Εξουσία

Και ο Ιησούς είπε: Σας διαβεβαιώνω απόλυτα, όποιος δεν μπαίνει διαμέσου τής θύρας στην αυλή των προβάτων, αλλά ανεβαίνει από αλλού, εκείνος είναι κλέφτης και ληστής.

Όποιος, όμως, μπαίνει διαμέσου τής θύρας, είναι ο ποιμένας των προβάτων. Σε τούτον ο θυρωρός ανοίγει· και τα πρόβατα ακούν τη φωνή του· και τα δικά του πρόβατα τα φωνάζει με το όνομά τους, και τα βγάζει έξω. Και όταν βγάλει έξω τα δικά του πρόβατα, πηγαίνει μπροστά τους· και τα πρόβατα τον ακολουθούν, επειδή γνωρίζουν τη φωνή του. Ξένον, όμως, δεν θα ακολουθήσουν, αλλά θα φύγουν απ’ αυτόν· επειδή, δεν γνωρίζουν τη φωνή των ξένων.

Ο Ιησούς είπε προς αυτούς τούτη την παραβολή· εκείνοι, όμως, δεν κατάλαβαν τι ήσαν αυτά που τους μιλούσε.

Ο Ιησούς, λοιπόν, τους είπε ξανά: Σας διαβεβαιώνω απόλυτα ότι εγώ είμαι η θύρα των προβάτων. Όλοι όσοι ήρθαν πριν από μένα, είναι κλέφτες και ληστές· αλλά, τα πρόβατα δεν τους άκουσαν. Εγώ είμαι η θύρα· όποιος μπει μέσα διαμέσου εμού, θα σωθεί, και θα μπει μέσα, και θα βγει έξω, και θα βρει βοσκή. Ο κλέφτης δεν έρχεται, παρά για να κλέψει, να σφάξει και να εξολοθρεύσει· εγώ ήρθα για να έχουν ζωή, και να την έχουν με αφθονία.

Εγώ είμαι ο ποιμένας ο καλός· ο ποιμένας ο καλός την ψυχή του βάζει για χάρη των προβάτων. Αλλά, ο μισθωτός, και ο οποίος δεν είναι ποιμένας, του οποίου τα πρόβατα δεν είναι δικά του, βλέπει τον λύκο να έρχεται, και αφήνει τα πρόβατα, και φεύγει· και ο λύκος τα αρπάζει, και σκορπίζει τα πρόβατα. Και ο μισθωτός φεύγει, επειδή είναι μισθωτός, και δεν τον μέλει για τα πρόβατα.

Εγώ είμαι ο ποιμένας ο καλός, και γνωρίζω τα δικά μου, και γνωρίζομαι από τα δικά μου, καθώς ο Πατέρας γνωρίζει εμένα, και εγώ γνωρίζω τον Πατέρα· και την ψυχή μου βάζω για χάρη των προβάτων. Και άλλα πρόβατα έχω, που δεν είναι απ’ αυτή την αυλή· πρέπει να συγκεντρώσω και εκείνα· και θα ακούσουν τη φωνή μου· και θα γίνει ένα ποίμνιο, ένας ποιμένας. Γι’ αυτό ο Πατέρας με αγαπάει, επειδή εγώ βάζω την ψυχή μου, για να την πάρω ξανά. Κανένας δεν την αφαιρεί από μένα, αλλά εγώ τη βάζω από μόνος μου· εξουσία έχω να τη βάλω, και εξουσία έχω να την πάρω ξανά. Αυτή την εντολή πήρα από τον Πατέρα μου.

Έγινε, λοιπόν, ξανά σχίσμα ανάμεσα στους Ιουδαίους γι’ αυτά τα λόγια. Και πολλοί απ’ αυτούς έλεγαν: Έχει δαιμόνιο, και παραφρονεί· τι τον ακούτε;

Άλλοι έλεγαν: Αυτά δεν είναι λόγια δαιμονιζόμενου· μήπως ένα δαιμόνιο μπορεί να ανοίγει τα μάτια των τυφλών;

Έγιναν δε τα εγκαίνια στα Ιεροσόλυμα, και ήταν χειμώνας. Και ο Ιησούς περπατούσε μέσα στο ιερό, μέσα στη στοά τού Σολομώντα. Τον περικύκλωσαν, λοιπόν, οι Ιουδαίοι και του έλεγαν: Μέχρι πότε κρατάς την ψυχή μας σε αμφιβολία; Αν εσύ είσαι ο Χριστός, πες το μας ανοιχτά.

Ο Ιησούς αποκρίθηκε σ’ αυτούς: Σας είπα, και δεν πιστεύετε. Τα έργα που εγώ κάνω στο όνομα του Πατέρα μου, αυτά δίνουν μαρτυρία για μένα. Αλλά, εσείς δεν πιστεύετε· επειδή, δεν είστε από τα δικά μου πρόβατα. Όπως σας είπα, τα δικά μου πρόβατα ακούν τη φωνή μου, και εγώ τα γνωρίζω· και με ακολουθούν. Και εγώ δίνω σ’ αυτά αιώνια ζωή· και δεν θα χαθούν στον αιώνα, και κανένας δεν θα τα αρπάξει από το χέρι μου. Ο Πατέρας μου, ο οποίος μου τα έδωσε, είναι μεγαλύτερος από όλους· και κανένας δεν μπορεί να τα αρπάξει από το χέρι τού Πατέρα μου. Εγώ και ο Πατέρας είμαστε ένα.

Οι Ιουδαίοι έπιασαν, πάλι, πέτρες, για να τον λιθοβολήσουν. Ο Ιησούς αποκρίθηκε σ’ αυτούς: Πολλά καλά έργα από τον Πατέρα μου έδειξα σε σας· για ποιο έργο απ’ αυτά με λιθοβολείτε;

Οι Ιουδαίοι αποκρίθηκαν σ’ αυτόν, λέγοντας: Για καλό έργο δεν σε λιθοβολούμε, αλλά για βλασφημία, και επειδή εσύ, ενώ είσαι άνθρωπος, κάνεις τον εαυτό σου Θεό.

Ο Ιησούς αποκρίθηκε σ’ αυτούς: Δεν είναι γραμμένο μέσα στον νόμο σας, «εγώ είπα, είστε θεοί»; Αν εκείνους είπε θεούς, προς τους οποίους έγινε ο λόγος τού Θεού, και η γραφή δεν μπορεί να αναιρεθεί· εκείνον, τον οποίο ο Πατέρας αγίασε, και απέστειλε στον κόσμο, εσείς λέτε, ότι: Βλασφημείς, επειδή είπα, είμαι Υιός τού Θεού; Αν δεν κάνω τα έργα τού Πατέρα μου, μη πιστεύετε σε μένα· αν, όμως, τα κάνω, και αν σε μένα δεν πιστεύετε, πιστέψτε στα έργα· για να γνωρίσετε και να πιστέψετε ότι, ο Πατέρας είναι σε ενότητα με μένα, και εγώ σε ενότητα μ’ αυτόν.

Οι Ιουδαίοι, λοιπόν, ζητούσαν ξανά να τον πιάσουν· και ξέφυγε από το χέρι τους.

Και πήγε πάλι πέρα από τον Ιορδάνη, στον τόπο όπου βάπτιζε ο Ιωάννης, αρχικά· και έμεινε εκεί. Και πολλοί ήρθαν σ’ αυτόν, και έλεγαν, ότι: Ο μεν Ιωάννης δεν έκανε κανένα θαύμα· όλα, όμως, όσα ο Ιωάννης είπε γι’ αυτόν, ήσαν αληθινά. Και εκεί πολλοί πίστεψαν σ’ αυτόν.

Ιωάννης

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε

Δεύτερη φορά

Και ενώ αναχωρούσε, είδε έναν άνθρωπο τυφλόν εκ γενετής. Και οι μαθητές του τον ρώτησαν, λέγοντας: Ραββί, ποιος αμάρτησε, αυτός ή οι γονείς του, ώστε να γεννηθεί τυφλός;

Ο Ιησούς αποκρίθηκε: Ούτε αυτός αμάρτησε ούτε οι γονείς του· αλλά, για να φανερωθούν τα έργα τού Θεού σ’ αυτόν. Εγώ πρέπει να εργάζομαι τα έργα εκείνου που με απέστειλε, όσο είναι ημέρα· έρχεται νύχτα, οπότε κανένας δεν μπορεί να εργάζεται. Ενόσω είμαι μέσα στον κόσμο, είμαι το φως τού κόσμου.

Αφού είπε αυτά, έφτυσε χάμω, και από το φτύσιμο έκανε πηλό, και άλειψε τον πηλό επάνω στα μάτια τού τυφλού· και του είπε: Πήγαινε, νίψου στη μικρή λίμνη τού Σιλωάμ, (που μεταφράζεται: Αποσταλμένος). Πήγε, λοιπόν, και νίφτηκε, και γύρισε βλέποντας.

Και οι γείτονες, και όσοι τον έβλεπαν πρωτύτερα ότι ήταν τυφλός, έλεγαν: Δεν είναι αυτός που καθόταν και ζητιάνευε;

Άλλοι έλεγαν, ότι: Αυτός είναι· και άλλοι ότι: Είναι ένας που του μοιάζει· εκείνος έλεγε, ότι: Εγώ είμαι.

Του έλεγαν, λοιπόν: Πώς άνοιξαν τα μάτια σου;

Εκείνος αποκρίθηκε και είπε: Ένας άνθρωπος, που λέγεται Ιησούς, έκανε πηλό, και άλειψε τα μάτια μου, και μου είπε: Πήγαινε στη μικρή λίμνη τού Σιλωάμ, και νίψου. Και αφού πήγα και πλύθηκα, ανέκτησα την όρασή μου.

Του είπαν, λοιπόν: Πού είναι εκείνος;

Λέει: Δεν ξέρω.

Τον φέρνουν στους Φαρισαίους, αυτόν τον άλλοτε τυφλό. Και ήταν σάββατο, όταν ο Ιησούς έκανε τον πηλό, και άνοιξε τα μάτια του. Τον ρωτούσαν, λοιπόν, ξανά και οι Φαρισαίοι, πώς είδε το φως του. Και εκείνος είπε σ’ αυτούς: Έβαλε πηλό επάνω στα μάτια μου, και νίφτηκα και βλέπω.

Μερικοί από τους Φαρισαίους, λοιπόν, έλεγαν: Αυτός ο άνθρωπος δεν είναι από τον Θεό, επειδή δεν τηρεί το σάββατο.

Άλλοι έλεγαν: Πώς μπορεί ένας αμαρτωλός άνθρωπος να κάνει τέτοια θαύματα; Και υπήρχε σχίσμα αναμεταξύ τους.

Λένε ξανά στον τυφλό: Εσύ τι λες γι’ αυτόν, επειδή άνοιξε τα μάτια σου;

Κι εκείνος είπε, ότι: Είναι προφήτης.

Οι Ιουδαίοι, λοιπόν, δεν πίστεψαν γι’ αυτόν ότι ήταν τυφλός και ότι είδε το φως του, μέχρις ότου φώναξαν τους γονείς εκείνου που είδε το φως του· και τους ρώτησαν, λέγοντας: Είναι αυτός ο γιος σας, που λέτε ότι γεννήθηκε τυφλός; Πώς, λοιπόν, τώρα βλέπει;

Οι γονείς του αποκρίθηκαν σ’ αυτούς, και είπαν: Ξέρουμε ότι αυτός είναι ο γιος μας, και ότι γεννήθηκε τυφλός· πώς, όμως, τώρα βλέπει δεν ξέρουμε· ή, ποιος άνοιξε τα μάτια του, εμείς δεν ξέρουμε· αυτός έχει ηλικία, ρωτήστε τον ίδιο· αυτός θα μιλήσει για τον εαυτό του. Αυτά είπαν οι γονείς του, επειδή φοβόνταν τούς Ιουδαίους· για το ότι οι Ιουδαίοι είχαν ήδη συμφωνήσει, αν κάποιος τον ομολογήσει ως Χριστό, να γίνει αποσυνάγωγος. Γι’ αυτό, οι γονείς του είπαν, ότι: Έχει ηλικία, ρωτήστε τον ίδιο.

Φώναξαν, λοιπόν, για δεύτερη φορά τον άνθρωπο που ήταν τυφλός, και του είπαν: Δόξασε τον Θεό· εμείς ξέρουμε ότι ο άνθρωπος αυτός είναι αμαρτωλός.

Εκείνος, λοιπόν, αποκρίθηκε και είπε: Αν είναι αμαρτωλός δεν ξέρω· ένα ξέρω, ότι ήμουν τυφλός, και τώρα βλέπω.

Του είπαν δε ξανά: Τι σου έκανε; Πώς άνοιξε τα μάτια σου;

Τους αποκρίθηκε: Σας είπα ήδη, και δεν ακούσατε· γιατί πάλι θέλετε να το ακούτε; Μήπως κι εσείς θέλετε να γίνετε μαθητές του;

Τον χλεύασαν, λοιπόν, και είπαν: Εσύ είσαι μαθητής εκείνου· εμείς, όμως, είμαστε μαθητές τού Μωυσή· εμείς ξέρουμε ότι ο Θεός μίλησε στον Μωυσή· τούτον, όμως, δεν ξέρουμε από πού είναι.

Ο άνθρωπος αποκρίθηκε και τους είπε: Κατά τούτο, μάλιστα, είναι το θαυμαστό, ότι εσείς δεν ξέρετε από πού είναι, και μου άνοιξε τα μάτια. Και ξέρουμε ότι ο Θεός αμαρτωλούς δεν ακούει· αλλά, αν κάποιος είναι θεοσεβής, και κάνει το θέλημά του, αυτόν ακούει. Από τον αιώνα δεν έχει ακουστεί, ότι κάποιος έχει ανοίξει τα μάτια ενός που γεννήθηκε τυφλός. Αν αυτός δεν ήταν από τον Θεό, δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτε.

Αποκρίθηκαν και του είπαν: Εσύ γεννήθηκες ολόκληρος μέσα σε αμαρτίες, και εσύ διδάσκεις εμάς; Και τον έβγαλαν έξω.

Ο Ιησούς άκουσε ότι τον έβγαλαν έξω, και όταν τον βρήκε, του είπε: Εσύ πιστεύεις στον Υιό τού Θεού;

Εκείνος αποκρίθηκε και είπε: Ποιος είναι, Κύριε, για να πιστέψω σ’ αυτόν;

Και ο Ιησούς είπε σ’ αυτόν: Και τον είδες, κι αυτός που μιλάει μαζί σου, εκείνος είναι.

Κι εκείνος είπε: Κύριε, πιστεύω. Και τον προσκύνησε.

Και ο Ιησούς είπε: Εγώ για κρίση ήρθα σε τούτο τον κόσμο, για να βλέπουν αυτοί που δεν βλέπουν, και για να γίνουν τυφλοί αυτοί που βλέπουν.

Και τα άκουσαν αυτά, όσοι από τους Φαρισαίους ήσαν μαζί του, και του είπαν: Μήπως κι εμείς είμαστε τυφλοί;

Ο Ιησούς είπε σ’ αυτούς: Αν ήσασταν τυφλοί, δεν θα είχατε αμαρτία· τώρα, όμως, λέτε ότι: Βλέπουμε· η αμαρτία σας, λοιπόν, μένει.

Ιωάννης

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε

Αληθινός

Ο Ιησούς, λοιπόν, μίλησε πάλι προς αυτούς, λέγοντας: Εγώ είμαι το φως τού κόσμου· όποιος ακολουθεί εμένα, δεν θα περπατήσει στο σκοτάδι, αλλά θα έχει το φως τής ζωής.

Του είπαν, λοιπόν, οι Φαρισαίοι: Εσύ δίνεις μαρτυρία για τον εαυτό σου· η μαρτυρία σου δεν είναι αληθινή.

Ο Ιησούς αποκρίθηκε και τους είπε: Και αν εγώ δίνω μαρτυρία για τον εαυτό μου, η μαρτυρία μου είναι αληθινή· επειδή, ξέρω από πού ήρθα, και πού πηγαίνω· εσείς, όμως, δεν ξέρετε από πού έρχομαι και πού πηγαίνω. Εσείς κρίνετε κατά σάρκα· εγώ δεν κρίνω κανέναν. Αλλά, και αν εγώ κρίνω, η δική μου κρίση είναι αληθινή· επειδή, δεν είμαι μόνος, αλλά εγώ και ο Πατέρας, που με απέστειλε. Αλλά και μέσα στον νόμο σας είναι γραμμένο, ότι: Η μαρτυρία δύο ανθρώπων είναι αληθινή. Εγώ είμαι που δίνω μαρτυρία για τον εαυτό μου, και ο Πατέρας, που με απέστειλε, δίνει μαρτυρία για μένα.

Του έλεγαν, λοιπόν: Πού είναι ο Πατέρας σου;

Ο Ιησούς αποκρίθηκε: Ούτε εμένα ξέρετε ούτε τον Πατέρα μου· αν ξέρατε εμένα, θα ξέρατε και τον Πατέρα μου. Αυτά τα λόγια τα μίλησε ο Ιησούς στο θησαυροφυλάκιο, διδάσκοντας μέσα στο ιερό· και κανένας δεν τον έπιασε, επειδή δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα του.

Ο Ιησούς, λοιπόν, είπε πάλι προς αυτούς: Εγώ πηγαίνω, και θα με ζητήσετε, και θα πεθάνετε μέσα στην αμαρτία σας. Όπου εγώ πηγαίνω, εσείς δεν μπορείτε νάρθετε.

Έλεγαν, λοιπόν, οι Ιουδαίοι: Μήπως θέλει να θανατώσει τον εαυτό του, και γι’ αυτό λέει: Όπου εγώ πηγαίνω, εσείς δεν μπορείτε νάρθετε;

Και τους είπε: Εσείς είστε εκ των κάτω, εγώ είμαι εκ των άνω. Εσείς είστε από τούτο τον κόσμο, εγώ δεν είμαι από τούτο τον κόσμο. Σας είπα, λοιπόν, ότι θα πεθάνετε μέσα στις αμαρτίες σας· επειδή, αν δεν πιστέψετε ότι εγώ είμαι, θα πεθάνετε μέσα στις αμαρτίες σας.

Του έλεγαν, λοιπόν: Εσύ ποιος είσαι;

Και ο Ιησούς είπε σ’ αυτούς: Ό,τι σας λέω εξαρχής. Πολλά έχω να λέω και να κρίνω για σας· αλλά, αυτός που με απέστειλε είναι αληθής· και εγώ, όσα άκουσα απ’ αυτόν, αυτά λέω στον κόσμο.

Δεν κατάλαβαν ότι τους έλεγε για τον Πατέρα. Ο Ιησούς, λοιπόν, είπε προς αυτούς: Όταν υψώσετε τον Υιό τού ανθρώπου, τότε θα γνωρίσετε ότι εγώ είμαι, και από τον εαυτό μου δεν κάνω τίποτε, αλλά καθώς με δίδαξε ο Πατέρας μου, αυτά μιλάω. Και εκείνος που με απέστειλε είναι μαζί μου· ο Πατέρας δεν με άφησε μόνον· επειδή, εγώ κάνω πάντοτε τα αρεστά σ’ αυτόν. Και ενώ μιλούσε αυτά, πολλοί πίστεψαν σ’ αυτόν.

Ο Ιησούς, λοιπόν, έλεγε στους Ιουδαίους, που είχαν πιστέψει σ’ αυτόν: Αν εσείς μείνετε στον δικό μου λόγο, είστε αληθινά μαθητές μου· και θα γνωρίσετε την αλήθεια, και η αλήθεια θα σας ελευθερώσει.

Του αποκρίθηκαν: Σπέρμα τού Αβραάμ είμαστε, και ποτέ δεν γίναμε δούλοι σε κανέναν· πώς εσύ λες ότι: Θα γίνετε ελεύθεροι;

Τους αποκρίθηκε ο Ιησούς: Σας διαβεβαιώνω απόλυτα, ότι: Καθένας που πράττει την αμαρτία, είναι δούλος της αμαρτίας. Και ο δούλος δεν μένει πάντοτε μέσα στο σπίτι· ο γιος μένει πάντοτε. Αν, λοιπόν, ο Υιός σάς ελευθερώσει, θα είστε πραγματικά ελεύθεροι. Ξέρω ότι είστε σπέρμα τού Αβραάμ· αλλά, ζητάτε να με θανατώσετε, επειδή ο δικός μου λόγος δεν χωράει μέσα σας. Εγώ μιλάω ό,τι είδα κοντά στον Πατέρα μου· και εσείς, παρόμοια, κάνετε ό,τι είδατε κοντά στον πατέρα σας.

Αποκρίθηκαν και του είπαν: Ο πατέρας μας είναι ο Αβραάμ.

Ο Ιησούς λέει σ’ αυτούς: Αν ήσασταν παιδιά τού Αβραάμ, θα κάνατε τα έργα τού Αβραάμ. Τώρα, όμως, ζητάτε να με θανατώσετε, έναν άνθρωπο που σας μίλησα την αλήθεια, την οποία άκουσα από τον Θεό· αυτό ο Αβραάμ δεν το έκανε. Εσείς κάνετε τα έργα τού πατέρα σας.

Του είπαν, λοιπόν: Εμείς δεν γεννηθήκαμε από πορνεία· έναν πατέρα έχουμε, τον Θεό.

Ο Ιησούς, λοιπόν, είπε σ’ αυτούς: Αν ο Θεός ήταν πατέρας σας, θα αγαπούσατε εμένα· επειδή, εγώ από τον Θεό βγήκα, και έρχομαι· δεδομένου ότι, δεν ήρθα από τον εαυτό μου, αλλά με απέστειλε εκείνος. Γιατί δεν γνωρίζετε τη λαλιά μου; Επειδή, δεν μπορείτε να ακούτε τον λόγο μου. Εσείς είστε από τον πατέρα τον διάβολο, και θέλετε να κάνετε τις επιθυμίες τού πατέρα σας. Εκείνος ήταν εξαρχής ανθρωποκτόνος, και δεν μένει στην αλήθεια· επειδή, αλήθεια δεν υπάρχει σ’ αυτόν. Όταν μιλάει το ψέμα, μιλάει από τα δικά του· επειδή, είναι ψεύτης, και ο πατέρας τού ίδιου τού ψεύδους. Και εγώ, επειδή λέω την αλήθεια, δεν με πιστεύετε. Ποιος από σας με ελέγχει για αμαρτία; Αν, όμως, σας λέω αλήθεια, γιατί εσείς δεν με πιστεύετε; Όποιος είναι από τον Θεό, ακούει τα λόγια τού Θεού· γι’ αυτό εσείς δεν ακούτε, επειδή δεν είστε από τον Θεό.

Οι Ιουδαίοι, λοιπόν, αποκρίθηκαν και του είπαν: Καλά δεν λέμε εμείς ότι, εσύ είσαι Σαμαρείτης και έχεις δαιμόνιο;

Ο Ιησούς αποκρίθηκε: Εγώ δεν έχω δαιμόνιο, αλλά τιμάω τον Πατέρα μου, κι εσείς με ατιμάζετε. Και εγώ δεν ζητάω τη δόξα μου· υπάρχει αυτός που ζητάει και κρίνει. Σας διαβεβαιώνω απόλυτα: Αν κάποιος φυλάξει τον λόγο μου, δεν θα δει θάνατο στον αιώνα.

Οι Ιουδαίοι, λοιπόν, είπαν σ’ αυτόν: Τώρα καταλάβαμε ότι έχεις δαιμόνιο. Ο Αβραάμ πέθανε και οι προφήτες, κι εσύ λες: Αν κάποιος φυλάξει τον λόγο μου, δεν θα γευθεί θάνατο στον αιώνα. Μήπως εσύ είσαι μεγαλύτερος από τον πατέρα μας τον Αβραάμ, που πέθανε; Και οι προφήτες πέθαναν· εσύ για ποιον κάνεις τον εαυτό σου;

Ο Ιησούς αποκρίθηκε και είπε: Αν εγώ δοξάζω τον εαυτό μου, η δόξα μου δεν είναι τίποτε· ο Πατέρας μου είναι αυτός που με δοξάζει, τον οποίο εσείς λέτε ότι είναι Θεός σας· και δεν τον γνωρίσατε, εγώ όμως τον γνωρίζω· και αν πω ότι δεν τον γνωρίζω, θα είμαι όμοιος με σας, ψεύτης· αλλά, τον γνωρίζω, και τηρώ τον λόγο του. Ο Αβραάμ, ο πατέρας σας, είχε αγαλλίαση να δει τη δική μου ημέρα· και είδε, και χάρηκε.

Οι Ιουδαίοι, λοιπόν, είπαν σ’ αυτόν: Ακόμα χρόνια δεν έχεις, και είδες τον Αβραάμ;

Ο Ιησούς είπε σ’ αυτούς: Σας διαβεβαιώνω απόλυτα: Πριν γίνει ο Αβραάμ εγώ είμαι.  Σήκωσαν, λοιπόν, πέτρες για να ρίξουν εναντίον του· ο δε Ιησούς κρύφτηκε, και βγήκε από το ιερό, περνώντας από ανάμεσά τους· και μ’ αυτόν τον τρόπο αναχώρησε.

Ιωάννης

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε

Ένας-ένας

Ο Ιησούς πήγε στο βουνό των Ελαιών.

Και την αυγή ήρθε πάλι στο ιερό, και ολόκληρος ο λαός ερχόταν σ’ αυτόν· και αφού κάθησε, τους δίδασκε. Οι δε γραμματείς και οι Φαρισαίοι φέρνουν προς αυτόν μια γυναίκα που συνελήφθη να διαπράττει μοιχεία, και, αφού την έστησαν στο μέσον, του λένε: Δάσκαλε, αυτή η γυναίκα συνελήφθη επ’ αυτοφώρω διαπράττοντας μοιχεία. Και στον νόμο ο Μωυσής πρόσταξε σε μας, οι γυναίκες αυτού τού είδους να λιθοβολούνται· εσύ, λοιπόν, τι λες; Και το έλεγαν αυτό δοκιμάζοντάς τον, για να έχουν να τον κατηγορούν.

Ο δε Ιησούς, σκύβοντας κάτω, έγραφε με το δάχτυλό του στη γη. Και επειδή επέμεναν ρωτώντας τον, σηκώνοντας το κεφάλι, είπε σ’ αυτούς: Όποιος από σας είναι αναμάρτητος, ας ρίξει πρώτος την πέτρα εναντίον της. Και πάλι, σκύβοντας κάτω, έγραφε στη γη.

Και εκείνοι, όταν το άκουσαν, και ελεγχόμενοι από τη συνείδηση, έβγαινε ένας-ένας, αρχίζοντας από τους πρεσβύτερους μέχρι τους τελευταίους· και ο Ιησούς έμεινε μόνος, και η γυναίκα που στεκόταν στο μέσον. Και όταν ο Ιησούς σήκωσε το κεφάλι, και μη βλέποντας κανέναν, εκτός από τη γυναίκα, της είπε: Γυναίκα, πού είναι εκείνοι οι κατήγοροί σου; Δεν σε καταδίκασε κανένας;

Και εκείνη είπε: Κανένας, Κύριε.

Και ο Ιησούς είπε σ’ αυτήν: Ούτε εγώ σε καταδικάζω· πήγαινε, και στο εξής μη αμάρτανε.

Ιωάννης

 

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε

Δίκαιη κρίση

Και ύστερα απ’ αυτά, ο Ιησούς περπατούσε στη Γαλιλαία· επειδή, δεν ήθελε να περπατάει στην Ιουδαία, για τον λόγο ότι οι Ιουδαίοι ζητούσαν να τον θανατώσουν.

Και πλησίαζε η γιορτή των Ιουδαίων, η σκηνοπηγία. Του είπαν, λοιπόν, οι αδελφοί του: Μετακινήσου από εδώ, και πήγαινε στην Ιουδαία, για να δουν και οι μαθητές σου τα έργα σου τα οποία κάνεις· επειδή, κανένας δεν κάνει κάτι κρυφά, και ζητάει αυτός να είναι φανερός. Αν τα κάνεις αυτά, φανέρωσε τον εαυτό σου στον κόσμο. Επειδή, ούτε οι αδελφοί του δεν πίστευαν σ’ αυτόν.

Τους λέει, λοιπόν, ο Ιησούς: Ο δικός μου καιρός δεν ήρθε ακόμα, ενώ ο δικός σας καιρός είναι πάντοτε έτοιμος. Δεν μπορεί ο κόσμος να μισεί εσάς· εμένα, όμως, με μισεί, επειδή εγώ δίνω μαρτυρία γι’ αυτόν, ότι τα έργα του είναι πονηρά. Εσείς ανεβείτε σ’ αυτή τη γιορτή· εγώ δεν ανεβαίνω ακόμα σ’ αυτή τη γιορτή, επειδή ο καιρός μου δεν εκπληρώθηκε ακόμα. Και όταν τούς είπε αυτά, έμεινε στη Γαλιλαία.

Και αφού οι αδελφοί του ανέβηκαν, τότε ανέβηκε κι αυτός στη γιορτή, όχι φανερά, αλλά κάπως κρυφά. Οι Ιουδαίοι, λοιπόν, τον ζητούσαν στη γιορτή, και έλεγαν: Πού είναι εκείνος;

Και υπήρχε γι’ αυτόν μεγάλος γογγυσμός ανάμεσα στα πλήθη· άλλοι μεν έλεγαν, ότι: Είναι καλός· και άλλοι έλεγαν: Όχι· αλλά, πλανάει το πλήθος. Κανένας, όμως, δεν μιλούσε ανοιχτά γι’ αυτόν, εξαιτίας τού φόβου των Ιουδαίων.

Και ενώ η γιορτή ήταν ήδη στα μισά της, ο Ιησούς ανέβηκε στο ιερό, και δίδασκε. Και οι Ιουδαίοι θαύμαζαν, λέγοντας: Πώς αυτός ξέρει γράμματα, ενώ δεν έχει μάθει;

Ο Ιησούς αποκρίθηκε σ’ αυτούς και είπε: Η δική μου διδασακαλία δεν είναι δική μου, αλλά εκείνου που με απέστειλε. Αν κάποιος θέλει να κάνει το θέλημά του, θα γνωρίσει για τη διδασκαλία, αν είναι από τον Θεό ή αν εγώ μιλάω από τον εαυτό μου. Όποιος μιλάει από τον εαυτό του, ζητάει τη δική του δόξα· όποιος, όμως, ζητάει τη δόξα εκείνου που τον απέστειλε, αυτός είναι αληθινός, και αδικία δεν υπάρχει σ’ αυτόν. Ο Μωυσής δεν σας έδωσε τον νόμο; Και κανένας από σας δεν εκπληρώνει τον νόμο. Γιατί ζητάτε να με θανατώσετε;

Το πλήθος αποκρίθηκε και είπε: Έχεις δαιμόνιο. Ποιος ζητάει να σε θανατώσει;

Ο Ιησούς αποκρίθηκε και τους είπε: Ένα έργο έκανα, και όλοι θαυμάζετε. Γι’ αυτό ο Μωυσής έδωσε σε σας την περιτομή, (όχι ότι είναι από τον Μωυσή, αλλά από τους πατέρες), και κατά το σάββατο περιτέμνετε άνθρωπο. Αν ένας άνθρωπος παίρνει περιτομή κατά το σάββατο, για να μη παραβιαστεί ο νόμος τού Μωυσή, οργίζεστε εναντίον μου, επειδή έκανα έναν ολόκληρο άνθρωπο υγιή κατά το σάββατο; Μη κρίνετε επιφανειακά, αλλά τη δίκαιη κρίση να κρίνετε.

Μερικοί, λοιπόν, από τους Ιεροσολυμίτες έλεγαν: Δεν είναι αυτός, τον οποίο ζητούν να θανατώσουν; Και δέστε, μιλάει ανοιχτά, καιδεν του λένε τίποτε. Μήπως οι άρχοντες γνώρισαν πραγματικά ότι αυτός είναι αληθινά ο Χριστός; Αλλά, τούτον ξέρουμε από πού είναι· ενώ ο Χριστός όταν έρχεται, κανένας δεν γνωρίζει από πού είναι. Ο Ιησούς, λοιπόν, φώναξε, διδάσκοντας μέσα στο ιερό, και είπε: Και εμένα ξέρετε, και από πού είμαι ξέρετε· και από μόνος μου δενήρθα, αλλά είναι αληθινός αυτός που με απέστειλε, τον οποίο εσείς δεν τον ξέρετε· εγώ, όμως, τον ξέρω, επειδή απ’ αυτόν είμαι, και εκείνος με απέστειλε.

Ζητούσαν, λοιπόν, να τον πιάσουν, και κανένας δεν έβαλε επάνω του το χέρι, επειδή δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα του. Και πολλοί από το πλήθος πίστεψαν σ’ αυτόν, και έλεγαν ότι: Όταν έρθει ο Χριστός, μήπως θα κάνει περισσότερα από τούτα τα θαύματα, που αυτός έκανε;

Και οι Φαρισαίοι άκουσαν ότι το πλήθος γόγγυζε γι’ αυτόν σχετικά με τα πράγματα αυτά, και έστειλαν υπηρέτες οι Φαρισαίοι και οι αρχιερείς, για να τον πιάσουν.

Ο Ιησούς, λοιπόν, τους είπε: Ακόμα λίγο καιρό είμαι μαζί σας, και πηγαίνω σ’ εκείνον που με απέστειλε. Θα με ζητήσετε, και δεν θα με βρείτε· και όπου είμαι εγώ, εσείς δεν μπορείτε νάρθετε.

Οι Ιουδαίοι, λοιπόν, είπαν αναμεταξύ τους: Πού πρόκειται να πάει αυτός, ώστε εμείς δεν θα τον βρούμε; Μήπως θα πάει στους διασπαρμένους ανάμεσα στους Έλληνες, και να διδάσκει τούς Έλληνες; Ποιος είναι αυτός ο λόγος που είπε: Θα με ζητήσετε, και δεν θα με βρείτε; Και: Όπου είμαι εγώ, εσείς δεν μπορείτε νάρθετε;

Και κατά τη μεγάλη τελευταία ημέρα τής γιορτής, ο Ιησούς στεκόταν, και έκραξε λέγοντας: Αν κάποιος διψάει, ας έρχεται σε μένα, και ας πίνει· όποιος πιστεύει σε μένα, όπως είπε η γραφή, ποτάμια από ζωντανό νερό θα ρεύσουν από την κοιλιά του. (Αυτό το έλεγε για το Πνεύμα, που επρόκειτο να παίρνουν αυτοί που πιστεύουν σ’ αυτόν· επειδή, δεν ήταν ακόμα δοσμένο το Άγιο Πνεύμα· για τον λόγο ότι, ο Ιησούς δεν είχε ακόμα δοξαστεί).

Πολλοί, λοιπόν, από το πλήθος, όταν άκουσαν τα λόγια, έλεγαν: Αυτός είναι αληθινά ο προφήτης.

Άλλοι έλεγαν: Αυτός είναι ο Χριστός.

Άλλοι, όμως, έλεγαν: Μήπως από τη Γαλιλαία έρχεται ο Χριστός; Δεν είπε η γραφή ότι, από το σπέρμα τού Δαβίδ, και από την κωμόπολη Βηθλεέμ, όπου ήταν ο Δαβίδ, έρχεται ο Χριστός; Έγινε, λοιπόν, σχίσμα γι’ αυτόν ανάμεσα στο πλήθος. Μερικοί μάλιστα απ’ αυτούς ήθελαν να τον πιάσουν· αλλά κανένας δεν έβαλε επάνω του τα χέρια.

Οι υπηρέτες, λοιπόν, ήρθαν στους αρχιερείς και τους Φαρισαίους, και εκείνοι είπαν σ’ αυτούς: Γιατί δεν τον φέρατε;

Οι υπηρέτες αποκρίθηκαν: Ουδέποτε άνθρωπος μίλησε με τέτοιον τρόπο, όπως αυτός ο άνθρωπος.

Τους αποκρίθηκαν, λοιπόν, οι Φαρισαίοι: Μήπως πλανηθήκατε κι εσείς; Μήπως κάποιος από τους άρχοντες πίστεψε σ’ αυτόν ή κάποιος από τους Φαρισαίους; Ο όχλος αυτός, όμως, που δεν γνωρίζει τον νόμο, είναι επικατάρατοι.

Ο Νικόδημος λέει σ’ αυτούς, (εκείνος που είχε έρθει σ’ αυτόν μέσα στη νύχτα, και ήταν ένας απ’ αυτούς): Μήπως ο νόμος μας κρίνει τον άνθρωπο, αν πρώτα δεν ακούσει απ’ αυτόν, και μάθει τι κάνει;

Του αποκρίθηκαν και του είπαν: Μήπως κι εσύ είσαι από τη Γαλιλαία; Ερεύνησε και δες ότι, προφήτης από τη Γαλιλαία δεν έχει σηκωθεί.

Και κάθε ένας πήγε στο σπίτι του.

Ιωάννης

 

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε

Στο βουνό

Υστερα απ’ αυτά, ο Ιησούς αναχώρησε πέρα από τη θάλασσα της Γαλιλαίας, της Τιβεριάδας· και τον ακολουθούσε ένα μεγάλο πλήθος, επειδή έβλεπαν τα θαύματά του που έκανε επάνω σ’ εκείνους που ασθενούσαν.

Και ο Ιησούς ανέβηκε επάνω στο βουνό, και εκεί καθόταν μαζί με τους μαθητές του. Και πλησίαζε το Πάσχα, η γιορτή των Ιουδαίων.

Ο Ιησούς, λοιπόν, καθώς ύψωσε τα μάτια του, και βλέποντας ότι ένα μεγάλο πλήθος έρχεται προς αυτόν, λέει στον Φίλιππο: Από πού θα αγοράσουμε ψωμιά, για να φάνε αυτοί; (Κι αυτό το έλεγε δοκιμάζοντάς τον· επειδή, αυτός ήξερε τι επρόκειτο να κάνει).

Ο Φίλιππος του αποκρίθηκε: Ψωμιά για 200 δηνάρια δεν αρκούν σ’ αυτούς, για να πάρει κάθε ένας κάτι λίγο.

Ένας από τους μαθητές του, ο Ανδρέας, ο αδελφός τού Σίμωνα, λέει σ’ αυτόν: Εδώ είναι ένα παιδάκι, που έχει πέντε κρίθινα ψωμιά, και δύο ψάρια· αλλά, αυτά τι είναι σε τόσους πολλούς;

Και ο Ιησούς είπε: Κάντε τούς ανθρώπους να καθήσουν. Υπήρχε δε πολύ χορτάρι σ’ αυτό τον τόπο. Και κάθησαν οι άνδρες περίπου 5.000 σε αριθμό. Και ο Ιησούς πήρε τα ψωμιά, και αφού ευχαρίστησε, τα μοίρασε στους μαθητές, και οι μαθητές στους καθισμένους· το ίδιο και από τα ψάρια, όσο ήθελαν.

Και αφού χόρτασαν, λέει στους μαθητές του: Μαζέψτε τα κομμάτια που περίσσεψαν, για να μη χαθεί τίποτε. Τα μάζεψαν, λοιπόν, και γέμισαν δώδεκα κοφίνια με κομμάτια από τα πέντε κρίθινα ψωμιά, που περίσσεψαν απ’ αυτούς που έφαγαν.

Οι άνθρωποι, λοιπόν, όταν είδαν το θαύμα που έκανε ο Ιησούς, έλεγαν, ότι: Αυτός είναι αληθινά ο προφήτης, που επρόκειτο νάρθει στον κόσμο. Ο Ιησούς, λοιπόν, επειδή γνώρισε ότι πρόκειται νάρθουν, και να τον αρπάξουν για να τον κάνουν βασιλιά, αναχώρησε πάλι στο βουνό αυτός μόνος.

Και καθώς έγινε βράδυ, οι μαθητές του κατέβηκαν στη θάλασσα· και αφού μπήκαν μέσα στο πλοίο, έρχονταν στην απέναντι πλευρά τής θάλασσας, στην Καπερναούμ. Και είχε ήδη γίνει σκοτάδι, και ο Ιησούς δεν είχε έρθει σ’ αυτούς· και η θάλασσα υψωνόταν, επειδή έπνεε δυνατός άνεμος. Αφού, λοιπόν, κωπηλάτησαν περίπου 25 ή 30 στάδια, βλέπουν τον Ιησού να περπατάει επάνω στη θάλασσα, και να πλησιάζει στο πλοίο, και φοβήθηκαν. Και εκείνος τούς λέει: Εγώ είμαι, μη φοβάστε. Ήθελαν, λοιπόν, να τον πάρουν στο πλοίο· κι αμέσως το πλοίο έφτασε στη γη, όπου πήγαιναν.

Την επόμενη ημέρα, το πλήθος που στεκόταν πέρα από τη θάλασσα, όταν είδε ότι άλλο μικρό πλοίο δεν υπήρχε εκεί, παρά μονάχα ένα, εκείνο στο οποίο είχαν μπει μέσα οι μαθητές του, και ότι ο Ιησούς δεν είχε μπει μέσα στο μικρό πλοίο μαζί με τους μαθητές του, αλλά οι μαθητές του αναχώρησαν μόνοι· (ήρθαν και άλλα μικρά πλοία από την Τιβεριάδα, κοντά στον τόπο όπου είχαν φάει το ψωμί, αφού ο Κύριος είχε ευχαριστήσει)· όταν, λοιπόν, το πλήθος είδε ότι ο Ιησούς δεν είναι εκεί ούτε οι μαθητές του, μπήκαν κι αυτοί μέσα στα πλοία, και ήρθαν στην Καπερναούμ ζητώντας τον Ιησού.

Και όταν τον βρήκαν, πέρα από τη θάλασσα, του είπαν: Ραββί, πότε ήρθες εδώ;

Ο Ιησούς αποκρίθηκε σ’ αυτούς και είπε: Σας διαβεβαιώνω απόλυτα, με ζητάτε, όχι επειδή είδατε θαύματα, αλλά επειδή φάγατε από τα ψωμιά και χορτάσατε. Εργάζεστε όχι για την τροφή που φθείρεται, αλλά για την τροφή που μένει σε αιώνια ζωή, την οποία ο Υιός τού ανθρώπου θα σας δώσει· επειδή, τούτον σφράγισε ο Πατέρας, ο Θεός.

Του είπαν, λοιπόν: Τι να κάνουμε για να εργαζόμαστε τα έργα τού Θεού;

Ο Ιησούς αποκρίθηκε και τους είπε: Τούτο είναι το έργο τού Θεού, να πιστέψετε σ’ αυτόν τον οποίον εκείνος απέστειλε.

Τότε, του είπαν: Ποιο σημείο, λοιπόν, κάνεις εσύ, για να δούμε και να πιστέψουμε σε σένα; Τι εργάζεσαι; Οι πατέρες μας έφαγαν το μάννα μέσα στην έρημο, όπως είναι γραμμένο: «Άρτον από τον ουρανό έδωσε σ’ αυτούς να φάνε».

Ο Ιησούς, λοιπόν, είπε προς αυτούς: Σας διαβεβαιώνω απόλυτα: Δεν σας έδωσε τον άρτο από τον ουρανό ο Μωυσής· αλλά, ο Πατέρας μου σας δίνει τον άρτο τον αληθινό από τον ουρανό. Επειδή, ο άρτος τού Θεού είναι αυτός που κατεβαίνει από τον ουρανό, και δίνει ζωή στον κόσμο.

Του είπαν, λοιπόν: Κύριε, δώσε μας πάντοτε τούτον τον άρτο.

Και ο Ιησούς είπε σ’ αυτούς: Εγώ είμαι ο άρτος τής ζωής· όποιος έρχεται σε μένα, δεν θα πεινάσει· και όποιος πιστεύει σε μένα, δεν θα διψάσει ποτέ. Όμως, σας είπα ότι, και με είδατε και δεν πιστεύετε. Κάθε τι που μου δίνει ο Πατέρας, θάρθει σε μένα· και εκείνον που έρχεται σε μένα, δεν θα τον βγάλω έξω· επειδή, κατέβηκα από τον ουρανό, όχι για να κάνω το δικό μου θέλημα, αλλά το θέλημα εκείνου που με απέστειλε. Και το θέλημα του Πατέρα, που με απέστειλε, είναι τούτο: Κάθε τι που μου έδωσε, να μη απολέσω τίποτε απ’ αυτό, αλλά να το αναστήσω κατά την έσχατη ημέρα. Και το θέλημα εκείνου που με απέστειλε είναι τούτο: Καθένας που βλέπει τον Υιό και πιστεύει σ’ αυτόν, να έχει αιώνια ζωή, και εγώ θα τον αναστήσω κατά την έσχατη ημέρα.

Οι Ιουδαίοι, λοιπόν, γόγγυζαν γι’ αυτόν, επειδή είπε: Εγώ είμαι ο άρτος, που κατέβηκε από τον ουρανό· και έλεγαν: Δεν είναι αυτός ο Ιησούς, ο γιος τού Ιωσήφ, του οποίου εμείς γνωρίζουμε τον πατέρα και τη μητέρα; Πώς, λοιπόν, αυτός λέει ότι, κατέβηκα από τον ουρανό;

Ο Ιησούς αποκρίθηκε, λοιπόν, και τους είπε: Μη γογγύζετε αναμεταξύ σας. Κανένας δεν μπορεί νάρθει σε μένα, αν δεν τον ελκύσει ο Πατέρας που με απέστειλε· και εγώ θα τον αναστήσω κατά την έσχατη ημέρα. Είναι γραμμένο στους προφήτες: «Και όλοι θα είναι διδακτοί τού Θεού». Καθένας, λοιπόν, που θα ακούσει από τον Πατέρα και θα μάθει, έρχεται σε μένα. Όχι ότι κάποιος είδε τον Πατέρα, παρά μονάχα εκείνος που είναι από τον Θεό· αυτός είδε τον Πατέρα. Σας διαβεβαιώνω απόλυτα: Εκείνος που πιστεύει σε μένα, έχει αιώνια ζωή. Εγώ είμαι ο άρτος τής ζωής. Οι πατέρες σας έφαγαν το μάννα μέσα στην έρημο και πέθαναν. Αυτός είναι ο άρτος, που κατεβαίνει από τον ουρανό, για να φάει κάποιος απ’ αυτόν και να μη πεθάνει. Εγώ είμαι ο άρτος ο ζωντανός, που κατέβηκε από τον ουρανό. Αν κάποιος φάει απ’ αυτόν τον άρτο, θα ζήσει στον αιώνα. Και, μάλιστα, ο άρτος τον οποίο εγώ θα δώσω, είναι η σάρκα μου, που εγώ θα δώσω χάρη τής ζωής τού κόσμου.

Οι Ιουδαίοι μάχονταν, λοιπόν, αναμεταξύ τους, λέγοντας: Πώς μπορεί αυτός να μας δώσει να φάμε τη σάρκα του;

Ο Ιησούς, λοιπόν, είπε σ’ αυτούς: Σας διαβεβαιώνω απόλυτα: Αν δεν φάτε τη σάρκα τού Υιού τού ανθρώπου, και δεν πιείτε το αίμα του, δεν έχετε μέσα σας ζωή. Όποιος τρώει τη σάρκα μου, και πίνει το αίμα μου, έχει αιώνια ζωή, και εγώ θα τον αναστήσω κατά την έσχατη ημέρα. Επειδή, η σάρκα μου, αληθινά, είναι τροφή, και το αίμα μου, αληθινά, είναι πόση. Όποιος τρώει τη σάρκα μου, και πίνει το αίμα μου, μένει σε ενότητα με μένα και εγώ σε ενότητα μ’ αυτόν. Όπως με απέστειλε ο Πατέρας που ζει, και εγώ ζω για τον Πατέρα, έτσι και όποιος με τρώει, θα ζήσει και εκείνος για μένα. Αυτός είναι ο άρτος, που κατέβηκε από τον ουρανό· όχι όπως οι πατέρες σας έφαγαν το μάννα, και πέθαναν· όποιος τρώει τούτον τον άρτο, θα ζήσει στον αιώνα. Αυτά είπε μέσα στη συναγωγή διδάσκοντας στην Καπερναούμ.

Πολλοί, λοιπόν, από τους μαθητές του, όταν τα άκουσαν αυτά, είπαν: Σκληρός είναι αυτός ο λόγος· ποιος μπορεί να τον ακούει;

Και καθώς ο Ιησούς αντιλήφθηκε μέσα του ότι οι μαθητές του γογγύζουν γι’ αυτό, τους είπε: Αυτό σας σκανδαλίζει; Αν, λοιπόν, θωρείτε τον Υιό τού ανθρώπου να ανεβαίνει όπου ήταν πρωτύτερα; Το πνεύμα είναι εκείνο που ζωοποιεί, η σάρκα δεν ωφελεί τίποτε· τα λόγια που εγώ σας μιλάω, είναι πνεύμα και είναι ζωή· όμως, είναι μερικοί από σας, που δεν πιστεύουν. Επειδή, ο Ιησούς ήξερε εξαρχής, ποιοι είναι εκείνοι που δεν πιστεύουν, και ποιος είναι εκείνος που πρόκειται να τον παραδώσει. Και έλεγε: Γι’ αυτό, σας είπα ότι: Κανένας δεν μπορεί νάρθει σε μένα, αν δεν του είναι δοσμένο από τον Πατέρα μου.

Από τότε, πολλοί από τους μαθητές του στράφηκαν προς τα πίσω, και δεν περπατούσαν πλέον μαζί του.

Ο Ιησούς, λοιπόν, είπε στους δώδεκα: Μήπως κι εσείς θέλετε να φύγετε;

Του αποκρίθηκε, λοιπόν, ο Σίμωνας Πέτρος: Κύριε, σε ποιον θα πάμε; Εσύ έχεις λόγια αιώνιας ζωής· κι εμείς πιστέψαμε και γνωρίσαμε ότι εσύ είσαι ο Χριστός, ο Υιός τού ζωντανού Θεού.

Ο Ιησούς αποκρίθηκε σ’ αυτούς: Εγώ δεν διάλεξα εσάς τους δώδεκα, και ένας από σας είναι διάβολος; Και εννοούσε τον Ιούδα τού Σίμωνα, τον Ισκαριώτη· επειδή, αυτός, ενώ ήταν ένας από τους δώδεκα, επρόκειτο να τον παραδώσει.

Ιωάννης

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε

Μια μικρή λίμνη

Υστερα απ’ αυτά, ήταν γιορτή των Ιουδαίων, και ο Ιησούς ανέβηκε στα Ιεροσόλυμα.

Υπάρχει, μάλιστα, στα Ιεροσόλυμα, κοντά στην προβατική πύλη, μια μικρή λίμνη, που στα Εβραϊκά επονομάζεται Βηθεσδά, η οποία έχει πέντε στοές. Σ’ αυτές ήταν κατάκοιτο ένα μεγάλο πλήθος από ανθρώπους που ασθενούσαν: Από τυφλούς, χωλούς, παράλυτους, που περίμεναν την κίνηση του νερού. Επειδή, ένας άγγελος κατέβαινε κατά καιρούς στη μικρή λίμνη, και τάραζε το νερό· όποιος, λοιπόν, έμπαινε πρώτος, ύστερα από την ταραχή τού νερού, γινόταν υγιής από οποιαδήποτε αρρώστια και αν έπασχε. Υπήρχε εκεί και κάποιος άνθρωπος, που για 38 χρόνια έπασχε από ασθένεια. Αυτόν, μόλις τον είδε ο Ιησούς ότι ήταν κατάκοιτος, και ξέροντας ότι πάσχει ήδη πολύ καιρό, του λέει: Θέλεις να γίνεις υγιής;

Αυτός που ασθενούσε αποκρίθηκε σ’ αυτόν: Κύριε, δεν έχω άνθρωπο, για να με βάλει μέσα στη μικρή λίμνη, όταν το νερό ταραχθεί· και ενώ έρχομαι εγώ, άλλος πριν από μένα κατεβαίνει.

Ο Ιησούς λέει σ’ αυτόν: Σήκω επάνω, πάρε το κρεβάτι σου, και περπάτα. Και ο άνθρωπος έγινε αμέσως υγιής, και σήκωσε το κρεβάτι του, και περπατούσε.

Και ήταν σάββατο εκείνη την ημέρα. Έλεγαν, λοιπόν, οι Ιουδαίοι στον θεραπευμένο: Είναι σάββατο· δεν σου επιτρέπεται να σηκώσεις το κρεβάτι.

Αποκρίθηκε σ’ αυτούς: Αυτός που με γιάτρεψε, εκείνος μου είπε: Πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα.

Τον ρώτησαν, λοιπόν: Ποιος είναι ο άνθρωπος, που σου είπε: Πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα;

Κι αυτός που γιατρεύτηκε δεν ήξερε ποιος είναι· επειδή, ο Ιησούς έφυγε απαρατήρητος, για τον λόγο ότι υπήρχε ένα μεγάλο πλήθος σ’ αυτό τον τόπο.

Ύστερα απ’ αυτά, ο Ιησούς τον βρίσκει στο ιερό, και του είπε: Δες, έγινες υγιής, στο εξής μη αμάρτανε για να μη σου γίνει κάτι χειρότερο. Πήγε, λοιπόν, ο άνθρωπος, και ανήγγειλε στους Ιουδαίους ότι ο Ιησούς είναι αυτός που τον γιάτρεψε.

Και γι’ αυτό οι Ιουδαίοι κατέτρεχαν τον Ιησού, και ζητούσαν να τον θανατώσουν, επειδή έκανε αυτά κατά το σάββατο. Και ο Ιησούς απάντησε σ’ αυτούς: Ο Πατέρας μου μέχρι τώρα εργάζεται, και εγώ εργάζομαι. Γι’ αυτό, λοιπόν, οι Ιουδαίοι ζητούσαν περισσότερο να τον θανατώσουν, επειδή, όχι μόνον παρέβαινε το σάββατο, αλλά και δικό του πατέρα έλεγε τον Θεό, κάνοντας τον εαυτό του ίσον με τον Θεό.

Ο Ιησούς, λοιπόν, αποκρίθηκε και τους είπε: Σας διαβεβαιώνω απόλυτα: Δεν μπορεί ο Υιός να κάνει τίποτε από μόνος του, αν δεν βλέπει τον Πατέρα να το κάνει αυτό· επειδή, όσα κάνει εκείνος, αυτά, παρόμοια, κάνει και ο Υιός. Επειδή, ο Πατέρας αγαπάει τον Υιό, και του δείχνει όλα όσα αυτός κάνει· και μεγαλύτερα έργα θα του δείξει, για να θαυμάζετε εσείς. Επειδή, όπως ο Πατέρας ανασταίνει τούς νεκρούς και τους ζωοποιεί, έτσι και ο Υιός όποιους θέλει ζωοποιεί. Δεδομένου ότι, ούτε ο Πατέρας κρίνει κανέναν, αλλά στον Υιό έδωσε όλη την κρίση· για να τιμούν όλοι τον Υιό, όπως τιμούν τον Πατέρα. Εκείνος που δεν τιμάει τον Υιό, δεν τιμάει τον Πατέρα που τον απέστειλε.

Σας διαβεβαιώνω απόλυτα, ότι εκείνος που ακούει τον λόγο μου, και πιστεύει σ’ αυτόν που με απέστειλε, έχει αιώνια ζωή, και σε κρίση δεν έρχεται, αλλά έχει ήδη μεταβεί από τον θάνατο στη ζωή. Σας διαβεβαιώνω απόλυτα, ότι έρχεται ώρα, και ήδη είναι, όταν οι νεκροί θα ακούσουν τη φωνή τού Υιού τού Θεού, και εκείνοι που άκουσαν θα ζήσουν. Επειδή, όπως ο Πατέρας έχει μέσα στον εαυτό του ζωή, έτσι έδωσε και στον Υιό να έχει μέσα στον εαυτό του ζωή· και εξουσία έδωσε σ’ αυτόν να κάνει και κρίση, επειδή είναι Υιός ανθρώπου.

Μη θαυμάζετε γι’ αυτό· επειδή, έρχεται ώρα, κατά την οποία, όλοι εκείνοι που είναι μέσα στα μνήματα, θα ακούσουν τη φωνή του· και θα βγουν έξω εκείνοι που έπραξαν τα αγαθά, σε ανάσταση ζωής· εκείνοι δε που έπραξαν τα φαύλα, σε ανάσταση κρίσης. Δεν μπορώ εγώ να κάνω τίποτε από τον εαυτό μου. Καθώς ακούω, κρίνω· και η δική μου κρίση είναι δίκαιη· επειδή, δεν ζητάω το δικό μου θέλημα, αλλά το θέλημα του Πατέρα, που με απέστειλε.

Αν εγώ δίνω μαρτυρία για τον εαυτό μου, η μαρτυρία μου δεν είναι αληθινή. Άλλος είναι εκείνος που δίνει μαρτυρία για μένα· και ξέρω ότι είναι αληθινή η μαρτυρία που δίνει για μένα.

Εσείς στείλατε ανθρώπους στον Ιωάννη και έδωσε μαρτυρία για την αλήθεια. Εγώ, όμως, από άνθρωπο δεν παίρνω τη μαρτυρία· αλλά, τα λέω αυτά, για να σωθείτε εσείς. Εκείνος ήταν το λυχνάρι, που καιγόταν και έφεγγε· κι εσείς θελήσατε να αγαλλιαστείτε προσωρινά στο φως του.

Εγώ, όμως, έχω τη μαρτυρία μεγαλύτερη από εκείνη τού Ιωάννη· επειδή, τα έργα που μου έδωσε ο Πατέρας για να τα τελειώσω, αυτά τα έργα που εγώ κάνω, δίνουν μαρτυρία για μένα, ότι ο Πατέρας με απέστειλε. Και ο Πατέρας που με απέστειλε, αυτός έδωσε μαρτυρία για μένα. Ούτε φωνή του ακούσατε ποτέ ούτε όψη του είδατε. Και δεν έχετε τον λόγο του να μένει μέσα σας· επειδή, εσείς δεν πιστεύετε σε τούτον, που τον απέστειλε εκείνος. Ερευνάτε τις γραφές, επειδή εσείς νομίζετε ότι μέσα σ’ αυτές έχετε αιώνια ζωή· και εκείνες είναι που δίνουν μαρτυρία για μένα. Όμως, δεν θέλετε να έρθετε σε μένα, για να έχετε ζωή.

Δόξα από ανθρώπους δεν παίρνω· αλλά, σας γνώρισα, ότι δεν έχετε μέσα σας την αγάπη τού Θεού. Εγώ ήρθα στο όνομα του Πατέρα μου, και δεν με δέχεστε· αν έρθει άλλος στο δικό του όνομα, εκείνον θα τον δεχθείτε. Πώς μπορείτε εσείς να πιστέψετε, οι οποίοι παίρνετε δόξα ο ένας από τον άλλον, και δεν ζητάτε τη δόξα, εκείνη από τον μόνο Θεό;

Μη νομίζετε ότι εγώ θα σας κατηγορήσω απέναντι στον Πατέρα· υπάρχει ο κατήγορός σας, ο Μωυσής, στον οποίο εσείς ελπίσατε. Επειδή, αν πιστεύατε στον Μωυσή, θα πιστεύατε σε μένα· δεδομένου ότι, για μένα εκείνος έγραψε. Αλλά, αν σε όσα εκείνος έγραψε δεν πιστεύετε, πώς θα πιστέψετε στα δικά μου λόγια;

Ιωάννης

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε

Προσέξτε

Καθώς, λοιπόν, ο Κύριος έμαθε ότι οι Φαρισαίοι άκουσαν πως ο Ιησούς κάνει περισσότερους μαθητές, και βαπτίζει, παρά ο Ιωάννης, (αν και ο ίδιος ο Ιησούς δεν βάπτιζε, αλλά οι μαθητές του)· άφησε την Ιουδαία, και αναχώρησε πάλι για τη Γαλιλαία.

Έπρεπε, μάλιστα, να περάσει διαμέσου της Σαμάρειας. Έρχεται, λοιπόν, στην πόλη τής Σαμάρειας, που την έλεγαν Σιχάρ, κοντά στο χωράφι, που ο Ιακώβ έδωσε στον Ιωσήφ, τον γιο του. Και υπήρχε εκεί μια πηγή τού Ιακώβ. Ο Ιησούς, λοιπόν, κουρασμένος καθώς ήταν από την οδοιπορία, καθόταν, έτσι όπως ήταν, στην πηγή. Η ώρα ήταν περίπου έξι.

Έρχεται κάποια γυναίκα από τη Σαμάρεια για να αντλήσει νερό. Ο Ιησούς λέει σ’ αυτήν: Δος μου να πιω. Επειδή, οι μαθητές του είχαν πάει στην πόλη, για να αγοράσουν τροφές.

Του λέει, λοιπόν, η γυναίκα η Σαμαρείτισσα: Πώς εσύ, ενώ είσαι Ιουδαίος, ζητάς να πιεις από μένα, που είμαι γυναίκα Σαμαρείτισσα; Επειδή, δεν έχουν επικοινωνία οι Ιουδαίοι με τους Σαμαρείτες.

Ο Ιησούς αποκρίθηκε και της είπε: Αν ήξερες τη δωρεά τού Θεού, και ποιος είναι αυτός που σου λέει: Δος μου να πιω, εσύ θα ζητούσες απ’ αυτόν, και θα σου έδινε το ζωντανό νερό.

Η γυναίκα λέει σ’ αυτόν: Κύριε, ούτε δοχείο άντλησης έχεις, και το πηγάδι είναι βαθύ· από πού, λοιπόν, έχεις το ζωντανό νερό; Μήπως εσύ είσαι μεγαλύτερος από τον πατέρα μας, τον Ιακώβ, που μας έδωσε το πηγάδι, και ήπιε απ’ αυτό αυτός, και οι γιοι του, και τα ζωντανά του;

Ο Ιησούς αποκρίθηκε και της είπε: Καθένας που πίνει από τούτο το νερό, θα διψάσει ξανά· όποιος, όμως, πιει από το νερό που εγώ θα του δώσω, δεν θα διψάσει στον αιώνα· αλλά, το νερό που θα δώσω σ’ αυτόν, θα γίνει μέσα του πηγή νερού, που θα αναβλύζει σε αιώνια ζωή.

Η γυναίκα λέει σ’ αυτόν: Κύριε, δος μου αυτό το νερό, για να μη διψάω ούτε να έρχομαι εδώ να αντλώ.

Ο Ιησούς λέει σ’ αυτήν: Πήγαινε, κάλεσε τον άνδρα σου κι έλα εδώ.

Η γυναίκα απάντησε και είπε: Δεν έχω άνδρα.

Ο Ιησούς λέει σ’ αυτήν: Σωστά είπες, ότι: Δεν έχω άνδρα· επειδή, πέντε άνδρες πήρες, και εκείνον που έχεις τώρα, δεν είναι άνδρας σου· αυτό που είπες είναι αλήθεια.

Η γυναίκα λέει σ’ αυτόν: Κύριε, βλέπω ότι εσύ είσαι προφήτης. Οι πατέρες μας προσκύνησαν σε τούτο το βουνό· κι εσείς λέτε ότι στα Ιεροσόλυμα είναι ο τόπος, όπου πρέπει να προσκυνούμε.

Ο Ιησούς τής λέει: Γυναίκα, πίστεψέ με, ότι, έρχεται ώρα, κατά την οποία ούτε σε τούτο το βουνό ούτε στα Ιεροσόλυμα θα προσκυνήσετε τον Πατέρα. Εσείς προσκυνάτε εκείνο που δεν ξέρετε· εμείς προσκυνούμε εκείνο που ξέρουμε· επειδή, η σωτηρία είναι από τους Ιουδαίους. Όμως, έρχεται ώρα, και ήδη είναι, όταν οι αληθινοί προσκυνητές θα προσκυνήσουν τον Πατέρα με πνεύμα και με αλήθεια· επειδή, ο Πατέρας τέτοιου είδους ζητάει να είναι εκείνοι που τον προσκυνούν. Ο Θεός είναι πνεύμα· και εκείνοι που τον προσκυνούν με πνεύμα και με αλήθεια πρέπει να τον προσκυνούν.

Η γυναίκα λέει σ’ αυτόν: Ξέρω ότι έρχεται ο Μεσσίας, αυτός που λέγεται Χριστός· όταν έρθει εκείνος, θα μας τα αναγγείλει όλα.

Ο Ιησούς λέει σ’ αυτήν: Εγώ είμαι, αυτός που σου μιλάει.

Κι επάνω σ’ αυτό ήρθαν οι μαθητές του, και θαύμασαν ότι μιλούσε με γυναίκα· κανένας, όμως, δεν είπε: Τι ζητάς; Ή, γιατί μιλάς μαζί της;

Η γυναίκα άφησε, λοιπόν, τη στάμνα της, και πήγε στην πόλη, και λέει στους ανθρώπους: Ελάτε να δείτε έναν άνθρωπο, που μου είπε όλα όσα έκανα· μήπως είναι αυτός ο Χριστός; Βγήκαν, λοιπόν, από την πόλη, και έρχονταν σ’ αυτόν.

Εντωμεταξύ, όμως, οι μαθητές τον παρακαλούσαν, λέγοντας: Ραββί, φάε.

Και εκείνος είπε σ’ αυτούς: Εγώ έχω φαγητό να φάω, που εσείς δεν ξέρετε.

Έλεγαν, λοιπόν, οι μαθητές του αναμεταξύ τους: Μήπως του έφερε κάποιος να φάει;

Ο Ιησούς λέει σ’ αυτούς: Το δικό μου φαγητό είναι να πράττω το θέλημα εκείνου που με απέστειλε, και να τελειώσω το έργο του. Δεν λέτε εσείς ότι, τέσσερις μήνες είναι ακόμα, και έρχεται ο θερισμός; Προσέξτε, σας λέω, σηκώστε ψηλά τα μάτια σας, και δείτε τα χωράφια, ότι είναι κιόλας άσπρα για θερισμό. Και εκείνος που θερίζει παίρνει μισθό, και μαζεύει καρπό για αιώνια ζωή, για να χαίρεται μαζί και εκείνος που σπέρνει και εκείνος που θερίζει. Επειδή, σε τούτο αληθεύει ο λόγος, ότι: Άλλος είναι εκείνος που σπέρνει, και άλλος εκείνος που θερίζει. Εγώ σας απέστειλα για να θερίζετε εκείνο στο οποίο εσείς δεν κοπιάσατε· άλλοι κοπίασαν, κι εσείς μπήκατε μέσα στον κόπο τους.

Από την πόλη εκείνη, μάλιστα, πολλοί από τους Σαμαρείτες πίστεψαν σ’ αυτόν, εξαιτίας τού λόγου τής γυναίκας που έδινε μαρτυρία, ότι: Μου είπε όλα όσα έπραξα. Καθώς, λοιπόν, ήρθαν σ’ αυτόν οι Σαμαρείτες, τον παρακαλούσαν να μείνει κοντά τους. Και έμεινε εκεί δύο ημέρες. Και πολύ περισσότεροι πίστεψαν εξαιτίας τού λόγου του· και έλεγαν στη γυναίκα, ότι: Δεν πιστεύουμε πλέον εξαιτίας τού λόγου σου· επειδή, εμείς ακούσαμε, και γνωρίζουμε ότι αυτός είναι αληθινά ο Σωτήρας τού κόσμου, ο Χριστός.

Και ύστερα από δύο ημέρες, αναχώρησε από εκεί, και πήγε στη Γαλιλαία. Επειδή, ο ίδιος ο Ιησούς έδωσε μαρτυρία, ότι προφήτης δεν έχει τιμή στην ίδια του την πατρίδα. Όταν, λοιπόν, ήρθε στη Γαλιλαία, οι Γαλιλαίοι τον δέχθηκαν, όταν είδαν όλα όσα είχε κάνει στα Ιεροσόλυμα, κατά τη γιορτή· επειδή, κι αυτοί είχαν έρθει στη γιορτή.

Ο Ιησούς, λοιπόν, ήρθε ξανά στην Κανά τής Γαλιλαίας, όπου είχε κάνει το νερό κρασί. Και υπήρχε ένας αυλικός τού βασιλιά, που ο γιος του ήταν ασθενής στην Καπερναούμ. Αυτός, μόλις άκουσε ότι ο Ιησούς ήρθε από την Ιουδαία στη Γαλιλαία, πήγε σ’ αυτόν, και τον παρακαλούσε να κατέβει και να γιατρέψει τον γιο του· επειδή, επρόκειτο να πεθάνει.

Ο Ιησούς, λοιπόν, του είπε: Αν δεν δείτε σημεία και τέρατα, δεν θα πιστέψετε.

Ο αυλικός τού βασιλιά λέει σ’ αυτόν: Κύριε, κατέβα πριν πεθάνει το παιδί μου.

Ο Ιησούς λέει σ’ αυτόν: Πήγαινε, ο γιος σου ζει.

Και ο άνθρωπος πίστεψε στον λόγο που ο Ιησούς είπε σ’ αυτόν, και αναχωρούσε. Και ενώ αυτός ήδη κατέβαινε, τον συνάντησαν οι δούλοι του, και του ανήγγειλαν, λέγοντας, ότι: Ο γιος σου ζει. Τους ρώτησε, λοιπόν, την ώρα κατά την οποία έγινε καλύτερα· και του είπαν, ότι: Χθες την έβδομη ώρα τον άφησε ο πυρετός.

Κατάλαβε, λοιπόν, ο πατέρας ότι αυτό έγινε κατά την ώρα εκείνη, κατά την οποία ο Ιησούς είπε σ’ αυτόν, ότι: Ο γιος σου ζει· και πίστεψε αυτός και ολόκληρη η οικογένειά του.

Αυτό, πάλι, είναι το δεύτερο θαύμα που έκανε ο Ιησούς, καθώς ήρθε από την Ιουδαία στη Γαλιλαία.

Ιωάννης

 

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε

Μέσα στη νύχτα

Υπήρξε δε ένας άνθρωπος από τους Φαρισαίους, που ονομαζόταν Νικόδημος, άρχοντας των Ιουδαίων. Αυτός ήρθε στον Ιησού μέσα στη νύχτα και του είπε: Ραββί, ξέρουμε ότι ήρθες Δάσκαλος από τον Θεό· επειδή, κανένας δεν μπορεί να κάνει αυτά τα σημεία που εσύ κάνεις, αν ο Θεός δεν είναι μαζί του.

Αποκρίθηκε ο Ιησούς και του είπε: Σε διαβεβαιώνω απόλυτα, αν κάποιος δεν γεννηθεί από επάνω, δεν μπορεί να δει τη βασιλεία τού Θεού.

Ο Νικόδημος λέει σ’ αυτόν: Πώς μπορεί ένας άνθρωπος να γεννηθεί ενώ είναι γέροντας; Μήπως μπορεί να μπει μια δεύτερη φορά στην κοιλιά τής μητέρας του και να γεννηθεί;

Αποκρίθηκε ο Ιησούς: Σε διαβεβαιώνω απόλυτα, αν κάποιος δεν γεννηθεί από νερό και Πνεύμα, δεν μπορεί να μπει μέσα στη βασιλεία τού Θεού. Εκείνο που έχει γεννηθεί από τη σάρκα είναι σάρκα· και εκείνο που έχει γεννηθεί από το Πνεύμα, είναι πνεύμα. Μη θαυμάσεις ότι σου είπα: Πρέπει να γεννηθείτε από επάνω. Ο άνεμος πνέει όπου θέλει, και ακούς τη φωνή του, αλλά δεν ξέρεις από πού έρχεται, και πού πηγαίνει· έτσι είναι καθένας που γεννήθηκε από το Πνεύμα.

Αποκρίθηκε ο Νικόδημος και του είπε: Πώς μπορούν να γίνουν αυτά;

Αποκρίθηκε ο Ιησούς και του είπε: Εσύ είσαι ο Δάσκαλος του Ισραήλ, κι αυτά δεν τα ξέρεις; Σε διαβεβαιώνω απόλυτα, ότι, μιλούμε εκείνο που ξέρουμε, και μαρτυρούμε εκείνο που είδαμε· και δεν δέχεστε τη μαρτυρία μας. Αν σας είπα τα επίγεια, και δεν πιστεύετε, πώς θα πιστέψετε, αν σας πω τα επουράνια; Και κανένας δεν ανέβηκε στον ουρανό, παρά αυτός που κατέβηκε από τον ουρανό, ο Υιός τού ανθρώπου, αυτός που είναι στον ουρανό.  Και όπως ο Μωυσής ύψωσε το φίδι μέσα στην έρημο, έτσι πρέπει να υψωθεί ο Υιός τού ανθρώπου· για να μη χαθεί καθένας ο οποίος πιστεύει σ’ αυτόν, αλλά να έχει αιώνια ζωή.

Επειδή, με τέτοιον τρόπο αγάπησε ο Θεός τον κόσμο, ώστε έδωσε τον Υιό του τον μονογενή, για να μη χαθεί καθένας ο οποίος πιστεύει σ’ αυτόν, αλλά να έχει αιώνια ζωή.  Δεδομένου ότι, ο Θεός δεν απέστειλε τον Υιό του στον κόσμο, για να κρίνει τον κόσμο, αλλά για να σωθεί ο κόσμος διαμέσου αυτού. Όποιος πιστεύει σ’ αυτόν, δεν κρίνεται· όποιος, όμως, δεν πιστεύει, έχει ήδη κριθεί, επειδή δεν πίστεψε στο όνομα του μονογενή Υιού τού Θεού. Κι αυτή είναι η κρίση, ότι το φως ήρθε στον κόσμο, και οι άνθρωποι αγάπησαν το σκοτάδι περισσότερο παρά το φως· για τον λόγο ότι, τα έργα τους ήσαν πονηρά. Επειδή, όποιος πράττει τα φαύλα, μισεί το φως, και δεν έρχεται στο φως, για να μη έρθουν σε έλεγχο τα έργα του. Όποιος, όμως, πράττει την αλήθεια, έρχεται στο φως, για να φανερωθούν τα έργα του, ότι έγιναν σύμφωνα με τον Θεό.

Ύστερα απ’ αυτά, ήρθε ο Ιησούς και οι μαθητές του στη γη τής Ιουδαίας, και έμενε εκεί μαζί τους και βάπτιζε. Εκεί, όμως, βάπτιζε και ο Ιωάννης στην Αινών, κοντά στο Σαλείμ, για τον λόγο ότι εκεί υπήρχαν πολλά νερά· και έρχονταν και βαπτίζονταν. Επειδή, ο Ιωάννης δεν είχε ακόμα ριχτεί στη φυλακή. Έγινε, λοιπόν, συζήτηση για τον καθαρισμό από τους μαθητές τού Ιωάννη με μερικούς Ιουδαίους· και ήρθαν στον Ιωάννη, και του είπαν: Ραββί, εκείνος που ήταν μαζί σου πέρα από τον Ιορδάνη, για τον οποίο εσύ έδωσες μαρτυρία, δες, αυτός βαπτίζει, και όλοι έρχονται σ’ αυτόν.

Ο Ιωάννης αποκρίθηκε και είπε: Δεν μπορεί ο άνθρωπος να παίρνει τίποτε, αν δεν είναι σ’ αυτόν δοσμένο από τον ουρανό. Εσείς οι ίδιοι είστε μάρτυρές μου ότι είπα: Δεν είμαι εγώ ο Χριστός, αλλ’ ότι είμαι αποσταλμένος μπροστά από εκείνον. Όποιος έχει τη νύφη είναι ο νυμφίος· ο δε φίλος τού νυμφίου, που στέκεται και τον ακούει, χαίρεται υπερβολικά για τη φωνή τού νυμφίου. Αυτή, λοιπόν, η δική μου χαρά εκπληρώθηκε. Εκείνος πρέπει να αυξάνει, εγώ δε να ελαττώνομαι.

Αυτός που έρχεται από επάνω, είναι υπεράνω όλων· αυτός που είναι από τη γη, από τη γη είναι, και από τη γη μιλάει· αυτός που έρχεται από τον ουρανό, είναι υπεράνω όλων. Και εκείνο που είδε και άκουσε, αυτό δίνει ως μαρτυρία· και κανένας δεν δέχεται τη μαρτυρία του. Όποιος δεχθεί τη μαρτυρία του, επισφράγισε ότι ο Θεός είναι αληθής. Δεδομένου ότι, εκείνος, που ο Θεός τον απέστειλε, μιλάει τα λόγια τού Θεού· επειδή, ο Θεός δεν του δίνει το Πνεύμα με μέτρο. Ο Πατέρας αγαπάει τον Υιό, και όλα τα έδωσε στο χέρι του. Όποιος πιστεύει στον Υιό, έχει αιώνια ζωή· όποιος, όμως, απειθεί στον Υιό, δεν θα δει ζωή, αλλά η οργή τού Θεού μένει επάνω του.

Ιωάννης

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε

Το καλό κρασί

Και την τρίτη ημέρα έγινε γάμος στην Κανά τής Γαλιλαίας· και εκεί ήταν η μητέρα τού Ιησού. Προσκλήθηκε, μάλιστα, στον γάμο και ο Ιησούς και οι μαθητές του.

Και επειδή έλειψε το κρασί, η μητέρα τού Ιησού λέει σ’ αυτόν: Δεν έχουν κρασί.

Ο Ιησούς λέει σ’ αυτή: Τι κοινό υπάρχει ανάμεσα σε μένα και σε σένα, γυναίκα; Δεν ήρθε ακόμα η ώρα μου.

Η μητέρα του λέει στους υπηρέτες: Κάντε ό,τι σας λέει.

Και υπήρχαν εκεί έξι υδρίες πέτρινες, οι οποίες κείτονταν σύμφωνα με τη συνήθεια του καθαρισμού των Ιουδαίων, που η κάθε μία χωρούσε δύο ή τρία μέτρα.

Ο Ιησούς λέει σ’ αυτούς: Γεμίστε τις υδρίες με νερό. Και τις γέμισαν μέχρι επάνω.

Και τους λέει: Αντλήστε τώρα και φέρτε στον αρχιτρίκλινο.

Και έφεραν. Και καθώς ο αρχιτρίκλινος γεύτηκε το νερό, που είχε μεταβληθεί σε κρασί, και δεν ήξερε από πού είναι, (οι υπηρέτες, όμως, που είχαν αντλήσει το νερό, ήξεραν), ο αρχιτρίκλινος φωνάζει τον νυμφίο, και του λέει: Κάθε άνθρωπος βάζει πρώτα το καλό κρασί, και αφού πιουν πολύ, τότε το κατώτερο· εσύ φύλαξες το καλό κρασί μέχρι τώρα.

Αυτή την αρχή των θαυμάτων έκανε ο Ιησούς στην Κανά τής Γαλιλαίας, και φανέρωσε τη δόξα του, και πίστεψαν σ’ αυτόν οι μαθητές του.

Ύστερα απ’ αυτό, κατέβηκε στην Καπερναούμ, αυτός και η μητέρα του, και οι αδελφοί του, και οι μαθητές του· και έμειναν εκεί όχι πολλές ημέρες.

Και πλησίαζε το Πάσχα των Ιουδαίων, και ο Ιησούς ανέβηκε στα Ιεροσόλυμα. Και μέσα στο ιερό βρήκε αυτούς που πουλούσαν βόδια και πρόβατα και περιστέρια, και τους αργυραμοιβούς, να κάθονται. Και αφού έφτιαξε ένα μαστίγιο από σχοινιά, τους έδιωξε όλους από το ιερό, και τα πρόβατα και τα βόδια· και τα νομίσματα των αργυραμοιβών τα σκόρπισε, και αναποδογύρισε τα τραπέζια· και είπε σ’ αυτούς που πουλούσαν τα περιστέρια: Σηκώστε τα από εδώ· μη κάνετε τον οίκο τού Πατέρα μου οίκον εμπορίου.

Τότε, οι μαθητές του θυμήθηκαν ότι είναι γραμμένο: «Ο ζήλος τού οίκου σου με κατέφαγε».

Αποκρίθηκαν, λοιπόν, οι Ιουδαίοι και του είπαν: Ποιο σημείο δείχνεις σε μας, επειδή κάνεις αυτά;

Αποκρίθηκε ο Ιησούς και τους είπε: Γκρεμίστε τούτο τον ναό, και σε τρεις ημέρες θα τον στήσω όρθιον.

Και οι Ιουδαίοι είπαν: Ο ναός αυτός οικοδομήθηκε σε 46 χρόνια, κι εσύ θα τον στήσεις όρθιον σε τρεις ημέρες; Εκείνος, όμως, έλεγε για τον ναό τού σώματός του. Όταν, λοιπόν, αναστήθηκε από τους νεκρούς, οι μαθητές του θυμήθηκαν ότι αυτό τούς το έλεγε· και πίστεψαν στη γραφή, και στον λόγο, που είχε πει ο Ιησούς.

Και ενώ ήταν στα Ιεροσόλυμα κατά τη γιορτή τού Πάσχα, πολλοί πίστεψαν στο όνομά του, βλέποντας τα θαύματά του, που έκανε. Ο ίδιος ο Ιησούς, όμως, δεν τους εμπιστευόταν, επειδή τους γνώριζε όλους· και επειδή δεν είχε ανάγκη να δώσει κάποιος μαρτυρία για τον άνθρωπο· δεδομένου ότι, αυτός γνώριζε τι ήταν μέσα στον άνθρωπο.

Ιωάννης

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε