το σώμα τού Ιησού, και το έδεσαν με σάβανα μαζί με τα αρώματα, όπως είναι συνήθεια στους Ιουδαίους να ενταφιάζουν. Και στον τόπο, όπου σταυρώθηκε, ήταν ένας κήπος, και μέσα στον κήπο υπήρχε ένα καινούργιο μνήμα, στο οποίο κανένας δεν είχε ακόμα τοποθετηθεί.  Εκεί, λοιπόν, έβαλαν τον Ιησού, εξαιτίας τής Παρασκευής των Ιουδαίων, επειδή ήταν κοντά το μνήμα.

Ιωάννης

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε