Τι είναι αλήθεια;

Φέρνουν, λοιπόν, τον Ιησού από το σπίτι τού Καϊάφα στο πραιτώριο· και ήταν πρωί, κι αυτοί δεν μπήκαν στο πραιτώριο, για να μη μολυνθούν, αλλά για να φάνε το Πάσχα. Βγήκε, λοιπόν, σ’ αυτούς ο Πιλάτος, και είπε: Ποια κατηγορία φέρνετε ενάντια σε τούτο τον άνθρωπο;

Του αποκρίθηκαν και είπαν: Αν αυτός δεν ήταν κακοποιός, δεν θα σου τον παραδίναμε.

Ο Πιλάτος, λοιπόν, είπε σ’ αυτούς: Πάρτε τον εσείς, και σύμφωνα με τον νόμο σας δικάστε τον.

Οι Ιουδαίοι, όμως, του είπαν: Εμείς δεν έχουμε εξουσία να θανατώσουμε κανέναν. Για να εκπληρωθεί ο λόγος τού Ιησού, που είπε, δείχνοντας με ποιον θάνατο επρόκειτο να πεθάνει.

Ο Πιλάτος μπήκε, λοιπόν, πάλι μέσα στο πραιτώριο, και φώναξε τον Ιησού, και του είπε: Εσύ είσαι ο βασιλιάς των Ιουδαίων;

Ο Ιησούς αποκρίθηκε σ’ αυτόν: Από μόνος σου το λες εσύ αυτό ή άλλοι σού είπαν για μένα;

Ο Πιλάτος αποκρίθηκε: Μήπως εγώ είμαι Ιουδαίος; Το δικό σου το έθνος και οι αρχιερείς σε παρέδωσαν σε μένα· τι έκανες;

Ο Ιησούς αποκρίθηκε: Η δική μου βασιλεία δεν είναι από τούτο τον κόσμο· αν η δική μου βασιλεία ήταν από τούτο τον κόσμο, οι υπηρέτες μου θα αγωνίζονταν, για να μη παραδοθώ στους Ιουδαίους· τώρα, όμως, η δική μου βασιλεία δεν είναι από εδώ.

Και ο Πιλάτος τού είπε: Λοιπόν, βασιλιάς είσαι εσύ;

Ο Ιησούς αποκρίθηκε: Εσύ λες, ότι εγώ είμαι βασιλιάς. Εγώ γι’ αυτό γεννήθηκα, και γι’ αυτό ήρθα στον κόσμο, προκειμένου να δώσω μαρτυρία για την αλήθεια. Καθένας που είναι από την αλήθεια, ακούει τη φωνή μου.

Ο Πιλάτος λέει σ’ αυτόν: Τι είναι αλήθεια; Και μόλις το είπε αυτό, βγήκε πάλι έξω προς τους Ιουδαίους, και τους λέει: Εγώ δεν βρίσκω σ’ αυτόν κανένα έγκλημα· είναι, μάλιστα, συνήθεια σε σας, να σας απολύσω έναν κατά το Πάσχα· θέλετε, λοιπόν, να σας απολύσω τον βασιλιά των Ιουδαίων;

Όλοι, λοιπόν, κραύγασαν ξανά, λέγοντας: Όχι τούτον· αλλά, τον Βαραββά. Ο δε Βαραββάς ήταν ληστής.

Τότε, λοιπόν, ο Πιλάτος πήρε τον Ιησού, και τον μαστίγωσε. Και οι στρατιώτες, αφού έπλεξαν ένα στεφάνι από αγκάθια, το έβαλαν επάνω στο κεφάλι του, και τον έντυσαν με ένα πορφυρένιο ιμάτιο, και έλεγαν: Χαίρε, ο βασιλιάς των Ιουδαίων· και τον χαστούκιζαν στο πρόσωπο.

Και ο Πιλάτος ξαναβγήκε έξω, και τους λέει: Δέστε, σας τον φέρνω έξω, για να γνωρίσετε ότι δεν βρίσκω σ’ αυτόν κανένα έγκλημα. Ο Ιησούς, λοιπόν, βγήκε έξω ξανά, φορώντας το αγκάθινο στεφάνι και το πορφυρένιο ιμάτιο. Και ο Πιλάτος λέει σ’ αυτούς: Να! ο άνθρωπος.

Και όταν οι αρχιερείς και οι υπηρέτες τον είδαν, κραύγασαν, λέγοντας: Σταύρωσέ τον, σταύρωσέ τον.

Ο Πιλάτος λέει σ’ αυτούς: Πάρτε τον εσείς, και σταυρώστε τον· επειδή, εγώ δεν βρίσκω σ’ αυτόν κανένα έγκλημα.

Οι Ιουδαίοι, λοιπόν, του απάντησαν: Εμείς έχουμε νόμο, και σύμφωνα με τον νόμο μας πρέπει να πεθάνει, επειδή έκανε τον εαυτό του Υιόν τού Θεού.

Και όταν ο Πιλάτος άκουσε αυτό τον λόγο, μάλλον φοβήθηκε, και μπήκε ξανά μέσα στο πραιτώριο, και λέει στον Ιησού: Από πού είσαι εσύ; Και ο Ιησούς δεν του έδωσε απάντηση. Του λέει, λοιπόν, ο Πιλάτος: Δεν μιλάς σε μένα; Δεν ξέρεις ότι εξουσία έχω να σε σταυρώσω, και εξουσία έχω να σε απολύσω;

Ο Ιησούς αποκρίθηκε: Δεν θα είχες καμιά εξουσία εναντίον μου, αν δεν σου ήταν δοσμένη από πάνω· γι’ αυτό, αυτός που με παραδίνει σε σένα, έχει μεγαλύτερη αμαρτία.

Έκτοτε, ο Πιλάτος ζητούσε να τον απολύσει· οι Ιουδαίοι, όμως, έκραζαν λέγοντας: Αν αυτόν τον απολύσεις, δεν είσαι φίλος του Καίσαρα· όποιος κάνει τον εαυτό του βασιλιά, αντιτίθεται στον Καίσαρα.

Όταν ο Πιλάτος άκουσε αυτό τον λόγο, έφερε έξω τον Ιησού, και κάθησε επάνω στο βήμα, στον τόπο που λεγόταν Λιθόστρωτο, και στην Εβραϊκή Γαββαθά. Ήταν δε η Παρασκευή τού Πάσχα, και η ώρα περίπου έκτη· και λέει στους Ιουδαίους: Να! ο βασιλιάς σας.

Και εκείνοι κραύγασαν: Άρον, άρον, σταύρωσέ τον.

Ο Πιλάτος λέει σ’ αυτούς: Τον βασιλιά σας να σταυρώσω;

Οι αρχιερείς αποκρίθηκαν: Δεν έχουμε βασιλιά, παρά μονάχα τον Καίσαρα.

Τότε, λοιπόν, τον παρέδωσε σ’ αυτούς, για να σταυρωθεί.

Ιωάννης

 

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε

Στον κήπο

Ο Ιησούς, αφού είπε αυτά, βγήκε έξω μαζί με τους μαθητές του πέρα από τον χείμαρρο των Κέδρων, όπου ήταν ένας κήπος, στον οποίο μπήκε μέσα αυτός και οι μαθητές του.

Ήξερε μάλιστα τον τόπο και ο Ιούδας, που τον παρέδινε· επειδή, ο Ιησούς πολλές φορές είχε πάει εκεί μαζί με τους μαθητές του. Ο Ιούδας, λοιπόν, παίρνοντας το τάγμα, και υπηρέτες από τους αρχιερείς και τους Φαρισαίους, έρχεται εκεί με φανούς και λαμπάδες και όπλα.

Και ο Ιησούς, ξέροντας όλα όσα έρχονταν επάνω του, βγήκε έξω, και τους είπε: Ποιον ζητάτε;

Του αποκρίθηκαν: Τον Ιησού τον Ναζωραίο.

Ο Ιησούς λέει σ’ αυτούς: Εγώ είμαι. Στεκόταν δε μαζί τους και ο Ιούδας, αυτός που τον παρέδινε. Καθώς, λοιπόν, τους είπε, ότι: Εγώ είμαι, σύρθηκαν προς τα πίσω, και έπεσαν καταγής.

Τους ρώτησε, λοιπόν, ξανά: Ποιον ζητάτε;

Και εκείνοι είπαν: Τον Ιησού τον Ναζωραίο.

Ο Ιησούς αποκρίθηκε: Σας είπα ότι, εγώ είμαι. Αν, λοιπόν, εμένα ζητάτε, αφήστε τούτους να φύγουν· για να εκπληρωθεί ο λόγος, που είπε, ότι: Απ’ αυτούς που μου έδωσες, δεν απόλεσα κανέναν.

Τότε, ο Σίμωνας Πέτρος, έχοντας μια μάχαιρα, την έσυρε, και χτύπησε τον δούλο τού αρχιερέα, και του απέκοψε το δεξί του αυτί. Το δε όνομα του δούλου ήταν Μάλχος.

Ο Ιησούς, λοιπόν, είπε στον Πέτρο: Βάλε τη μάχαιρά σου στη θήκη. Το ποτήρι που μου έδωσε ο Πατέρας, δεν θα το πιω;

Το τάγμα, λοιπόν, και ο χιλίαρχος και οι υπηρέτες των Ιουδαίων συνέλαβαν τον Ιησού και τον έδεσαν, τον έφεραν δε πρώτα στον Άννα· επειδή ήταν πεθερός τού Καϊάφα, ο οποίος ήταν αρχιερέας εκείνου τού χρόνου. Και ο Καϊάφας ήταν αυτός που συμβούλευσε τους Ιουδαίους ότι, συμφέρει να χαθεί ένας άνθρωπος για χάρη τού λαού.

Ακολουθούσε δε τον Ιησού και ο Σίμωνας Πέτρος, και ο άλλος μαθητής· και ο μαθητής εκείνος ήταν γνωστός στον αρχιερέα, και μπήκε μέσα στην αυλή τού αρχιερέα μαζί με τον Ιησού. Και ο Πέτρος στεκόταν έξω, κοντά στη θύρα. Βγήκε, λοιπόν, έξω ο άλλος μαθητής, που ήταν γνωστός στον αρχιερέα, και μίλησε στη θυρωρό, και έφερε μέσα τον Πέτρο.

Η δούλη, η θυρωρός, λέει, λοιπόν, στον Πέτρο: Μήπως κι εσύ είσαι από τους μαθητές αυτού τού ανθρώπου;

Εκείνος λέει: Δεν είμαι.

Στέκονταν δε οι δούλοι και οι υπηρέτες, που είχαν κάνει ανθρακιά, επειδή ήταν ψύχος, και θερμαίνονταν· και μαζί τους στεκόταν ο Πέτρος και θερμαινόταν.

Ο αρχιερέας, λοιπόν, ρώτησε τον Ιησού για τους μαθητές του και για τη διδασκαλία του.

Ο Ιησούς αποκρίθηκε σ’ αυτόν: Εγώ μίλησα στον κόσμο δημόσια· εγώ δίδαξα πάντοτε μέσα στη συναγωγή και μέσα στο ιερό, όπου πάντοτε συγκεντρώνονται οι Ιουδαίοι, και κρυφά δεν δίδαξα τίποτε. Τι με ρωτάς; Ρώτησε αυτούς που άκουσαν, τι τους μίλησα· δες, αυτοί ξέρουν όσα εγώ είπα.

Και όταν τα είπε αυτά, ένας από τους υπηρέτες, που στεκόταν κοντά, έδωσε ένα χαστούκισμα στον Ιησού, λέγοντας: Έτσι αποκρίνεσαι στον αρχιερέα;

Ο Ιησούς αποκρίθηκε σ’ αυτόν: Αν μίλησα κακώς, πες για το κακό· αν, όμως, καλώς, γιατί με δέρνεις; Ο Άννας τότε τον έστειλε δεμένον στον αρχιερέα Καϊάφα.

Και ο Σίμωνας Πέτρος στεκόταν και θερμαινόταν· του είπαν, λοιπόν: Μήπως κι εσύ είσαι από τους μαθητές του;

Εκείνος αρνήθηκε, και είπε: Δεν είμαι.

Ένας από τους δούλους τού αρχιερέα, που ήταν συγγενής εκείνου, σδτου οποίου ο Πέτρος είχε κόψει το αυτί, λέει: Δεν σε είδα εγώ μέσα στον κήπο μαζί του; Ο Πέτρος, λοιπόν, πάλι αρνήθηκε, κι αμέσως λάλησε ο πετεινός.

Ιωάννης

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε

Διαφύλαξη

Αυτά μίλησε ο Ιησούς, και ύψωσε τα μάτια του στον ουρανό, και είπε: Πατέρα, ήρθε η ώρα· δόξασε τον Υιό σου, για να σε δοξάσει και ο Υιός σου· καθώς του έδωσες εξουσία επάνω σε κάθε σάρκα, για να δώσει αιώνια ζωή σε όλους όσους έδωσες σ’ αυτόν. Κι αυτή είναι η αιώνια ζωή, το να γνωρίζουν εσένα τον μόνον αληθινό Θεό, και εκείνον τον οποίον απέστειλες, τον Ιησού Χριστό. Εγώ σε δόξασα επάνω στη γη· το έργο, που μου έδωσες να κάνω, το τελείωσα. Και, τώρα, εσύ Πατέρα, δόξασέ με κοντά σου, με τη δόξα που είχα κοντά σε σένα, πριν γίνει ο κόσμος.

Φανέρωσα το όνομά σου στους ανθρώπους, που μου έδωσες από τον κόσμο. Δικοί σου ήσαν, και τους έδωσες σε μένα, και φύλαξαν τον λόγο σου. Τώρα, γνώρισαν ότι όλα όσα μου έδωσες είναι από σένα· επειδή, τα λόγια που μου έδωσες, τα έδωσα σ’ αυτούς· κι αυτοί δέχθηκαν, και γνώρισαν αληθινά ότι από σένα εξήλθα· και πίστεψαν ότι εσύ με απέστειλες. Εγώ γι’ αυτούς παρακαλώ· δεν παρακαλώ για τον κόσμο, αλλά για εκείνους τους οποίους μου έδωσες, επειδή δικοί σου είναι. Και όλα τα δικά μου, δικά σου είναι, και τα δικά σου, δικά μου· και δοξάστηκα μέσα σ’ αυτούς. Και δεν είμαι πλέον μέσα στον κόσμο, αλλά αυτοί είναι μέσα στον κόσμο, και εγώ έρχομαι σε σένα. Πατέρα άγιε, φύλαξέ τους στο όνομά σου, αυτούς που μου έδωσες, για να είναι ένα, όπως εμείς. Όταν εγώ ήμουν μαζί τους μέσα στον κόσμο, εγώ τους διαφύλαγα στο όνομά σου· διαφύλαξα εκείνους που μου έδωσες, και κανένας απ’ αυτούς δεν χάθηκε, παρά μονάχα ο γιος τής απώλειας, για να εκπληρωθεί η γραφή.

Τώρα, όμως, έρχομαι σε σένα, κι αυτά τα μιλάω μέσα στον κόσμο, για να έχουν τη χαρά μου μέσα τους πλήρη. Εγώ τους έδωσα τον λόγο σου· και ο κόσμος τούς μίσησε, επειδή δεν είναι από τον κόσμο, όπως εγώ δεν είμαι από τον κόσμο. Δεν παρακαλώ να τους σηκώσεις από τον κόσμο, αλλά να τους διαφυλάξεις από τον πονηρό. Από τον κόσμο δεν είναι, όπως εγώ δεν είμαι από τον κόσμο. Αγίασέ τους μέσα στην αλήθεια σου· ο λόγος ο δικός σου είναι αλήθεια. Όπως απέστειλες εμένα στον κόσμο, και εγώ απέστειλα αυτούς στον κόσμο. Και για χάρη τους εγώ αγιάζω τον εαυτό μου, για να είναι κι αυτοί αγιασμένοι μέσα στην αλήθεια.

Και δεν παρακαλώ μονάχα γι’ αυτούς, αλλά και για εκείνους που θα πιστέψουν σε μένα διαμέσου τού λόγου τους· για να είναι όλοι ένα· όπως εσύ, Πατέρα, είσαι σε ενότητα με μένα και εγώ σε ενότητα με σένα, να είναι κι αυτοί ένα σε ενότητα με μας· για να πιστέψει ο κόσμος ότι εσύ με απέστειλες. Και εγώ, τη δόξα που μου έδωσες, έδωσα σ’ αυτούς· για να είναι ένα, όπως εμείς είμαστε ένα. Εγώ σε ενότητα μ’ αυτούς, κι εσύ σε ενότητα με μένα· για να είναι σε μια ολοκληρωμένη ενότητα, και να γνωρίζει ο κόσμος ότι εσύ με απέστειλες, και τους αγάπησες όπως αγάπησες εμένα.

Πατέρα, εκείνους που μου έδωσες, θέλω, όπου είμαι εγώ, να είναι και εκείνοι μαζί μου· για να θωρούν τη δόξα τη δική μου, την οποία μου έδωσες, επειδή με αγάπησες πριν από τη δημιουργία τού κόσμου.

Πατέρα δίκαιε, και ο κόσμος δεν σε γνώρισε, εγώ όμως σε γνώρισα, κι αυτοί γνώρισαν ότι εσύ με απέστειλες. Και τους φανέρωσα το όνομά σου, και θα το φανερώσω, για να είναι η αγάπη, με την οποία με αγάπησες, μέσα τους, και εγώ μέσα σ’ αυτούς.

Ιωάννης

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε

Λίγο ακόμα

Ο Ιησούς είπε σ’ αυτούς: Όταν, όμως, έρθει ο Παράκλητος, που εγώ θα στείλω σε σας από τον Πατέρα, το Πνεύμα τής αλήθειας, που εκπορεύεται από τον Πατέρα, εκείνος θα δώσει μαρτυρία για μένα. Αλλά κι εσείς δίνετε μαρτυρία, επειδή εξαρχής είστε μαζί μου.

Αυτά σας τα είπα, για να μη σκανδαλιστείτε. Θα σας κάνουν αποσυνάγωγους· μάλιστα, έρχεται ώρα, κατά την οποία καθένας που θα σας θανατώσει θα νομίσει ότι προσφέρει λατρεία στον Θεό. Και θα σας τα κάνουν αυτά, επειδή δεν γνώρισαν τον Πατέρα ούτε εμένα. Αλλά σας τα είπα αυτά για να τα θυμάστε, όταν έρθει η ώρα, ότι εγώ σας τα είχα πει. Και δεν σας τα είπα εξαρχής, επειδή ήμουν μαζί σας.

Και τώρα πηγαίνω σ’ εκείνον που με απέστειλε, και κανένας από σας δεν με ρωτάει: Πού πηγαίνεις; Αλλά, επειδή σας είπα αυτά, η λύπη γέμισε την καρδιά σας. Εγώ, όμως, σας λέω την αλήθεια· σας συμφέρει να αναχωρήσω εγώ· επειδή, αν δεν αναχωρήσω, ο Παράκλητος δεν θάρθει σε σας· αλλά, αφού αναχωρήσω, θα τον στείλω σε σας. Και όταν έρθει εκείνος, θα ελέγξει τον κόσμο για αμαρτία, και για δικαιοσύνη, και για κρίση·
9 για αμαρτία μεν, επειδή δεν πιστεύουν σε μένα· για δικαιοσύνη δε, επειδή πηγαίνω στον Πατέρα μου, και δεν με βλέπετε πλέον· για κρίση μάλιστα, επειδή ο άρχοντας τούτου τού κόσμου έχει κριθεί.

Έχω πολλά ακόμα να σας πω, όμως δεν μπορείτε τώρα να τα βαστάζετε· αλλά, όταν έρθει εκείνος, το Πνεύμα τής αλήθειας, θα σας οδηγήσει σε όλη την αλήθεια· επειδή, δεν θα μιλήσει από τον εαυτό του, αλλά θα μιλήσει όσα πρόκειται να ακούσει, και θα σας αναγγείλει τα μέλλοντα. Εκείνος θα δοξάσει εμένα, επειδή από το δικό μου θα πάρει, και θα το αναγγείλει σε σας. Όλα όσα έχει ο Πατέρας, είναι δικά μου· γι’ αυτό σας είπα ότι, από το δικό μου θα πάρει, και θα σας το αναγγείλει.

Λίγο ακόμα, και δεν με βλέπετε· και πάλι λίγο, και θα με δείτε· επειδή, εγώ πηγαίνω προς τον Πατέρα.

Τότε, μερικοί από τους μαθητές του είπαν αναμεταξύ τους: Τι είναι τούτο που μας λέει: Λίγο, και δεν με βλέπετε· και πάλι λίγο, και θα με δείτε· και ότι: Εγώ πηγαίνω προς τον Πατέρα; Έλεγαν, λοιπόν: Τούτο το λίγο που λέει, τι είναι; Δεν ξέρουμε τι μιλάει.

Κατάλαβε, λοιπόν, ο Ιησούς ότι ήθελαν να τον ρωτήσουν, και τους είπε: Για το θέμα αυτό συζητάτε αναμεταξύ σας, ότι είπα: Λίγο, και δεν με βλέπετε, και πάλι λίγο, και θα με δείτε; Σας διαβεβαιώνω απόλυτα ότι, εσείς θα κλάψετε και θα θρηνήσετε, ο κόσμος, αντίθετα, θα χαρεί· εσείς, βέβαια, θα λυπηθείτε· η λύπη σας, όμως, θα μεταβληθεί σε χαρά. Η γυναίκα, όταν γεννάει, έχει λύπη, επειδή ήρθε η ώρα της· αφού, όμως, γεννήσει το παιδί, δεν θυμάται πλέον τη θλίψη, εξαιτίας τής χαράς, ότι ένας άνθρωπος γεννήθηκε στον κόσμο. Κι εσείς, λοιπόν, τώρα μεν έχετε λύπη· όμως, θα σας δω πάλι, και θα χαρεί η καρδιά σας, και τη χαρά σας κανένας δεν την αφαιρεί από σας. Και κατά την ημέρα εκείνη δεν θα ζητήσετε από μένα τίποτε. Σας διαβεβαιώνω απόλυτα ότι, όσα αν ζητήσετε από τον Πατέρα στο όνομά μου, θα σας τα δώσει. Μέχρι τώρα δεν ζητήσατε τίποτε στο όνομά μου· ζητάτε και θα παίρνετε, για να είναι πλήρης η χαρά σας.

Αυτά τα μίλησα σε σας με παρομοιώσεις· όμως, έρχεται ώρα, οπότε δεν θα μιλήσω πλέον με παρομοιώσεις, αλλά θα σας αναγγείλω ανοιχτά για τον Πατέρα. Κατά την ημέρα εκείνη θα ζητήσετε στο όνομά μου· και δεν σας λέω ότι εγώ θα παρακαλέσω τον Πατέρα για σας· επειδή, ο ίδιος ο Πατέρας σάς αγαπάει, για τον λόγο ότι εσείς αγαπήσατε εμένα, και πιστέψατε ότι εγώ από τον Πατέρα εξήλθα. Εξήλθα από τον Πατέρα, και ήρθα στον κόσμο· πάλι αφήνω τον κόσμο, και πηγαίνω προς τον Πατέρα.

Του λένε οι μαθητές του: Δες, τώρα μιλάς ανοιχτά, και δεν λες καμιά παρομοίωση. Τώρα γνωρίζουμε ότι ξέρεις τα πάντα, και δεν έχεις ανάγκη να σε ρωτάει κάποιος. Απ’ αυτό πιστεύουμε ότι από τον Θεό εξήλθες.

Ο Ιησούς αποκρίθηκε σ’ αυτούς: Τώρα πιστεύετε; έστε, έρχεται ώρα και ήδη ήρθε, να σκορπιστείτε κάθε ένας στα δικά του, και να με αφήσετε μόνον· αλλά, δεν είμαι μόνος, επειδή ο Πατέρας είναι μαζί μου· αυτά τα μίλησα σε σας, ώστε, ενωμένοι μαζί μου, να έχετε ειρήνη. Μέσα στον κόσμο θα έχετε θλίψη· αλλά, να έχετε θάρρος· εγώ νίκησα τον κόσμο.

Ιωάννης

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε

Φίλους

Ο Ιησούς είπε σ’ αυτούς: Εγώ είμαι η άμπελος η αληθινή, και ο Πατέρας μου είναι ο γεωργός. Κάθε κλήμα σε μένα, το οποίο δεν φέρνει καρπό, το αποκόπτει· και καθένα το οποίο φέρνει καρπό, το καθαρίζει, για να φέρει περισσότερο καρπό. Τώρα, εσείς είστε καθαροί, εξαιτίας του λόγου που σας μίλησα. Μείνετε ενωμένοι μαζί μου και εγώ ενωμένος μαζί σας. Όπως το κλήμα δεν μπορεί να φέρει καρπό από μόνο του, αν δεν μείνει ενωμένο με την άμπελο, έτσι κι εσείς, αν δεν μείνετε ενωμένοι μαζί μου.

Εγώ είμαι η άμπελος, εσείς τα κλήματα· εκείνος που μένει ενωμένος μαζί μου, και εγώ μαζί του, αυτός φέρνει πολύ καρπό· επειδή, χωρίς εμένα δεν μπορείτε να κάνετε τίποτε. Αν κάποιος δεν μείνει ενωμένος μαζί μου, ρίχνεται έξω, όπως το κλήμα, και ξεραίνεται· και τα μαζεύουν και τα ρίχνουν σε φωτιά, και καίγονται. Αν μείνετε ενωμένοι μαζί μου, και τα λόγια μου μείνουν μέσα σας, θα ζητάτε ό,τι αν θέλετε, και θα γίνει σε σας. Κατά τούτο δοξάζεται ο Πατέρας μου, στο να φέρετε πολύ καρπό· και έτσι θα είστε μαθητές μου.

Όπως ο Πατέρας αγάπησε εμένα, και εγώ αγάπησα εσάς, μείνετε στην αγάπη μου. Αν φυλάξετε τις εντολές μου, θα μείνετε στην αγάπη μου· όπως εγώ φύλαξα τις εντολές τού Πατέρα μου, και μένω στην αγάπη του. Αυτά μίλησα σε σας, για να μείνει μέσα σας η χαρά μου, και η χαρά σας να είναι πλήρης. Αυτή είναι η εντολή μου, να αγαπάτε ο ένας τον άλλον, όπως εγώ σας αγάπησα. Μεγαλύτερη από τούτη την αγάπη δεν έχει κανένας, το να βάλει κάποιος την ψυχή του για χάρη των φίλων του. Εσείς είστε φίλοι μου, αν κάνετε όσα εγώ σας παραγγέλλω. Δεν σας λέω πλέον δούλους, επειδή ο δούλος δεν ξέρει τι κάνει ο κύριός του· εσάς, όμως, σας αποκάλεσα φίλους, επειδή όλα όσα άκουσα από τον Πατέρα μου, σας τα φανέρωσα. Εσείς δεν διαλέξατε εμένα, αλλά εγώ διάλεξα εσάς, και σας διέταξα, για να πάτε εσείς και να κάνετε καρπό, και ο καρπός σας να μένει· ώστε, ό,τι αν ζητήσετε από τον Πατέρα στο όνομά μου, να σας το δώσει. Αυτά σας παραγγέλλω, να αγαπάτε ο ένας τον άλλον.

Αν ο κόσμος σάς μισεί, να ξέρετε ότι πρωτύτερα από σας μίσησε εμένα. Αν ήσασταν από τον κόσμο, ο κόσμος θα αγαπούσε το δικό του· επειδή, όμως, δεν είστε από τον κόσμο, αλλά εγώ σας διάλεξα από τον κόσμο, γι’ αυτό ο κόσμος σάς μισεί. Να θυμάστε τον λόγο, που εγώ σας είπα: Δεν υπάρχει δούλος μεγαλύτερος από τον κύριό του. Αν εμένα έθεσαν υπό διωγμό, θα θέσουν υπό διωγμό και σας· αν φύλαξαν τον λόγο μου, θα φυλάξουν και τον δικό σας. Αλλά, όλα αυτά θα τα κάνουν σε σας εξαιτίας τού ονόματός μου, επειδή δεν ξέρουν αυτόν που με απέστειλε. Αν δεν είχα έρθει και δεν τους είχα μιλήσει, δεν θα είχαν αμαρτία· τώρα, όμως, δεν έχουν πρόφαση για την αμαρτία τους. Εκείνος που μισεί εμένα, μισεί και τον Πατέρα μου. Αν δεν είχα κάνει ανάμεσά τους τα έργα, που κανένας άλλος δεν έκανε, δεν θα είχαν αμαρτία· τώρα, όμως, και είδαν, και μίσησαν, και εμένα και τον Πατέρα μου. Αλλά, αυτό έγινε, για να εκπληρωθεί ο λόγος που είναι γραμμένος μέσα στον νόμο τους, ότι: «Με μίσησαν χωρίς αιτία».

Ιωάννης

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε

Φανερώσεις

Ο Ιησούς είπε σ’ αυτούς: Ας μη ταράζεται η καρδιά σας· πιστεύετε στον Θεό, και σε μένα πιστεύετε. Στο σπίτι τού Πατέρα μου υπάρχουν πολλά οικήματα· ειδάλλως, θα σας έλεγα· πηγαίνω να σας ετοιμάσω τόπο. Και αφού πάω και σας ετοιμάσω τόπο, έρχομαι πάλι, και θα σας παραλάβω κοντά σε μένα, για να είστε κι εσείς, όπου είμαι εγώ. Και όπου εγώ πηγαίνω ξέρετε, και τον δρόμο ξέρετε.

Ο Θωμάς λέει σ’ αυτόν: Κύριε, δεν ξέρουμε πού πηγαίνεις· και πώς μπορούμε να ξέρουμε τον δρόμο;

Ο Ιησούς λέει σ’ αυτόν: Εγώ είμαι ο δρόμος, και η αλήθεια, και η ζωή· κανένας δεν έρχεται στον Πατέρα, παρά μόνον διαμέσου εμού· αν γνωρίζατε εμένα, θα γνωρίζατε και τον Πατέρα μου· και από τώρα τον γνωρίζετε, και τον είδατε.

Λέει σ’ αυτόν ο Φίλιππος: Κύριε, δείξε σε μας τον Πατέρα, και μας αρκεί.

Ο Ιησούς λέει σ’ αυτόν: Τόσον καιρό είμαι μαζί σας, και δεν με γνώρισες, Φίλιππε; Όποιος είδε εμένα, είδε τον Πατέρα· και πώς εσύ λες: Δείξε σε μας τον Πατέρα; Δεν πιστεύεις ότι εγώ είμαι σε ενότητα με τον Πατέρα, και ο Πατέρας είναι σε ενότητα με μένα; Τα λόγια που εγώ μιλάω σε σας, δεν τα μιλάω από τον εαυτό μου· αλλά, ο Πατέρας που μένει σε ενότητα με μένα, αυτός εκτελεί τα έργα. Πιστεύετε σε μένα ότι εγώ είμαι σε ενότητα με τον Πατέρα, και ο Πατέρας είναι σε ενότητα με μένα· ειδάλλως, εξαιτίας αυτών των έργων πιστεύετε σε μένα. Σας διαβεβαιώνω απόλυτα, όποιος πιστεύει σε μένα, τα έργα που εγώ κάνω, θα κάνει κι εκείνος, και μεγαλύτερα απ’ αυτά θα κάνει· επειδή, εγώ πηγαίνω προς τον Πατέρα μου. Και ό,τι αν ζητήσετε στο όνομά μου, θα το κάνω, για να δοξαστεί ο Πατέρας στον Υιό. Αν ζητήσετε κάτι στο όνομά μου, εγώ θα το κάνω.

Αν με αγαπάτε, φυλάξτε τις εντολές μου. Και εγώ θα παρακαλέσω τον Πατέρα, και θα σας δώσει έναν άλλον Παράκλητο, για να μένει μαζί σας στον αιώνα, το Πνεύμα τής αλήθειας, το οποίο ο κόσμος δεν μπορεί να λάβει, επειδή δεν το βλέπει ούτε το γνωρίζει· εσείς, όμως, το γνωρίζετε, επειδή μένει μαζί σας, και μέσα σας θα είναι. Δεν θα σας αφήσω ορφανούς· έρχομαι σε σας. Λίγο ακόμα, και ο κόσμος δεν με βλέπει πλέον· εσείς, όμως, με βλέπετε· επειδή, εγώ ζω, κι εσείς θα ζείτε. Κατά την ημέρα εκείνη θα γνωρίσετε ότι εγώ είμαι σε ενότητα με τον Πατέρα μου, κι εσείς σε ενότητα με μένα, και εγώ σε ενότητα με σας. Εκείνος που έχει τις εντολές μου και τις τηρεί, εκείνος είναι που με αγαπάει· και εκείνος που με αγαπάει, θα αγαπηθεί από τον Πατέρα μου· και εγώ θα τον αγαπήσω, και σ’ αυτόν θα φανερώσω τον εαυτό μου.

Ο Ιούδας (όχι ο Ισκαριώτης) λέει σ’ αυτόν: Κύριε, τι συμβαίνει ότι πρόκειται να φανερώσεις σε μας τον εαυτό σου, και όχι στον κόσμο;

Ο Ιησούς αποκρίθηκε και του είπε: Αν κάποιος με αγαπάει, θα φυλάξει τον λόγο μου, και ο Πατέρας μου θα τον αγαπήσει, και θάρθουμε σ’ αυτόν, και θα κατοικήσουμε μέσα σ’ αυτόν. Εκείνος που δεν με αγαπάει, δεν φυλάττει τα λόγια μου. Και ο λόγος που ακούτε, δεν είναι δικός μου, αλλά του Πατέρα που με απέστειλε.

Αυτά τα μίλησα σε σας, ενώ βρίσκομαι μαζί σας. Και ο Παράκλητος, το Πνεύμα το Άγιο, που ο Πατέρας θα στείλει στο όνομά μου, εκείνος θα σας τα διδάξει όλα, και θα σας υπενθυμίσει όλα όσα είπα προς εσάς. Ειρήνη αφήνω σε σας, ειρήνη τη δική μου δίνω σε σας· όχι όπως δίνει ο κόσμος, σας δίνω εγώ. Ας μη ταράζεται η καρδιά σας μήτε να δειλιάζει.

Ακούσατε ότι εγώ σας είπα: Πηγαίνω και έρχομαι προς εσάς. Αν με αγαπούσατε, θα χαιρόσασταν ότι είπα: Πηγαίνω προς τον Πατέρα· επειδή, ο Πατέρας μου είναι μεγαλύτερός μου. Και τώρα σας το είπα πριν γίνει, για να πιστέψετε όταν γίνει. Δεν θα μιλήσω πολλά πλέον μαζί σας· επειδή, έρχεται ο άρχοντας τούτου τού κόσμου, και δεν έχει τίποτε μέσα σε μένα. Αλλά, για να γνωρίσει ο κόσμος ότι αγαπάω τον Πατέρα και, όπως με πρόσταξε ο Πατέρας, έτσι κάνω.

Σηκωθείτε, ας αναχωρήσουμε από εδώ.

Ιωάννης

 

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε

Ποιος είναι;

Και πριν από τη γιορτή τού Πάσχα, ο Ιησούς, ξέροντας ότι ήρθε η ώρα του, για να αναχωρήσει από τον κόσμο τούτο προς τον Πατέρα, έχοντας αγαπήσει τους δικούς του που ήσαν μέσα στον κόσμο, τους αγάπησε σε τέλειο βαθμό.

Και αφού έγινε δείπνο, (ο δε διάβολος είχε ήδη βάλει στην καρδιά τού Ιούδα τού Σίμωνα, του Ισκαριώτη, να τον παραδώσει)· ο Ιησούς, ξέροντας ότι ο Πατέρας έδωσε σ’ αυτόν τα πάντα στα χέρια του, και ότι από τον Θεό βγήκε και προς τον Θεό πηγαίνει, σηκώνεται από το δείπνο, και βγάζει τα ιμάτιά του, παίρνοντας δε μια πετσέτα, ζώστηκε ολόγυρα στη μέση. Έπειτα, βάζει νερό στη λεκάνη, και άρχισε να πλένει τα πόδια των μαθητών, και να τα σκουπίζει με την πετσέτα, που είχε ολόγυρα στη μέση.

Έρχεται, λοιπόν, στον Σίμωνα Πέτρο· και εκείνος τού λέει: Κύριε, εσύ μου πλένεις τα πόδια;

Ο Ιησούς αποκρίθηκε και του είπε: Εκείνο που εγώ κάνω, εσύ δεν το ξέρεις τώρα, θα το γνωρίσεις, όμως, ύστερα απ’ αυτά.

Ο Πέτρος λέει σ’ αυτόν: Δεν θα πλύνεις τα πόδια μου στον αιώνα.

Ο Ιησούς αποκρίθηκε και του είπε: Αν δεν σε πλύνω, δεν έχεις μέρος μαζί μου.

Ο Σίμωνας Πέτρος λέει σ’ αυτόν: Κύριε, όχι μονάχα τα πόδια μου, αλλά και τα χέρια, και το κεφάλι.

Ο Ιησούς λέει σ’ αυτόν: Εκείνος που είναι λουσμένος δεν έχει ανάγκη παρά μονάχα τα πόδια να πλύνει, για τον λόγο ότι είναι ολόκληρος καθαρός· εσείς είστε καθαροί, αλλά όχι όλοι. Επειδή, ήξερε εκείνον που επρόκειτο να τον παραδώσει· γι’ αυτό, είπε: Δεν είστε όλοι καθαροί.

Αφού, λοιπόν, έπλυνε τα πόδια τους, και πήρε τα ιμάτιά του, όταν κάθησε ξανά, τους είπε: Ξέρετε τι σας έκανα; Εσείς με φωνάζετε: Ο δάσκαλος και ο Κύριος· και καλά λέτε, επειδή είμαι. Αν, λοιπόν, εγώ, ο Κύριος και ο δάσκαλος, σας έπλυνα τα πόδια, κι εσείς χρωστάτε να πλένετε ο ένας τα πόδια τού άλλου. Επειδή, παράδειγμα έδωσα σε σας, για να κάνετε κι εσείς, όπως εγώ έκανα σε σας. Σας διαβεβαιώνω απόλυτα, δεν υπάρχει δούλος ανώτερος από τον κύριό του ούτε απόστολος ανώτερος από εκείνον που τον απέστειλε. Αν τα ξέρετε αυτά, είστε μακάριοι, αν τα κάνετε.

Δεν το λέω αυτό για όλους εσάς· εγώ ξέρω ποιους διάλεξα· αλλά, για να εκπληρωθεί η γραφή: «Αυτός που τρώει μαζί μου το ψωμί, σήκωσε εναντίον μου τη φτέρνα του». Από τώρα σας το λέω αυτό, πριν γίνει, για να πιστέψετε όταν γίνει, ότι εγώ είμαι. Σας διαβεβαιώνω απόλυτα, όποιος δέχεται αυτόν που θα αποστείλω, δέχεται εμένα· και όποιος δέχεται εμένα, δέχεται αυτόν που με απέστειλε.

Αφού ο Ιησούς είπε αυτά, ταράχτηκε στο πνεύμα του, και έδωσε μαρτυρία και είπε: Σας διαβεβαιώνω απόλυτα, ότι, ένας από σας θα με παραδώσει.

Οι μαθητές έβλεπαν, λοιπόν, ο ένας τον άλλον, απορώντας για ποιον το λέει. Καθόταν δε γερμένος στον κόρφο τού Ιησού ένας από τους μαθητές του, τον οποίο αγαπούσε ο Ιησούς. Ο Σίμωνας Πέτρος, λοιπόν, του κάνει νεύμα για να ρωτήσει ποιος είναι αυτός για τον οποίο το λέει.

Και εκείνος, αφού έπεσε επάνω στο στήθος τού Ιησού, λέει σ’ αυτόν: Κύριε, ποιος είναι;

Ο Ιησούς αποκρίνεται: Είναι εκείνος, στον οποίο εγώ, αφού βουτήξω στο πιάτο το κομματάκι τού ψωμιού, θα το δώσω. Και αφού βούτηξε το κομματάκι τού ψωμιού στο πιάτο, το δίνει στον Ιούδα τού Σίμωνα, τον Ισκαριώτη. Και ύστερα από το κομματάκι τού ψωμιού, τότε μπήκε μέσα σ’ εκείνον ο σατανάς.

Του λέει, λοιπόν, ο Ιησούς: Ό,τι κάνεις, κάν’ το, το ταχύτερο. Αυτό, όμως, κανένας από τους καθισμένους δεν το κατάλαβε για ποιον σκοπό το είπε σ’ αυτόν. Επειδή, μερικοί νόμιζαν, μια που ο Ιούδας είχε το γλωσσόκομο, ότι ο Ιησούς λέει σ’ αυτόν: Αγόρασε όσα έχουμε ανάγκη για τη γιορτή· ή, να δώσει κάτι στους φτωχούς. Καθώς, λοιπόν, εκείνος πήρε το κομματάκι τού ψωμιού, βγήκε αμέσως έξω· ήταν δε νύχτα.

Όταν, λοιπόν, εκείνος βγήκε έξω, ο Ιησούς λέει: Τώρα δοξάστηκε ο Υιός τού ανθρώπου, και ο Θεός δοξάστηκε σ’ αυτόν. Αν ο Θεός δοξάστηκε σ’ αυτόν, και ο Θεός θα τον δοξάσει μέσα στον εαυτό του, και θα τον δοξάσει αμέσως.

Παιδάκια μου, λίγο ακόμα είμαι μαζί σας. Θα με ζητήσετε· και όπως είπα στους Ιουδαίους, ότι: Όπου πηγαίνω εγώ, εσείς δεν μπορείτε νάρθετε, το λέω τώρα και σε σας.

Καινούργια εντολή σάς δίνω: Να αγαπάτε ο ένας τον άλλον· όπως εγώ σας αγάπησα, κι εσείς να αγαπάτε ο ένας τον άλλον. Από τούτο θα γνωρίσουν όλοι ότι είστε μαθητές μου, εάν έχετε αγάπη ο ένας προς τον άλλον.

Ο Σίμωνας Πέτρος λέει σ’ αυτόν: Κύριε, πού πηγαίνεις;

Ο Ιησούς απάντησε σ’ αυτόν: Όπου πηγαίνω, δεν μπορείς τώρα να με ακολουθήσεις· ύστερα, όμως, θα με ακολουθήσεις.

Του λέει ο Πέτρος: Κύριε, γιατί δεν μπορώ να σε ακολουθήσω τώρα; Την ψυχή μου θα βάλω για χάρη σου.

Ο Ιησούς αποκρίθηκε σ’ αυτόν: Την ψυχή σου θα βάλεις για χάρη μου; Σε διαβεβαιώνω απόλυτα, δεν θα λαλήσει ο πετεινός, μέχρις ότου με απαρνηθείς τρεις φορές.

Ιωάννης

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε

Ήρθε η ώρα

Υπήρχαν και μερικοί Έλληνες ανάμεσα σ’ εκείνους που ανέβαιναν για να προσκυνήσουν κατά την εορτή. Αυτοί, λοιπόν, ήρθαν στον Φίλιππο, αυτόν από τη Βηθσαϊδά τής Γαλιλαίας, και τον παρακαλούσαν, λέγοντας: Κύριε, θέλουμε να δούμε τον Ιησού. Έρχεται ο Φίλιππος και το λέει στον Ανδρέα· και πάλι ο Ανδρέας και ο Φίλιππος το λένε στον Ιησού.

Και ο Ιησούς αποκρίθηκε σ’ αυτούς, λέγοντας: Ήρθε η ώρα για να δοξαστεί ο Υιός τού ανθρώπου. Σας διαβεβαιώνω απόλυτα: Αν ο κόκκος του σιταριού δεν πέσει στη γη και πεθάνει, αυτός μονάχος μένει· αν, όμως, πεθάνει, φέρνει πολύ καρπό. Όποιος αγαπάει την ψυχή του, θα τη χάσει· και όποιος μισεί την ψυχή του σε τούτο τον κόσμο, θα τη φυλάξει σε αιώνια ζωή. Αν κάποιος εμένα υπηρετεί, εμένα ας ακολουθεί· και όπου είμαι εγώ, εκεί θα είναι και ο δικός μου υπηρέτης· και αν κάποιος υπηρετεί εμένα, θα τον τιμήσει ο Πατέρας.

Τώρα η ψυχή μου είναι ταραγμένη· και τι να πω; Πατέρα, σώσε με από τούτη την ώρα. Αλλά, γι’ αυτό ήρθα σε τούτη την ώρα. Πατέρα, δόξασε το δικό σου όνομα.

Μια φωνή, λοιπόν, ήρθε από τον ουρανό: Και δόξασα, και θα δοξάσω ξανά.

Το πλήθος, λοιπόν, που παραστεκόταν και άκουσε, έλεγε ότι έγινε βροντή. Άλλοι έλεγαν; Ένας άγγελος του μίλησε.

Ο Ιησούς αποκρίθηκε και είπε: Αυτή η φωνή δεν έγινε για μένα, αλλά για σας. Τώρα είναι η κρίση αυτού τού κόσμου· τώρα ο άρχοντας αυτού τού κόσμου θα ριχτεί έξω· και εγώ, όταν υψωθώ από τη γη, θα τους ελκύσω όλους στον εαυτό μου. (Κι αυτό το έλεγε, δείχνοντας με ποιον θάνατο επρόκειτο να πεθάνει).

Το πλήθος αποκρίθηκε σ’ αυτόν: Εμείς ακούσαμε από τον νόμο, ότι: Ο Χριστός μένει στον αιώνα· και πώς εσύ λες, ότι: Πρέπει να υψωθεί ο Υιός τού ανθρώπου; Ποιος είναι αυτός ο Υιός τού ανθρώπου;

Ο Ιησούς, λοιπόν, είπε σ’ αυτούς: Λίγο καιρό ακόμα το φως είναι μαζί σας. Περπατάτε ενόσω έχετε το φως, για να μη σας καταφτάσει το σκοτάδι· και όποιος περπατάει μέσα στο σκοτάδι, δεν ξέρει πού πηγαίνει. Ενόσω έχετε το φως, πιστεύετε στο φως, για να γίνετε γιοι τού φωτός. Αυτά μίλησε ο Ιησούς, κι όταν έφυγε, κρύφτηκε απ’ αυτούς.

Κι ενώ έκανε τόσα θαύματα μπροστά τους, δεν πίστευαν σ’ αυτόν· για να εκπληρωθεί ο λόγος τού προφήτη Ησαϊα, που είπε: «Κύριε, ποιος πίστεψε στο κήρυγμά μας; Και ο βραχίονας του Κυρίου σε ποιον αποκαλύφθηκε;».

Γι’ αυτό, δεν μπορούσαν να πιστεύουν, επειδή ο Ησαϊας είπε πάλι: «Τύφλωσε τα μάτια τους, και σκλήρυνε την καρδιά τους· για να μη δουν με τα μάτια, και καταλάβουν με την καρδιά, και επιστρέψουν, και τους γιατρέψω».

Αυτά είπε ο Ησαϊας, όταν είδε τη δόξα του, και μίλησε γι’ αυτόν.

Αλλ’ όμως, και από τους άρχοντες πολλοί πίστεψαν σ’ αυτόν· εντούτοις, εξαιτίας των Φαρισαίων δεν ομολογούσαν, για να μη γίνουν αποσυνάγωγοι. Επειδή, αγάπησαν τη δόξα των ανθρώπων περισσότερο, παρά τη δόξα τού Θεού.

Και ο Ιησούς έκραξε και είπε: Αυτός που πιστεύει σε μένα, δεν πιστεύει σε μένα, αλλά σ’ αυτόν που με απέστειλε· κι αυτός που θωρεί εμένα, θωρεί αυτόν που με απέστειλε. Εγώ φως ήρθα στον κόσμο, για να μη μείνει μέσα στο σκοτάδι καθένας που πιστεύει σε μένα. Και αν κάποιος ακούσει τα λόγια μου, και δεν πιστέψει, εγώ δεν τον κρίνω· επειδή, δεν ήρθα για να κρίνω τον κόσμο, αλλά για να σώσω τον κόσμο. Εκείνος που αθετεί εμένα, και δεν δέχεται τα λόγια μου, έχει αυτόν που τον κρίνει· ο λόγος που μίλησα, εκείνος θα τον κρίνει κατά την έσχατη ημέρα. Επειδή, εγώ δεν μίλησα από τον εαυτό μου, αλλά ο Πατέρας που με απέστειλε, αυτός μου έδωσε εντολή, τι να πω, και τι να μιλήσω· και ξέρω ότι η εντολή του είναι αιώνια ζωή. Όσα, λοιπόν, εγώ μιλάω, όπως μου είπε ο Πατέρας, έτσι μιλάω.

Ιωάννης

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε

Την επόμενη ημέρα

Ο Ιησούς, λοιπόν, έξι ημέρες πριν από το Πάσχα, ήρθε στη Βηθανία, όπου ήταν ο Λάζαρος, που είχε πεθάνει, τον οποίο ανέστησε από τους νεκρούς. Και του έκαναν εκεί δείπνο, και η Μάρθα υπηρετούσε· ο δε Λάζαρος ήταν ένας από τους συγκαθήμενους μαζί του. Τότε, η Μαρία, αφού πήρε μία λίτρα από πολύτιμη καθαρή νάρδο, άλειψε τα πόδια τού Ιησού, και με τις τρίχες της σκούπισε τα πόδια του· και το σπίτι γέμισε από την ευωδιά τού μύρου.

Λέει, λοιπόν, ένας από τους μαθητές του, ο Ιούδας τού Σίμωνα, ο Ισκαριώτης, που επρόκειτο να τον παραδώσει: Γιατί τούτο το μύρο δεν πουλήθηκε για 300 δηνάρια, και δεν δόθηκε στους φτωχούς; Και το είπε αυτό, όχι επειδή τον ένοιαζε για τους φτωχούς, αλλά επειδή ήταν κλέφτης, και είχε το γλωσσόκομο, και βάσταζε εκείνα που έρριχναν μέσα σ’ αυτό.

Ο Ιησούς, λοιπόν, είπε: Άφησέ την· το φύλαξε για την ημέρα τού ενταφιασμού μου. Επειδή, τους φτωχούς τούς έχετε πάντοτε μαζί σας, εμένα όμως δεν με έχετε πάντοτε.

Και ένα μεγάλο πλήθος από τους Ιουδαίους έμαθε ότι είναι εκεί· και ήρθαν όχι μονάχα για τον Ιησού, αλλά για να δουν και τον Λάζαρο, τον οποίο είχε αναστήσει από τους νεκρούς.  Και οι αρχιερείς έκαναν συμβούλιο για να θανατώσουν και τον Λάζαρο· επειδή, πολλοί από τους Ιουδαίους πήγαιναν γι’ αυτόν, και πίστευαν στον Ιησού.

Και την επόμενη ημέρα, ένα μεγάλο πλήθος, εκείνο που είχε έρθει στη γιορτή, όταν άκουσαν ότι ο Ιησούς έρχεται στα Ιεροσόλυμα, πήραν τα κλαδιά από τις φοινικιές, και βγήκαν σε προϋπάντησή του και έκραζαν: Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος στο όνομα του Κυρίου, ο βασιλιάς τού Ισραήλ.

Και ο Ιησούς, βρίσκοντας ένα γαϊδουράκι, κάθησε επάνω σ’ αυτό, όπως είναι γραμμένο: «Μη φοβάσαι, θυγατέρα Σιών· δες, ο βασιλιάς σου έρχεται καθισμένος επάνω σε ένα πουλάρι γαϊδουριού».

Αυτά, όμως, δεν τα κατάλαβαν αρχικά οι μαθητές του· αλλά, όταν ο Ιησούς δοξάστηκε, τότε θυμήθηκαν ότι αυτά ήσαν γραμμένα γι’ αυτόν, και αυτά έκαναν σ’ αυτόν.

Το πλήθος που ήταν μαζί του έδινε, λοιπόν, μαρτυρία, ότι είχε φωνάξει τον Λάζαρο από το μνήμα και τον ανέστησε από τους νεκρούς· γι’ αυτό και το πλήθος αυτό τον προϋπάντησε, επειδή είχε ακούσει ότι έκανε αυτό το θαύμα. Οι Φαρισαίοι, λοιπόν, είπαν αναμεταξύ τους: Βλέπετε ότι δεν ωφελείτε σε τίποτε; Δέστε, ο κόσμος πήγε πίσω του.

Ιωάννης

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε

Σε ευχαριστώ

Ήταν δε κάποιος ασθενής, ο Λάζαρος, από τη Βηθανία, από την κωμόπολη της Μαρίας και της Μάρθας τής αδελφής της. (Και η Μαρία ήταν εκείνη που άλειψε τον Κύριο με μύρο και σκούπισε τα πόδια του με τις τρίχες της, της οποίας ο αδελφός της, ο Λάζαρος, ασθενούσε). Έστειλαν, λοιπόν, σ’ αυτόν οι αδελφές του, λέγοντας: Κύριε, δες, εκείνος που αγαπάς, είναι ασθενής.

Και όταν ο Ιησούς το άκουσε, είπε: Αυτή η ασθένεια δεν είναι προς θάνατο, αλλά υπέρ τής δόξας τού Θεού, για να δοξαστεί ο Υιός τού Θεού διαμέσου αυτής. Ο Ιησούς, μάλιστα, αγαπούσε τη Μάρθα και την αδελφή της, και τον Λάζαρο. Καθώς, λοιπόν, άκουσε ότι ασθενεί, τότε έμεινε δύο ημέρες ακόμα στον τόπο όπου ήταν. Έπειτα, μετά απ’ αυτό, λέει στους μαθητές του: Ας πάμε ξανά στην Ιουδαία.

Οι μαθητές λένε σ’ αυτόν: Ραββί, τώρα οι Ιουδαίοι ζητούσαν να σε λιθοβολήσουν, και πηγαίνεις εκεί ξανά;

Ο Ιησούς αποκρίθηκε: Δεν είναι δώδεκα οι ώρες τής ημέρας; Αν κάποιος περπατάει κατά την ημέρα, δεν σκοντάφτει, επειδή βλέπει το φως τούτου τού κόσμου· αν, όμως, κάποιος περπατάει κατά τη νύχτα, σκοντάφτει, επειδή το φως δεν είναι μέσα του.

Αυτά είπε, και ύστερα απ’ αυτό, τους λέει: Ο Λάζαρος, ο φίλος μας, κοιμήθηκε· αλλά, πηγαίνω για να τον ξυπνήσω.

Του είπαν, λοιπόν, οι μαθητές του: Κύριε, αν κοιμήθηκε, θα σωθεί. Ο Ιησούς, όμως, είχε πει για τον θάνατό του· εκείνοι, όμως, νόμισαν ότι λέει για την κοίμηση του ύπνου.

Τότε, λοιπόν, ο Ιησούς είπε σ’ αυτούς ανοιχτά: Ο Λάζαρος πέθανε. Και χαίρομαι για σας, για να πιστέψετε, επειδή δεν ήμουν εκεί· αλλά, ας πάμε σ’ αυτόν.

Και ο Θωμάς, που λέγεται Δίδυμος, είπε προς τους συμμαθητές: Ας πάμε κι εμείς για να πεθάνουμε μαζί του.

Όταν, λοιπόν, ο Ιησούς ήρθε, τον βρήκε να έχει κιόλας τέσσερις ημέρες μέσα στο μνήμα. Και η Βηθανία ήταν κοντά στα Ιεροσόλυμα, απέχοντας περίπου 15 στάδια. Και πολλοί από τους Ιουδαίους είχαν έρθει προς τη Μάρθα και τη Μαρία, για να τις παρηγορήσουν για τον αδελφό τους. Η Μάρθα, λοιπόν, καθώς άκουσε ότι έρχεται ο Ιησούς, τον προϋπάντησε· ενώ η Μαρία καθόταν στο σπίτι.

Η Μάρθα, λοιπόν, είπε στον Ιησού: Κύριε, αν ήσουν εδώ, δεν θα πέθαινε ο αδελφός μου· όμως, και τώρα ξέρω ότι, όσα ζητήσεις από τον Θεό, ο Θεός θα σου τα δώσει.

Ο Ιησούς λέει σ’ αυτήν: Ο αδελφός σου θα αναστηθεί.

Η Μάρθα λέει σ’ αυτόν: Ξέρω ότι θα αναστηθεί κατά την ανάσταση στην έσχατη ημέρα.

Ο Ιησούς είπε σ’ αυτήν: Εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή· αυτός που πιστεύει σε μένα, και αν πεθάνει, θα ζήσει. Και καθένας που ζει και πιστεύει σε μένα, δεν πρόκειται να πεθάνει στον αιώνα. Το πιστεύεις αυτό;

Του λέει: Ναι, Κύριε, εγώ πίστεψα ότι, εσύ είσαι ο Χριστός, ο Υιός τού Θεού, αυτός που έρχεται στον κόσμο.

Και όταν τα είπε αυτά, πήγε και φώναξε κρυφά την αδελφή της, τη Μαρία, και είπε: Ήρθε ο δάσκαλος, και σε φωνάζει. Εκείνη, καθώς το άκουσε, σηκώνεται γρήγορα και έρχεται σ’ αυτόν. (Ο Ιησούς δεν είχε έρθει ακόμα στην κωμόπολη, αλλά ήταν στον τόπο όπου τον προϋπάντησε η Μάρθα). Οι Ιουδαίοι, λοιπόν, που ήσαν μαζί της μέσα στο σπίτι, και την παρηγορούσαν, βλέποντας τη Μαρία ότι σηκώθηκε γρήγορα και βγήκε έξω, την ακολούθησαν, λέγοντας, ότι: Πηγαίνει στο μνήμα, για να κλάψει εκεί.

Η Μαρία, λοιπόν, καθώς ήρθε όπου ήταν ο Ιησούς, όταν τον είδε, έπεσε στα πόδια του, λέγοντας σ’ αυτόν: Κύριε, αν ήσουν εδώ, δεν θα πέθαινε ο αδελφός μου.

Και ο Ιησούς, καθώς την είδε να κλαίει, και τους Ιουδαίους, που είχαν έρθει μαζί της, να κλαίνε, στέναξε μέσα στο πνεύμα(···) του, και ταράχτηκε, και είπε: Πού τον βάλατε;

Του λένε: Κύριε, έλα και δες.

Δάκρυσε ο Ιησούς.

Οι Ιουδαίοι, λοιπόν, έλεγαν: Δες πόσο τον αγαπούσε.

Μερικοί, μάλιστα, απ’ αυτούς είπαν: Δεν μπορούσε αυτός που άνοιξε τα μάτια τού τυφλού, να κάνει ώστε κι αυτός να μη πεθάνει;

Ο Ιησούς, λοιπόν, στενάζοντας πάλι μέσα του, έρχεται στο μνήμα. Υπήρχε δε ένα σπήλαιο, και επάνω του ήταν τοποθετημένη μια πέτρα. Ο Ιησούς λέει: Σηκώστε την πέτρα.

Η αδελφή τού νεκρού, η Μάρθα, λέει σ’ αυτόν: Κύριε, μυρίζει ήδη· επειδή, είναι τεσσάρων ημερών.

Ο Ιησούς λέει σ’ αυτήν: Δεν σου είπα ότι, αν πιστέψεις, θα δεις τη δόξα τού Θεού;

Σήκωσαν, λοιπόν, την πέτρα, όπου ήταν τοποθετημένος ο νεκρός. Και ο Ιησούς, αφού ύψωσε τα μάτια επάνω, είπε: Πατέρα, σε ευχαριστώ, ότι με άκουσες. Και εγώ γνώριζα ότι πάντοτε με ακούς· αλλά, για το πλήθος, που στέκεται ολόγυρα, το είπα, για να πιστέψουν ότι εσύ με απέστειλες.

Και όταν τα είπε αυτά, κραύγασε με δυνατή φωνή: Λάζαρε, έλα έξω. Και ο πεθαμένος βγήκε έξω, δεμένος τα πόδια και τα χέρια με τα σάβανα· και το πρόσωπό του ήταν ολόγυρα δεμένο με σουδάρι.

Ο Ιησούς λέει σ’ αυτούς: Λύστε τον, και αφήστε τον να περπατήσει.

Πολλοί, λοιπόν, από τους Ιουδαίους, που είχαν έρθει στη Μαρία, και είδαν όσα είχε κάνει ο Ιησούς, πίστεψαν σ’ αυτόν. Μερικοί απ’ αυτούς, όμως, πήγαν στους Φαρισαίους, και είπαν σ’ αυτούς όσα έκανε ο Ιησούς.

Οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι συγκρότησαν, λοιπόν, συνέδριο, και έλεγαν: Τι κάνουμε; Επειδή, αυτός ο άνθρωπος κάνει πολλά θαύματα. Αν τον αφήσουμε έτσι, όλοι θα πιστέψουν σ’ αυτόν· και θάρθουν οι Ρωμαίοι και θα αφανίσουν και τον τόπο μας και το έθνος.

Ένας, μάλιστα, κάποιος απ’ αυτούς, ο Καϊάφας, που ήταν αρχιερέας εκείνου τού χρόνου, τους είπε: Εσείς δεν ξέρετε τίποτε· ούτε συλλογίζεστε ότι, μας συμφέρει να πεθάνει ένας άνθρωπος για χάρη τού λαού, και να μη χαθεί ολόκληρο το έθνος.

Και τούτο δεν το είπε από τον εαυτό του, αλλά επειδή ήταν αρχιερέας εκείνου τού χρόνου, προφήτευσε ότι ο Ιησούς επρόκειτο να πεθάνει χάρη τού έθνους· και όχι μονάχα για χάρη τού έθνους, αλλά και για να συγκεντρώσει σε ένα τα διασκορπισμένα παιδιά τού Θεού. Από την ημέρα εκείνη, λοιπόν, έκαναν συμβούλιο για να τον θανατώσουν.

Γι’ αυτό, ο Ιησούς δεν περπατούσε πλέον φανερά ανάμεσα στους Ιουδαίους, αλλά αναχώρησε από εκεί στον τόπο κοντά στην έρημο, στην πόλη που λεγόταν Εφραϊμ, και έμενε εκεί μαζί με τους μαθητές του.

Και πλησίαζε το Πάσχα των Ιουδαίων· και πολλοί ανέβηκαν από εκείνο τον τόπο στα Ιεροσόλυμα πριν από το Πάσχα, για να καθαρίσουν τον εαυτό τους. Ζητούσαν, λοιπόν, τον Ιησού, και έλεγαν αναμεταξύ τους, καθώς στέκονταν μέσα στο ιερό: Τι σας φαίνεται; Ότι δεν θάρθει στη γιορτή; Και είχαν δώσει προσταγή και οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι, αν κάποιος μάθει πού είναι, να το διαμηνύσει, για να τον πιάσουν.

Ιωάννης

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε