Αγάπη

Και με τούτο γνωρίζουμε ότι τον γνωρίσαμε, αν τηρούμε τις εντολές του. Εκείνος που λέει ότι: Τον γνώρισα, και δεν τηρεί τις εντολές του, είναι ψεύτης, και μέσα σ’ αυτόν η αλήθεια δεν υπάρχει· όποιος, όμως, τηρεί τον λόγο του, η αγάπη τού Θεού μέσα σ’ αυτόν έφτασε πραγματικά σε τέλειο βαθμό. Με τούτο γνωρίζουμε ότι βρισκόμαστε συνδεδεμένοι μ’ αυτόν. Όποιος λέει ότι μένει σ’ αυτόν, οφείλει, όπως εκείνος περπάτησε, έτσι κι αυτός να περπατάει.

Αδελφοί, δεν σας γράφω καινούργια εντολή, αλλά παλιά εντολή, που είχατε από την αρχή· η παλιά εντολή είναι ο λόγος που ακούσατε εξαρχής. Πάλι καινούργια εντολή γράφω σε σας, αυτό που είναι αληθινό σ’ αυτόν και σε σας· επειδή, το σκοτάδι παρέρχεται, και το αληθινό φως ήδη φέγγει.

Εκείνος που λέει ότι είναι μέσα στο φως, αλλά μισεί τον αδελφό του, είναι μέχρι τώρα μέσα στο σκοτάδι. Εκείνος που αγαπάει τον αδελφό του μένει μέσα στο φως, και σκάνδαλο σ’ αυτόν δεν υπάρχει. Εκείνος, όμως, που μισεί τον αδελφό του είναι μέσα στο σκοτάδι και περπατάει μέσα στο σκοτάδι, και δεν ξέρει πού πηγαίνει, επειδή το σκοτάδι έχει τυφλώσει τα μάτια του.

Γράφω σε σας, παιδάκια, επειδή συγχωρήθηκαν οι αμαρτίες σας, για χάρη τού ονόματός του.

Γράφω σε σας, πατέρες, επειδή γνωρίσατε εκείνον που υπήρχε εξαρχής.

Γράφω σε σας, νεαροί, επειδή νικήσατε τον πονηρό· γράφω σε σας, παιδάκια, επειδή γνωρίσατε τον πατέρα.

Έγραψα σε σας, πατέρες, επειδή γνωρίσατε εκείνον που υπήρχε εξαρχής· έγραψα σε σας, νεαροί, επειδή είστε δυνατοί και ο λόγος τού Θεού μένει μέσα σας και νικήσατε τον πονηρό.

Μη αγαπάτε τον κόσμο, ούτε αυτά που υπάρχουν μέσα στον κόσμο. Αν κάποιος αγαπάει τον κόσμο, η αγάπη τού Πατέρα δεν υπάρχει μέσα σ’ αυτόν· επειδή, κάθε τι που υπάρχει στον κόσμο: Η επιθυμία τής σάρκας και η επιθυμία των ματιών και η αλαζονεία τού βίου, δεν είναι από τον Πατέρα, αλλά είναι από τον κόσμο. Και ο κόσμος παρέρχεται και η επιθυμία του· εκείνος, όμως, που πράττει το θέλημα του Θεού, μένει στον αιώνα.

Παιδάκια μου, είναι έσχατη ώρα· και καθώς ακούσατε ότι ο αντίχριστος έρχεται, και τώρα πολλοί αντίχριστοι υπάρχουν· γι’ αυτό γνωρίζουμε ότι είναι έσχατη ώρα. Βγήκαν από ανάμεσά μας, αλλά δεν ήσαν από μας· επειδή, αν ήσαν από μας, θα έμεναν μαζί μας. Αλλά βγήκαν από ανάμεσά μας, για να φανερωθούν ότι όλοι δεν είναι από μας.

Κι εσείς έχετε χρίσμα από τον Άγιο, και τα γνωρίζετε όλα. Δεν σας έγραψα επειδή δεν γνωρίζετε την αλήθεια, αλλά επειδή τη γνωρίζετε, και επειδή κάθε ψέμα δεν είναι από την αλήθεια. Ποιος είναι ο ψεύτης, παρά αυτός που αρνείται ότι ο Ιησούς δεν είναι ο Χριστός; Αυτός είναι ο αντίχριστος, αυτός που αρνείται τον Πατέρα και τον Υιό. Καθένας που αρνείται τον Υιό δεν έχει ούτε τον Πατέρα· εκείνος που ομολογεί τον Υιό έχει και τον Πατέρα.

Εκείνο, λοιπόν, που εσείς ακούσατε εξαρχής, ας μένει μέσα σας. Αν μένει μέσα σας αυτό που ακούσατε εξαρχής, κι εσείς θα μένετε στον Υιό και στον Πατέρα. Κι αυτή είναι η υπόσχεση, που αυτός υποσχέθηκε σε μας: Την αιώνια ζωή.

Αυτά σας τα έγραψα γι’ αυτούς που σας πλανούν. Κι εσείς, το χρίσμα που λάβατε απ’ αυτόν, μένει μέσα σας, και δεν έχετε ανάγκη κάποιος να σας διδάσκει· αλλά, όπως σας διδάσκει το ίδιο το χρίσμα για όλα, έτσι και είναι αλήθεια και δεν είναι ψέμα· και καθώς σας δίδαξε, θα μένετε σ’ αυτόν.

Ιωάννης

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε

Είδαμε και ακούσαμε

Εκείνο που ήταν από την αρχή, εκείνο που ακούσαμε, εκείνο που είδαμε με τα μάτια μας, εκείνο που τη θέα του κοιτάξαμε και τα χέρια μας ψηλάφησαν, για τον Λόγο τής ζωής, (και η ζωή φανερώθηκε, και είδαμε και δίνουμε μαρτυρία και εξαγγέλλουμε σε σας την αιώνια ζωή, που ήταν προς τον Πατέρα και φανερώθηκε σε μας·) εκείνο που είδαμε και ακούσαμε, εξαγγέλλουμε και σε σας, για να έχετε κι εσείς κοινωνία μαζί μας· και η δική μας, μάλιστα, κοινωνία είναι μαζί με τον Πατέρα και μαζί με τον Υιό του, τον Ιησού Χριστό. Κι αυτά τα γράφουμε σε σας, ώστε η χαρά σας να είναι πλήρης.

Και αυτή είναι η υπόσχεση, την οποία ακούσαμε απ’ αυτόν και την αναγγέλλουμε σε σας, ότι: Ο Θεός είναι φως και σ’ αυτόν δεν υπάρχει κανένα σκοτάδι. Αν πούμε ότι έχουμε κοινωνία μαζί του και περπατάμε στο σκοτάδι, λέμε ψέματα και δεν πράττουμε την αλήθεια. Αν, όμως, περπατάμε μέσα στο φως, όπως αυτός είναι μέσα στο φως, έχουμε κοινωνία ο ένας με τον άλλον, και το αίμα τού Ιησού Χριστού, του Υιού του, μας καθαρίζει από κάθε αμαρτία.

Αν πούμε ότι δεν έχουμε αμαρτία, εξαπατούμε τον εαυτό μας και η αλήθεια δεν υπάρχει μέσα μας. Αν ομολογούμε τις αμαρτίες μας, ο Θεός είναι πιστός και δίκαιος ώστε να συγχωρήσει σε μας τις αμαρτίες, και να μας καθαρίσει από κάθε αδικία. Αν πούμε ότι δεν αμαρτήσαμε, κάνουμε αυτόν ψεύτη και ο λόγος του δεν υπάρχει μέσα μας.

Παιδάκια μου, αυτά σας τα γράφω, για να μη αμαρτήσετε· αν, όμως, κάποιος αμαρτήσει, έχουμε παράκλητο προς τον Πατέρα, τον Ιησού Χριστό τον Δίκαιο. Κι αυτός είναι μέσον εξιλασμού για τις αμαρτίες μας· και όχι μονάχα για τις δικές μας, αλλά και για τις αμαρτίες όλου τού κόσμου.

Ιωάννης

 

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε

Χαίρεστε

ΣΧΕΤΙΚΑ δε με τους χρόνους και τους καιρούς, αδελφοί, δεν έχετε ανάγκη να σας γράφει κάποιος· δεδομένου ότι, εσείς ξέρετε ακριβώς πως, η ημέρα τού Κυρίου, σαν κλέφτης μέσα στη νύχτα, έτσι έρχεται.  Επειδή, όταν λένε: Ειρήνη και ασφάλεια, τότε έρχεται επάνω τους αιφνίδιος όλεθρος, όπως οι πόνοι τής γέννας στην έγκυο γυναίκα· και δεν θα ξεφύγουν.

Αλλά, εσείς, αδελφοί, δεν είστε σε σκοτάδι, ώστε η ημέρα να σας καταφτάσει σαν κλέφτης.  Όλοι εσείς είστε γιοι τού φωτός και γιοι τής ημέρας· δεν είμαστε της νύχτας ούτε του σκότους.  Άρα, λοιπόν, ας μη κοιμόμαστε, όπως και οι υπόλοιποι, αλλά ας αγρυπνούμε, και ας εγκρατευόμαστε.  Επειδή, αυτοί που κοιμούνται, τη νύχτα κοιμούνται· κι αυτοί που μεθούν, τη νύχτα μεθούν· εμείς, όμως, καθώς είμαστε της ημέρας, ας εγκρατευόμαστε, αφού ντυθούμε τον θώρακα της πίστης και της αγάπης, και για περικεφαλαία την ελπίδα τής σωτηρίας.

Δεδομένου ότι, ο Θεός δεν μας προσδιόρισε για οργή, αλλά για απόλαυση σωτηρίας, διαμέσου τού Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ο οποίος πέθανε για χάρη μας, ώστε, είτε αγρυπνούμε είτε κοιμόμαστε, να ζήσουμε μαζί του. Γι’ αυτό, παρηγορείτε ο ένας τον άλλον, και οικοδομείτε ο ένας τον άλλον, όπως και κάνετε.

Σας παρακαλούμε δε, αδελφοί, να γνωρίζετε αυτούς που κοπιάζουν ανάμεσά σας, και προϊστανται σε σας εν Κυρίω, και σας νουθετούν· και τιμάτε τους με ένα υπερπερίσσευμα αγάπης για το έργο τους. Ειρηνεύετε μεταξύ σας.  Σας παρακαλούμε, μάλιστα, αδελφοί, νουθετείτε τούς ατάκτους, παρηγορείτε τούς ολιγόψυχους, στηρίζετε τους ασθενείς, μακροθυμείτε προς όλους. Προσέχετε, να μη ανταποδίδει κανείς κακό σε κάποιον αντί κακού· αλλά, ζητάτε πάντοτε το αγαθό και μεταξύ σας, και σε όλους.

Πάντοτε να χαίρεστε. Αδιάκοπα να προσεύχεστε.  Σε όλα να ευχαριστείτε· επειδή, αυτό είναι το θέλημα του Θεού σε σας εν Χριστώ Ιησού.

Το Πνεύμα μη το σβήνετε· προφητείες μη τις εξουθενείτε. Όλα να τα εξετάζετε, το καλό να κατέχετε. Από κάθε είδους κακό να απέχετε.

Και ο ίδιος ο Θεός τής ειρήνης είθε να σας αγιάσει ολοκληρωτικά· και να διατηρηθεί ολόκληρο το πνεύμα σας, και η ψυχή, και το σώμα, άμεμπτα στην παρουσία τού Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Πιστός είναι εκείνος ο οποίος σας καλεί, ο οποίος και θα το εκτελέσει.

Αδελφοί, προσεύχεστε για μας. Χαιρετήστε όλους τούς αδελφούς με άγιο φίλημα.  Σας ορκίζω στον Κύριο, να διαβαστεί η επιστολή σε όλους τούς αγίους αδελφούς.

Η χάρη τού Κυρίου μας Ιησού Χριστού είθε να είναι μαζί σας. Αμήν.

Παύλος

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε

Παρηγορείτε

ΓΙ’ ΑΥΤΟ, στο εξής, αδελφοί, σας παρακαλούμε και σας προτρέπουμε διαμέσου τού Κυρίου Ιησού, όπως παραλάβατε από μας το πώς πρέπει να περπατάτε και να αρέσετε στον Θεό, έτσι να περισσεύετε όλο και περισσότερο. Δεδομένου ότι, ξέρετε ποιες παραγγελίες σάς δώσαμε διαμέσου τού Κυρίου Ιησού.

Επειδή, τούτο είναι το θέλημα του Θεού, ο αγιασμός σας, να απέχετε από την πορνεία· να ξέρει κάθε ένας από σας να κρατάει το δικό του σκεύος σε αγιασμό και τιμή· όχι σε πάθος επιθυμίας, όπως και τα έθνη, αυτά που δεν γνωρίζουν τον Θεό. Να μη υπερβαίνει κάποιος και αδικεί τον αδελφό του σ’ αυτό το πράγμα· επειδή, ο Θεός είναι εκδικητής για όλα αυτά, όπως και σας προείπαμε, και βεβαιώσαμε με μαρτυρίες. Δεδομένου ότι, ο Θεός δεν μας κάλεσε σε ακαθαρσία, αλλά σε αγιασμό. Γι’ αυτό, εκείνος που τα αθετεί αυτά, δεν αθετεί άνθρωπο, αλλά τον Θεό, ο οποίος και μας έδωσε το Πνεύμα του το Άγιο.

Μάλιστα, για τη φιλαδελφία, δεν έχετε ανάγκη να σας γράφω· επειδή, εσείς οι ίδιοι είστε θεοδίδακτοι στο να αγαπάτε ο ένας τον άλλον· για τον λόγο ότι, αυτό και κάνετε προς όλους τούς αδελφούς, που είναι σε ολόκληρη τη Μακεδονία. Σας παρακαλούμε, μάλιστα, αδελφοί, να περισσεύετε σ’ αυτό ακόμα περισσότερο· και να δείχνετε φιλοτιμία στο να ησυχάζετε, και να καταγίνεστε με τα δικά σας, και να εργάζεστε με τα ίδια σας τα χέρια, καθώς σας παραγγείλαμε· για να περπατάτε με ευπρέπεια προς τους έξω, και να μη έχετε ανάγκη από τίποτε.

ΔΕΝ θέλω, μάλιστα, να αγνοείτε, αδελφοί, για όσους έχουν κοιμηθεί, για να μη λυπάστε, όπως και οι υπόλοιποι, που δεν έχουν ελπίδα. Επειδή, αν πιστεύουμε ότι ο Ιησούς πέθανε και αναστήθηκε, έτσι και ο Θεός, αυτούς που κοιμήθηκαν με πίστη στον Ιησού, θα τους φέρει μαζί του. Επειδή, σας λέμε τούτο διαμέσου του λόγου τού Κυρίου, ότι εμείς που ζούμε, όσοι απομένουμε στην παρουσία τού Κυρίου, δεν θα προλάβουμε αυτούς που κοιμήθηκαν· δεδομένου ότι, ο ίδιος ο Κύριος θα κατέβει από τον ουρανό με πρόσταγμα, με φωνή αρχαγγέλου, και με σάλπιγγα Θεού, κι αυτοί που πέθαναν εν Χριστώ θα αναστηθούν πρώτα· έπειτα, εμείς που ζούμε, όσοι απομένουμε, θα αρπαχτούμε μαζί τους, ταυτόχρονα, με σύννεφα σε συνάντηση του Κυρίου στον αέρα· και έτσι, θα είμαστε πάντοτε μαζί με τον Κύριο. Λοιπόν, παρηγορείτε ο ένας τον άλλον μ’ αυτά τα λόγια.

Παύλος

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε

Εν Αθήναις

ΕΜΕΙΣ, όμως, αδελφοί, αφού μείναμε για λίγο καιρό ορφανοί από σας, όσον αφορά την προσωπική μας παρουσία, όχι με την καρδιά, φροντίσαμε περισσσότερο με πολλή επιθυμία να δούμε το πρόσωπό σας. Γι’ αυτό, θελήσαμε νάρθουμε σε σας (εγώ, μάλιστα, ο Παύλος) και μια και δυο φορές, αλλά μας εμπόδισε ο σατανάς. Επειδή, ποια είναι η ελπίδα μας ή η χαρά ή το στεφάνι τής καύχησης, αν όχι κι εσείς μπροστά στον Κύριό μας Ιησού Χριστό κατά την παρουσία του; Δεδομένου ότι, εσείς είστε η δόξα μας και η χαρά.

Γι’ αυτό, μη υποφέροντας πλέον, κρίναμε εύλογο να απομείνουμε μόνοι στην Αθήνα, και στείλαμε τον Τιμόθεο, τον αδελφό μας, και διάκονο του Θεού, και συνεργάτη μας στο ευαγγέλιο του Χριστού, για να σας στηρίξει, και να σας παρηγορήσει σε σχέση με την πίστη σας· για να μη κλονίζεται κανείς μέσα σ’ αυτές τις θλίψεις· δεδομένου ότι, εσείς ξέρετε ότι σ’ αυτό είμαστε ταγμένοι. Επειδή, όταν ήμασταν κοντά σας, σας τα προλέγαμε, ότι πρόκειται να υποφέρουμε θλίψεις, καθώς και έγινε, και ξέρετε. Γι’ αυτό και εγώ, μη υποφέροντας πλέον, έστειλα για να μάθω την πίστη σας, μήπως σας πείραξε αυτός που πειράζει, και ο κόπος μας αποβεί εις μάτην.

Τώρα, όμως, όταν ο Τιμόθεος ήρθε από σας σε μας, και μας έφερε καλές αγγελίες για την πίστη σας και την αγάπη σας, και ότι πάντοτε έχετε αγαθή ενθύμηση για μας, επιποθώντας να μας δείτε, όπως κι εμείς εσάς· γι’ αυτό, παρηγορηθήκαμε, αδελφοί, για σας μέσα σε όλη τη θλίψη και τη στενοχώρια μας, εξαιτίας τής πίστης σας· δεδομένου ότι, τώρα ζούμε, αν εσείς μένετε σταθεροί στον Κύριο. Επειδή, ποια ευχαριστία μπορούμε να ανταποδώσουμε στον Θεό για σας, για όλη τη χαρά που χαιρόμαστε για σας μπροστά στον Θεό μας, καθώς νύχτα και ημέρα δεόμαστε, σε υπερβολικό βαθμό, να δούμε το πρόσωπό σας, και να αναπληρώσουμε τις ελλείψεις τής πίστης σας;

Αυτός, μάλιστα, ο Θεός και Πατέρας μας, και ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, είθε να κατευθύνει τον δρόμο μας προς εσάς. Κι εσάς, ο Κύριος να αυξήσει και να περισσεύσει στην αγάπη, του ενός προς τον άλλον και προς όλους, καθώς κι εμείς προς εσάς· για να στηρίξει τις καρδιές σας άμεμπτες στην αγιοσύνη, μπροστά στον Θεό και Πατέρα μας, στην παρουσία τού Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μαζί με όλους τους αγίους του.

Παύλος

 

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε

Θάρρος

Διοτι σεις εξευρετε, αδελφοι, την προς εσας εισοδον ημων, οτι δεν εγεινε ματαια, αλλα και προπαθοντες και υβρισθεντες, καθως εξευρετε, εν Φιλιπποις, ελαβομεν θαρρος εις τον Θεον ημων να λαλησωμεν προς εσας το ευαγγελιον του Θεου με πολυν αγωνα.

Διοτι η προτροπη ημων δεν ητο εκ πλανης ουδε εξ ακαθαρσιας ουτε μετα δολου· αλλα καθως εδοκιμασθημεν υπο του Θεου δια να εμπιστευθωμεν το ευαγγελιον, ουτω λαλουμεν, ουχι ως αρεσκοντες εις ανθρωπους, αλλ’ εις τον Θεον τον δοκιμαζοντα τας καρδιας ημων.

καιτοι δυναμενοι να διδωμεν βαρος ως αποστολοι του Χριστου, αλλ’ εσταθημεν γλυκεις εν τω μεσω υμων, καθως η τροφος περιθαλπει τα εαυτης τεκνα· ουτως εχοντες ενθερμον αγαπην προς εσας, ευχαριστουμεθα να μεταδωσωμεν ουχι μονον το ευαγγελιον του Θεου αλλα και τας ψυχας ημων, επειδη εσταθητε αγαπητοι εις ημας. Διοτι ενθυμεισθε, αδελφοι, τον κοπον ημων και τον μοχθον· επειδη νυκτα και ημεραν εργαζομενοι, δια να μη επιβαρυνωμεν τινα εξ υμων, εκηρυξαμεν εις εσας το ευαγγελιον του Θεου.

Σεις εισθε μαρτυρες και ο Θεος οτι οσιως και δικαιως και αμεμπτως εφερθημεν προς εσας τους πιστευοντας, καθως εξευρετε οτι ενα εκαστον υμων, ως πατηρ τα εαυτου τεκνα, σας προετρεπομεν και παρηγορουμεν και διεμαρτυρομεθα, δια να περιπατησητε αξιως του Θεου του προσκαλουντος υμας εις την εαυτου βασιλειαν και δοξαν.

Δια τουτο και ημεις ευχαριστουμεν τον Θεον αδιαλειπτως, οτι παραλαβοντες τον λογον του Θεου, τον οποιον ηκουσατε παρ’ ημων, εδεχθητε αυτον ουχι ως λογον ανθρωπων, αλλα καθως ειναι αληθως, λογον Θεου, οστις και ενεργειται μεταξυ υμων των πιστευοντων. Διοτι σεις εγεινετε, αδελφοι, μιμηται των εκκλησιων του Θεου, αιτινες ειναι εν τη Ιουδαια εν Χριστω Ιησου, επειδη και σεις επαθετε τα αυτα υπο των ιδιων υμων ομοεθνων, καθως και αυτοι υπο των Ιουδαιων, οιτινες και τον Κυριον Ιησουν εθανατωσαν και τους ιδιους αυτων προφητας, και ημας εξεδιωξαν, και εις τον Θεον δεν αρεσκουσι, και εις παντας τους ανθρωπους ειναι εναντιοι, εμποδιζοντες ημας να λαλησωμεν προς τα εθνη δια να σωθωσι, δια να αναπληρωσωσι τας αμαρτιας εαυτων παντοτε. Εφθασε δε επ’ αυτους η οργη μεχρι τελους.

Παύλος

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε

Οι Θεσσαλονικείς

Παυλος και Σιλουανος και Τιμοθεος προς την εκκλησιαν των Θεσσαλονικεων εν Θεω, τω Πατρι και Κυριω Ιησου Χριστω· χαρις ειη υμιν και ειρηνη απο Θεου Πατρος ημων και Κυριου Ιησου Χριστου.

Ευχαριστουμεν παντοτε τον Θεον περι παντων υμων και σας μνημονευομεν εν ταις προσευχαις ημων, αδιαλειπτως ενθυμουμενοι το εις την πιστιν εργον σας και τον κοπον της αγαπης και την υπομονην της ελπιδος του Κυριου ημων Ιησου Χριστου εμπροσθεν του Θεου και Πατρος ημων, εξευροντες, αδελφοι ηγαπημενοι υπο Θεου, την εκλογην σας, διοτι το ευαγγελιον ημων δεν εγεινεν εις εσας εν λογω μονον, αλλα και εν δυναμει και εν Πνευματι Αγιω και εν πληροφορια πολλη, καθως εξευρετε οποιοι υπηρξαμεν μεταξυ σας δια σας.

Και σεις εγεινετε μιμηται ημων και του Κυριου, δεχθεντες τον λογον εν μεσω πολλης θλιψεως μετα χαρας Πνευματος Αγιου, ωστε εγεινετε τυποι εις παντας τους πιστευοντας εν τη Μακεδονια και τη Αχαια. Διοτι απο σας εξηχησεν ο λογος του Κυριου ουχι μονον εν τη Μακεδονια και Αχαια, αλλα και εν παντι τοπω εφθασεν η φημη της προς τον Θεον πιστεως σας, ωστε ημεις δεν εχομεν χρειαν να λαλωμεν τι. Διοτι αυτοι διηγουνται περι ημων οποιαν εισοδον ελαβομεν προς εσας, και πως επεστρεψατε προς τον Θεον απο των ειδωλων, δια να δουλευητε Θεον ζωντα και αληθινον, και να προσμενητε τον Υιον αυτου εκ των ουρανων, τον οποιον ανεστησεν εκ νεκρων, τον Ιησουν, οστις ελευθερονει ημας απο της μελλουσης οργης.

Παύλος

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε

Δεν ειναι εδω

Την δε πρωτην ημεραν της εβδομαδος, ενω ητο ορθρος βαθυς, ηλθον εις το μνημα φερουσαι τα οποια ητοιμασαν αρωματα, και αλλαι τινες μετ’ αυτων. Ευρον δε τον λιθον αποκεκυλισμενον απο του μνημειου, και εισελθουσαι δεν ευρον το σωμα του Κυριου Ιησου.

Και ενω ησαν εν απορια περι τουτου, ιδου, δυο ανδρες εσταθησαν εμπροσθεν αυτων με ιματια αστραπτοντα. Καθως δε αυται εφοβηθησαν και εκλινον το προσωπον εις την γην, ειπον προς αυτας· Τι ζητειτε τον ζωντα μετα των νεκρων; δεν ειναι εδω, αλλ’ ανεστη· ενθυμηθητε πως ελαλησε προς εσας, ενω ητο ετι εν τη Γαλιλαια, λεγων οτι πρεπει ο Υιος του ανθρωπου να παραδοθη εις χειρας ανθρωπων αμαρτωλων και να σταυρωθη και την τριτην ημεραν να αναστηθη.

Και ενεθυμηθησαν τους λογους αυτου.

Και αφου υπεστρεψαν απο του μνημειου, απηγγειλαν ταυτα παντα προς τους ενδεκα και παντας τους λοιπους. Ησαν δε η Μαγδαληνη Μαρια και Ιωαννα και Μαρια η μητηρ του Ιακωβου και αι λοιπαι μετ’ αυτων, αιτινες ελεγον ταυτα προς τους αποστολους. Και οι λογοι αυτων εφανησαν ενωπιον αυτων ως φλυαρια, και δεν επιστευον εις αυτας. Ο δε Πετρος σηκωθεις εδραμεν εις το μνημειον, και παρακυψας βλεπει τα σαβανα κειμενα μονα, και ανεχωρησε, θαυμαζων καθ’ εαυτον το γεγονος.

Και ιδου, δυο εξ αυτων επορευοντο εν αυτη τη ημερα εις κωμην ονομαζομενην Εμμαους, απεχουσαν εξηκοντα σταδια απο Ιερουσαλημ. Και αυτοι ωμιλουν προς αλληλους περι παντων των συμβεβηκοτων τουτων. Και ενω ωμιλουν και συνδιελεγοντο, πλησιασας και αυτος ο Ιησους επορευετο μετ’ αυτων· αλλ’ οι οφθαλμοι αυτων εκρατουντο δια να μη γνωρισωσιν αυτον.

Ειπε δε προς αυτους· Τινες ειναι οι λογοι ουτοι, τους οποιους συνομιλειτε προς αλληλους περιπατουντες, και εισθε σκυθρωποι;

Αποκριθεις δε ο εις, ονομαζομενος Κλεοπας, ειπε προς αυτον· Συ μονος παροικεις εν Ιερουσαλημ και δεν εμαθες τα γενομενα εν αυτη εν ταις ημεραις ταυταις;

Και ειπε προς αυτους· Ποια;

Οι δε ειπον προς αυτον· Τα περι Ιησου του Ναζωραιου, οστις εσταθη ανηρ προφητης δυνατος εν εργω και λογω ενωπιον του Θεου και παντος του λαου, και πως παρεδωκαν αυτον οι αρχιερεις και οι αρχοντες ημων εις καταδικην θανατου και εσταυρωσαν αυτον. ημεις δε ηλπιζομεν οτι αυτος ειναι ο μελλων να λυτρωση τον Ισραηλ· αλλα και προς τουτοις πασι τριτη ημερα ειναι σημερον αυτη, αφου εγειναν ταυτα. Αλλα και γυναικες τινες εξ ημων εξεπληξαν ημας, αιτινες υπηγον την αυγην εις το μνημειον, και μη ευρουσαι το σωμα αυτου, ηλθον λεγουσαι οτι ειδον και οπτασιαν αγγελων, οιτινες λεγουσιν οτι αυτος ζη. Και τινες των υμετερων υπηγον εις το μνημειον και ευρον ουτω, καθως και αι γυναικες ειπον, αυτον ομως δεν ειδον.

Και αυτος ειπε προς αυτους· Ω ανοητοι και βραδεις την καρδιαν εις το να πιστευητε εις παντα οσα ελαλησαν οι προφηται· δεν επρεπε να παθη ταυτα ο Χριστος και να εισελθη εις την δοξαν αυτου; Και αρχισας απο Μωυσεως και απο παντων των προφητων, διηρμηνευεν εις αυτους τα περι εαυτου γεγραμμενα εν πασαις ταις γραφαις.

Και επλησιασαν εις την κωμην οπου επορευοντο, και αυτος προσεποιειτο οτι υπαγει μακροτερα· και παρεβιασαν αυτον, λεγοντες· Μεινον μεθ’ ημων, διοτι πλησιαζει η εσπερα και εκλινεν η ημερα. Και εισηλθε δια να μεινη μετ’ αυτων.

Και αφου εκαθησε μετ’ αυτων εις την τραπεζαν, λαβων τον αρτον ευλογησε και κοψας εδιδεν εις αυτους. Αυτων δε διηνοιχθησαν οι οφθαλμοι, και εγνωρισαν αυτον. Και αυτος εγεινεν αφαντος απ’ αυτων. Και ειπον προς αλληλους· Δεν εκαιετο εν υμιν η καρδια ημων, οτε ελαλει προς ημας καθ’ οδον και μας εξηγει τας γραφας;

Και σηκωθεντες τη αυτη ωρα υπεστρεψαν εις Ιερουσαλημ, και ευρον συνηθροισμενους τους ενδεκα και τους μετ’ αυτων, οιτινες ελεγον οτι οντως ανεστη ο Κυριος και εφανη εις τον Σιμωνα. Και αυτοι διηγουντο τα εν τη οδω και πως εγνωρισθη εις αυτους, ενω εκοπτε τον αρτον.

Ενω δε ελαλουν ταυτα, αυτος ο Ιησους εσταθη εν μεσω αυτων και λεγει προς αυτους· Ειρηνη υμιν.

Εκεινοι δε εκπλαγεντες και εμφοβοι γενομενοι ενομιζον οτι εβλεπον πνευμα. Και ειπε προς αυτους· Δια τι εισθε τεταραγμενοι; και δια τι αναβαινουσιν εις τας καρδιας σας διαλογισμοι; ιδετε τας χειρας μου και τους ποδας μου, οτι αυτος εγω ειμαι· ψηλαφησατε με και ιδετε, διοτι πνευμα σαρκα και οστεα δεν εχει, καθως εμε θεωρειτε εχοντα.

Και τουτο ειπων, εδειξεν εις αυτους τας χειρας και τους ποδας. Ενω δε αυτοι ηπιστουν ετι απο της χαρας και εθαυμαζον, ειπε προς αυτους· Εχετε τι φαγωσιμον ενταυθα; Οι δε εδωκαν εις αυτον μερος οπτου ιχθυος και απο κηρηθραν μελιτος. Και λαβων ενωπιον αυτων εφαγεν.

Ειπε δε προς αυτους· Ουτοι ειναι οι λογοι, τους οποιους ελαλησα προς υμας οτε ημην ετι μεθ’ υμων, οτι πρεπει να πληρωθωσι παντα τα γεγραμμενα εν τω νομω του Μωυσεως και προφηταις και ψαλμοις περι εμου.

Τοτε διηνοιξεν αυτων τον νουν, δια να καταλαβωσι τας γραφας· και ειπε προς αυτους οτι ουτως ειναι γεγραμμενον και ουτως επρεπε να παθη ο Χριστος και να αναστηθη εκ νεκρων τη τριτη ημερα, και να κηρυχθη εν τω ονοματι αυτου μετανοια και αφεσις αμαρτιων εις παντα τα εθνη, γινομενης αρχης απο Ιερουσαλημ. Σεις δε εισθε μαρτυρες τουτων. Και ιδου, εγω αποστελλω την επαγγελιαν του Πατρος μου εφ’ υμας· σεις δε καθησατε εν τη πολει Ιερουσαλημ εωσου ενδυθητε δυναμιν εξ υψους.

Και εφερεν αυτους εξω εως εις Βηθανιαν, και υψωσας τας χειρας αυτου ευλογησεν αυτους. Και ενω ευλογει αυτους, απεχωρισθη απ’ αυτων και ανεφερετο εις τον ουρανον. Και αυτοι προσκυνησαντες αυτον, υπεστρεψαν εις Ιερουσαλημ μετα χαρας μεγαλης, και ησαν διαπαντος εν τω ιερω, αινουντες και ευλογουντες τον Θεον. Αμην.

Λουκᾶς

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε

Μακροθεν

Και καθως εφεραν αυτον εξω, επιασαν Σιμωνα τινα Κυρηναιον, ερχομενον απο του αγρου, και εθεσαν επανω αυτου τον σταυρον, δια να φερη αυτον οπισθεν του Ιησου.

Ηκολουθει δε αυτον πολυ πληθος του λαου και γυναικων, αιτινες και ωδυροντο και εθρηνουν αυτον. Στραφεις δε προς αυτας ο Ιησους, ειπε· θυγατερες της Ιερουσαλημ, μη κλαιετε δι’ εμε, αλλα δι’ εαυτας κλαιετε και δια τα τεκνα σας. Διοτι ιδου, ερχονται ημεραι καθ’ ας θελουσιν ειπει· Μακαριαι αι στειραι και αι κοιλιαι, αιτινες δεν εγεννησαν, και οι μαστοι, οιτινες δεν εθηλασαν. Τοτε θελουσιν αρχισει να λεγωσιν εις τα ορη, Πεσετε εφ’ ημας, και εις τα βουνα, Σκεπασατε ημας· διοτι εαν εις το υγρον ξυλον πραττωσι ταυτα, τι θελει γεινει εις το ξηρον;

Εφεροντο δε και αλλοι δυο μετ’ αυτου, οιτινες ησαν κακουργοι δια να θανατωθωσι. Και οτε ηλθον εις τον τοπον τον ονομαζομενον Κρανιον, εκει εσταυρωσαν αυτον και τους κακουργους, τον μεν εκ δεξιων, τον δε εξ αριστερων. Ο δε Ιησους ελεγε· Πατερ, συγχωρησον αυτους· διοτι δεν εξευρουσι τι πραττουσι. Διαμεριζομενοι δε τα ιματια αυτου, εβαλον κληρον.

Και ιστατο ο λαος θεωρων. Ενεπαιζον δε και οι αρχοντες μετ’ αυτων, λεγοντες· Αλλους εσωσεν, ας σωση αυτον, εαν ουτος ηναι ο Χριστος ο εκλεκτος του Θεου.

Ενεπαιζον δε αυτον και οι στρατιωται, πλησιαζοντες και προσφεροντες οξος εις αυτον και λεγοντες· Εαν συ ησαι ο βασιλευς των Ιουδαιων, σωσον σεαυτον.

Ητο δε και επιγραφη γεγραμμενη επανωθεν αυτου με γραμματα Ελληνικα και Ρωμαικα και Εβραικα· Ουτος εστιν ο Βασιλευς των Ιουδαιων.

Εις δε των κρεμασθεντων κακουργων εβλασφημει αυτον, λεγων· Εαν συ ησαι ο Χριστος, σωσον σεαυτον και ημας.

Αποκριθεις δε ο αλλος, επεπληττεν αυτον, λεγων· Ουδε τον Θεον δεν φοβεισαι συ, οστις εισαι εν τη αυτη καταδικη; και ημεις μεν δικαιως· διοτι αξια των οσα επραξαμεν απολαμβανομεν· ουτος ομως ουδεν ατοπον επραξε. Και ελεγε προς τον Ιησουν· Μνησθητι μου, Κυριε, οταν ελθης εν τη βασιλεια σου. Και ειπε προς αυτον ο Ιησους· Αληθως σοι λεγω, σημερον θελεις εισθαι μετ’ εμου εν τω παραδεισω.

Ητο δε ως εκτη ωρα και εγεινε σκοτος εφ’ ολην την γην εως ωρας εννατης, και εσκοτισθη ο ηλιος και εσχισθη εις το μεσον το καταπετασμα του ναου· και φωναξας με φωνην μεγαλην ο Ιησους ειπε· Πατερ, εις χειρας σου παραδιδω το πνευμα μου· και ταυτα ειπων εξεπνευσεν.

Ιδων δε ο εκατονταρχος το γενομενον, εδοξασε τον Θεον, λεγων· Οντως ο ανθρωπος ουτος ητο δικαιος. Και παντες οι οχλοι οι συνελθοντες εις την θεωριαν ταυτην, βλεποντες τα γενομενα, υπεστρεφον τυπτοντες τα στηθη αυτων. Ισταντο δε μακροθεν παντες οι γνωστοι αυτου, και αι γυναικες αιτινες συνηκολουθησαν αυτον απο της Γαλιλαιας, και εβλεπον ταυτα.

Και ιδου, ανηρ τις Ιωσηφ το ονομα, οστις ητο βουλευτης, ανηρ αγαθος και δικαιος, ουτος δεν ητο συμφωνος με την βουλην και την πραξιν αυτων, απο Αριμαθαιας πολεως των Ιουδαιων, οστις και αυτος περιεμενε την βασιλειαν του Θεου, ουτος ελθων προς τον Πιλατον, εζητησε το σωμα του Ιησου, και καταβιβασας αυτο ετυλιξεν αυτο με σινδονα και εθεσεν αυτο εν μνημειω λελατομημενω· οπου ουδεις ετι ειχεν ενταφιασθη. Και ητο ημερα παρασκευη, και εξημερονε σαββατον.

Ηκολουθησαν δε και γυναικες, αιτινες ειχον ελθει μετ’ αυτου απο της Γαλιλαιας, και ειδον το μνημειον και πως ετεθη το σωμα αυτου. Και αφου υπεστρεψαν ητοιμασαν αρωματα και μυρα. Και το μεν σαββατον ησυχασαν κατα την εντολην.

Λουκᾶς

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε

Εγκλημα

Και οι ανδρες οι κρατουντες τον Ιησουν ενεπαιζον αυτον δεροντες, και περικαλυψαντες αυτον ερραπιζον το προσωπον αυτου και ηρωτων αυτον, λεγοντες· Προφητευσον τις ειναι οστις σε εκτυπησε; Και αλλα πολλα βλασφημουντες ελεγον εις αυτον.

Και καθως εγεινεν ημερα, συνηχθη το πρεσβυτεριον του λαου, αρχιερεις τε και γραμματεις, και ανεβιβασαν αυτον εις το συνεδριον αυτων, λεγοντες· Συ εισαι ο Χριστος; ειπε προς ημας· ειπε δε προς αυτους.

Εαν σας ειπω, δεν θελετε πιστευσει, εαν δε και ερωτησω, δεν θελετε μοι αποκριθη ουδε θελετε με απολυσει· απο του νυν θελει εισθαι ο Υιος του ανθρωπου καθημενος εκ δεξιων της δυναμεως του Θεου.

Ειπον δε παντες· Συ λοιπον εισαι ο Υιος του Θεου;

Ο δε ειπε προς αυτους· Σεις λεγετε οτι εγω ειμαι.

Οι δε ειπον· Τι χρειαν εχομεν πλεον μαρτυριας; διοτι ημεις αυτοι ηκουσαμεν απο του στοματος αυτου.

Τοτε εσηκωθη απαν το πληθος αυτων και εφεραν αυτον προς τον Πιλατον. Και ηρχισαν να κατηγορωσιν αυτον, λεγοντες· Τουτον ευρομεν διαστρεφοντα το εθνος και εμποδιζοντα το να διδωσι φορους εις τον Καισαρα, λεγοντα εαυτον οτι ειναι Χριστος βασιλευς.

Ο δε Πιλατος ηρωτησεν αυτον, λεγων· Συ εισαι ο βασιλευς των Ιουδαιων;

Ο δε αποκριθεις προς αυτον, ειπε· Συ λεγεις.

Και ο Πιλατος ειπε προς τους αρχιερεις και τους οχλους· Ουδεν εγκλημα ευρισκω εν τω ανθρωπω τουτω.

Οι δε επεμενον λεγοντες οτι Ταραττει τον λαον, διδασκων καθ’ ολην την Ιουδαιαν, αρχισας απο της Γαλιλαιας εως εδω.

Ο δε Πιλατος ακουσας Γαλιλαιαν ηρωτησεν αν ο ανθρωπος ηναι Γαλιλαιος, και μαθων οτι ειναι εκ της επικρατειας του Ηρωδου, επεμψεν αυτον προς τον Ηρωδην, οστις ητο και αυτος εν Ιεροσολυμοις εν ταυταις ταις ημεραις.

Ο δε Ηρωδης, ιδων τον Ιησουν, εχαρη πολυ· διοτι ηθελε προ πολλου να ιδη αυτον, επειδη ηκουε πολλα περι αυτου και ηλπιζε να ιδη τι θαυμα γινομενον υπ’ αυτου. Ηρωτα δε αυτον με λογους πολλους· πλην αυτος δεν απεκριθη προς αυτον ουδεν. Ισταντο δε οι αρχιερεις και οι γραμματεις, κατηγορουντες αυτον εντονως. Αφου δε ο Ηρωδης μετα των στρατευματων αυτου εξουθενησεν αυτον και ενεπαιξεν, ενεδυσεν αυτον λαμπρον ιματιον και επεμψεν αυτον παλιν προς τον Πιλατον. Εν αυτη δε τη ημερα ο Πιλατος και ο Ηρωδης εγειναν φιλοι μετ’ αλληλων· διοτι προτερον ησαν εις εχθραν προς αλληλους.

Ο δε Πιλατος, συγκαλεσας τους αρχιερεις και τους αρχοντας και τον λαον, ειπε προς αυτους· Εφερατε προς εμε τον ανθρωπον τουτον ως στασιαζοντα τον λαον, και ιδου, εγω ενωπιον σας ανακρινας δεν ευρον εν τω ανθρωπω τουτω ουδεν εγκλημα εξ οσων κατηγορειτε κατ’ αυτου, αλλ’ ουδε ο Ηρωδης, διοτι σας επεμψα προς αυτον· και ιδου, ουδεν αξιον θανατου ειναι πεπραγμενον υπ’ αυτου. Αφου λοιπον παιδευσω αυτον, θελω απολυσει. Επρεπε δε αναγκαιως να απολυη εις αυτους ενα εν τη εορτη.

Παντες δε ομου ανεκραξαν, λεγοντες· Σηκωσον τουτον, απολυσον δε εις ημας τον Βαραββαν· οστις δια στασιν τινα γενομενην εν τη πολει και δια φονον ητο βεβλημενος εις φυλακην.

Παλιν λοιπον ο Πιλατος ελαλησε προς αυτους, θελων να απολυση τον Ιησουν. Οι δε εφωναζον, λεγοντες· Σταυρωσον, σταυρωσον αυτον.

Ο δε και τριτην φοραν ειπε προς αυτους· Και τι κακον επραξεν ουτος; ουδεμιαν αιτιαν θανατου ευρον εν αυτω· αφου λοιπον παιδευσω αυτον, θελω απολυσει.

Αλλ’ εκεινοι επεμενον, με φωνας μεγαλας ζητουντες να σταυρωθη, και αι φωναι αυτων και των αρχιερεων υπερισχυον. Και ο Πιλατος απεφασισε να γεινη το ζητημα αυτων, και απελυσεν εις αυτους τον δια στασιν και φονον βεβλημενον εις την φυλακην, τον οποιον εζητουν, τον δε Ιησουν παρεδωκεν εις το θελημα αυτων.

Λουκᾶς

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Βιβλία, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , | Σχολιάστε