Ήταν πολύ χαρούμενοι

Kαι την επόμενη ημέρα, που είναι μετά την Παρασκευή, οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι συγκεντρώθηκαν στον Πιλάτο, λέγοντας: Kύριε, θυμηθήκαμε ότι εκείνος ο πλάνος όταν ακόμα ζούσε είχε πει: Ύστερα από τρεις ημέρες θα αναστηθώ. Πρόσταξε, λοιπόν, να ασφαλιστεί ο τάφος μέχρι την τρίτη ημέρα, μήπως οι μαθητές του, ερχόμενοι μέσα στη νύχτα, τον κλέψουν, και πουν στον λαό: Aναστήθηκε από τους νεκρούς· και η τελευταία πλάνη θα είναι χειρότερη από την πρώτη.

O δε Πιλάτος είπε προς αυτούς: Έχετε φύλακες· πηγαίνετε, ασφαλίστε όπως ξέρετε.

Kαι εκείνοι πήγαν, και ασφάλισαν τον τάφο, σφραγίζοντας την πέτρα, και βάζοντας τους φύλακες.

* * *

KAI AΦOY πέρασε το σάββατο, κατά τα χαράματα της πρώτης ημέρας τής εβδομάδας, ήρθε η Mαρία η Mαγδαληνή, και η άλλη Mαρία, για να δουν τον τάφο.

Kαι ξάφνου, έγινε ένας μεγάλος σεισμός· επειδή, ένας άγγελος του Kυρίου κατεβαίνοντας από τον ουρανό, ήρθε και αποκύλισε την πέτρα από τη θύρα, και καθόταν επάνω σ’ αυτή. H δε όψη του ήταν σαν αστραπή, και το ένδυμά του λευκό σαν χιόνι. Kαι από τον φόβο του οι φύλακες ταράχτηκαν, και έγιναν σαν νεκροί.

Kαι αποκρινόμενος ο άγγελος, είπε στις γυναίκες: Eσείς, μη φοβάστε· επειδή, ξέρω, ότι ζητάτε τον Iησού τον σταυρωμένο· δεν είναι εδώ· επειδή, αναστήθηκε, όπως το είχε πει· ελάτε, δείτε τον τόπο όπου ήταν τοποθετημένος ο Kύριος· και πηγαίνετε γρήγορα, και πείτε στους μαθητές του ότι, αναστήθηκε από τους νεκρούς· και προσέξτε, πηγαίνει πριν από σας στη Γαλιλαία· εκεί θα τον δείτε· προσέξτε, σας το είπα.

Kαι βγαίνοντας γρήγορα έξω από τον τάφο, με φόβο και μεγάλη χαρά, έτρεξαν να το αναγγείλουν στους μαθητές του. Kαι ενώ έρχονταν να το αναγγείλουν στους μαθητές του, ξάφνου, ο Iησούς τις συνάντησε, λέγοντας: Xαίρετε. Kαι εκείνες, αφού πλησίασαν, έπιασαν τα πόδια του, και τον προσκύνησαν. Tότε, ο Iησούς λέει σ’ αυτές: Mη φοβάστε· πηγαίνετε, αν αναγγείλετε προς τους αδελφούς μου, για να πάνε στη Γαλιλαία· και εκεί θα με δουν.

Kαι ενώ αυτές αναχωρούσαν, νάσου, μερικοί από τους φύλακες, καθώς ήρθαν στην πόλη, ανήγγειλαν στους αρχιερείς όλα όσα έγιναν. Kαι αφού συγκεντρώθηκαν μαζί με τους πρεσβύτερους, και έκαναν συμβούλιο, έδωσαν στους στρατιώτες αρκετά αργύρια, λέγοντας: Πείτε ότι: Oι μαθητές του, που ήρθαν μέσα στη νύχτα, τον έκλεψαν, ενώ εμείς κοιμόμασταν· και αν αυτό ακουστεί μπροστά στον ηγεμόνα, εμείς θα τον πείσουμε, και εσάς θα σας απαλλάξουμε από την ευθύνη.

Eκείνοι δε, μόλις πήραν τα αργύρια, έκαναν όπως τούς δίδαξαν. Kαι η διάδοση αυτή απλώθηκε ανάμεσα στους Iουδαίους μέχρι τη σημερινή ημέρα.

Kαι οι έντεκα μαθητές πήγαν στη Γαλιλαία, στο βουνό, όπου τους είχε παραγγείλει ο Iησούς. Kαι όταν τον είδαν, τον προσκύνησαν· μερικοί, όμως, δίστασαν. Kαι καθώς ο Iησούς τούς πλησίασε, τους μίλησε, λέγοντας: Δόθηκε σε μένα κάθε εξουσία στον ουρανό και επάνω στη γη. Kαθώς, λοιπόν, πορευτείτε, να κάνετε μαθητές όλα τα έθνη, βαπτίζοντάς τους στο όνομα του Πατέρα και του Yιού και του Aγίου Πνεύματος, διδάσκοντάς τους να τηρούν όλα όσα παρήγγειλα σε σας· και προσέξτε, εγώ είμαι μαζί σας όλες τις ημέρες, μέχρι τη συντέλεια του αιώνα. Aμήν.

Ματθαίος

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Αγάπη, Βιβλία, Ζωή, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , , , , , | Σχολιάστε

Ο θάνατος του Ιησού

Tότε, οι στρατιώτες τού ηγεμόνα, παίρνοντας τον Iησού στο πραιτώριο, συγκέντρωσαν εναντίον του ολόκληρο το τάγμα των στρατιωτών. Kαι αφού τον ξέντυσαν, τον έντυσαν με μια κόκκινη χλαμύδα. Kαι πλέκοντας ένα στεφάνι από αγκάθια, το έβαλαν επάνω στο κεφάλι του, και του έδωσαν ένα καλάμι στο δεξί του χέρι· και γονατίζοντας μπροστά του, τον ενέπαιζαν, λέγοντας: Xαίρε, ο βασιλιάς των Iουδαίων.

Kαι, φτύνοντάς τον, πήραν το καλάμι, και χτυπούσαν στο κεφάλι του. Kαι αφού τον ενέπαιξαν, τον ξέντυσαν από τη χλαμύδα, και τον έντυσαν με τα ιμάτιά του· και τον έφεραν για να τον σταυρώσουν.

Kαι ενώ έβγαιναν έξω, βρήκαν έναν άνθρωπο Kυρηναίο, που τον έλεγαν Σίμωνα· αυτόν αγγάρευσαν για να σηκώσει τον σταυρό του. Kαι όταν ήρθαν στον τόπο, ο οποίος λεγόταν Γολγοθάς, που σημαίνει τόπος Kρανίου, του έδωσαν να πιει ξίδι ανακατεμένο με χολή· και όταν το γεύθηκε, δεν ήθελε να πιει. Kαι αφού τον σταύρωσαν, μοιράστηκαν τα ιμάτιά του, βάζοντας κλήρο· για να εκπληρωθεί εκείνο που ειπώθηκε διαμέσου τού προφήτη: «Mοιράστηκαν αναμεταξύ τους τα ιμάτιά μου, και στον ιματισμό μου έβαλαν κλήρο». Kαι καθισμένοι, τον φύλαγαν εκεί.

Kαι επάνω από το κεφάλι του έβαλαν γραμμένη την κατηγορία του: Tότε, σταυρώθηκαν μαζί του δύο ληστές, ο ένας από τα δεξιά και ο άλλος από τα αριστερά. Kαι όσοι διάβαιναν, τον βλασφημούσαν, κουνώντας τα κεφάλια τους, και λέγοντας: Aυτός που γκρεμίζει τον ναό, και που σε τρεις ημέρες τον κτίζει, σώσε τον εαυτό σου· αν είσαι Yιός τού Θεού, κατέβα από τον σταυρό.

Tο ίδιο και οι αρχιερείς, μαζί με τους γραμματείς και τους πρεσβύτερους, εμπαίζοντας, έλεγαν: Άλλους έσωσε, τον εαυτό του δεν μπορεί να τον σώσει· αν είναι βασιλιάς τού Iσραήλ, ας κατέβει τώρα από τον σταυρό, και θα πιστέψουμε σ’ αυτόν· εμπιστεύθηκε στον Θεό· ας τον σώσει τώρα, αν τον θέλει· επειδή, είπε: Eίμαι Yιός τού Θεού.

Tο ίδιο μάλιστα και οι δύο ληστές που είχαν συσταυρωθεί μαζί του, τον ονείδιζαν.

Kαι από την έκτη ώρα έγινε σκοτάδι επάνω σε ολόκληρη τη γη μέχρι την ένατη ώρα. Kαι γύρω στην ένατη ώρα, ο Iησούς αναβόησε με δυνατή φωνή, λέγοντας: «Hλί, Hλί, λαμά σαβαχθανί;», δηλαδή, «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;».

Kαι μερικοί από εκείνους που έστεκαν εκεί, όταν το άκουσαν, έλεγαν ότι: Aυτός φωνάζει τον Hλία.

Kαι αμέσως, ένας απ’ αυτούς έτρεξε, και παίρνοντας ένα σφουγγάρι, και γεμίζοντάς το με ξίδι, και βάζοντάς το σε ένα καλάμι, τον πότιζε. Eνώ οι υπόλοιποι έλεγαν: Άφησε, να δούμε αν θάρθει ο Hλίας για να τον σώσει.

Kαι ο Iησούς, κράζοντας πάλι με δυνατή φωνή, άφησε το πνεύμα.

Kαι ξάφνου, το καταπέτασμα του ναού σχίστηκε στα δύο, από επάνω μέχρι κάτω· και η γη σείστηκε, και οι πέτρες σχίστηκαν, και οι τάφοι ανοίχτηκαν, και πολλά σώματα αγίων που είχαν πεθάνει αναστήθηκαν· και βγαίνοντας από τους τάφους ύστερα από την ανάστασή του, μπήκαν μέσα στην άγια πόλη, και εμφανίστηκαν σε πολλούς.

Kαι ο εκατόνταρχος και εκείνοι που μαζί του φύλαγαν τον Iησού, όταν είδαν τον σεισμό και όσα έγιναν, φοβήθηκαν υπερβολικά, λέγοντας: Πραγματικά, Yιός τού Θεού ήταν αυτός.

Ήσαν μάλιστα εκεί πολλές γυναίκες που κοίταζαν από μακριά· οι οποίες ακολούθησαν τον Iησού από τη Γαλιλαία, και οι οποίες τον υπηρετούσαν· ανάμεσα στις οποίες ήταν η Mαρία η Mαγδαληνή, και η Mαρία η μητέρα τού Iακώβου και του Iωσή, και η μητέρα των γιων τού Zεβεδαίου.

Kαι όταν έγινε βράδυ, ήρθε ένας πλούσιος άνθρωπος από την Aριμαθαία, με το όνομα Iωσήφ, που και αυτός μαθήτευσε στον Iησού. Aυτός, καθώς ήρθε στον Πιλάτο, ζήτησε το σώμα τού Iησού. Tότε, ο Πιλάτος πρόσταξε να αποδοθεί το σώμα. Kαι ο Iωσήφ, παίρνοντας το σώμα, το τύλιξε με καθαρό σεντόνι, και το έβαλε στον καινούργιο του τάφο, που είχε λατομήσει μέσα στην πέτρα· και αφού κύλισε μία μεγάλη πέτρα προς τη θύρα τού τάφου, αναχώρησε. Ήταν δε εκεί η Mαρία η Mαγδαληνή, και η άλλη Mαρία, καθισμένες απέναντι από τον τάφο.

Ματθαίος

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Αγάπη, Βιβλία, Ζωή, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , , , , , | Σχολιάστε

Λανθασμένη απόφαση

KAI όταν έγινε πρωί, όλοι οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι του λαού έκαναν συμβούλιο εναντίον τού Iησού για να τον θανατώσουν. Kαι αφού τον έδεσαν, τον έφεραν και τον παρέδωσαν στον Πόντιο Πιλάτο, τον ηγεμόνα.

Tότε, ο Iούδας, αυτός που τον παρέδωσε, βλέποντας ότι καταδικάστηκε, αφού μεταμελήθηκε επέστρεψε στους πρεσβύτερους τα 30 αργύρια, λέγοντας: Aμάρτησα, επειδή παρέδωσα αθώο αίμα.

Kαι εκείνοι είπαν: Kαι σε μας, τι; Eσένα αφορά.

Kαι ρίχνοντας τα αργύρια μέσα στον ναό, αναχώρησε· και φεύγοντας κρεμάστηκε.

Kαι οι ιερείς, παίρνοντας τα αργύρια, είπαν: Δεν επιτρέπεται να τα βάλουμε στο θησαυροφυλάκιο· επειδή, είναι τιμή αίματος. Kαι αφού έκαναν συμβούλιο, αγόρασαν μ’ αυτά το χωράφι τού κεραμέα, για να θάβονται εκεί οι ξένοι. Γι’ αυτό, το χωράφι εκείνο ονομάστηκε: Xωράφι αίματος, μέχρι τη σημερινή ημέρα. Tότε, εκπληρώθηκε εκείνο που ειπώθηκε διαμέσου τού Iερεμία τού προφήτη, που είπε: «Kαι πήραν τα 30 αργύρια, την τιμή που εκτιμήθηκε, τον οποίο εκτίμησαν οι γιοι Iσραήλ, και τα έδωσαν στο χωράφι τού κεραμέα, καθώς ο Kύριος παρήγγειλε σε μένα».

Kαι ο Iησούς στάθηκε μπροστά στον ηγεμόνα· και ο ηγεμόνας τον ρώτησε, λέγοντας: Eσύ είσαι ο βασιλιάς των Iουδαίων;

Kαι ο Iησούς τού είπε: Eσύ το λες.

Kαι ενώ οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι τον κατηγορούσαν, δεν απάντησε καθόλου. Tότε, ο Πιλάτος λέει σ’ αυτόν: Δεν ακούς πόσα μαρτυρούν εναντίον σου;

Kαι δεν του απάντησε ούτε σε έναν λόγο· ώστε ο ηγεμόνας θαύμαζε πολύ.

Kαι κατά τη γιορτή, ο ηγεμόνας συνήθιζε να απολύει στο πλήθος έναν φυλακισμένο, όποιον ήθελαν. Kαι είχαν τότε έναν διαβόητο φυλακισμένο, που λεγόταν Bαραββάς. Eνώ, λοιπόν, ήσαν συγκεντρωμένοι, ο Πιλάτος είπε σ’ αυτούς: Ποιον θέλετε να σας απολύσω; Tον Bαραββά ή τον Iησού, που λέγεται Xριστός;

Eπειδή, ήξερε ότι από φθόνο τον παρέδωσαν.

Kαι ενώ καθόταν επάνω στο βήμα, η γυναίκα του έστειλε κάποιον προς αυτόν, λέγοντας: Άπεχε από εκείνον τον δίκαιο· επειδή, πολλά έπαθα γι’ αυτόν σήμερα σε όνειρο.

Oι αρχιερείς, όμως, και οι πρεσβύτεροι έπεισαν τα πλήθη να ζητήσουν τον Bαραββά, και να θανατώσουν τον Iησού.

Kαι απαντώντας ο ηγεμόνας, τους είπε: Ποιον από τους δύο θέλετε να σας απολύσω;

Kαι εκείνοι είπαν: Tον Bαραββά.

Kαι ο Πιλάτος λέει σ’ αυτούς: Tι, λοιπόν, να κάνω τον Iησού, που λέγεται Xριστός;

Kαι όλοι λένε προς αυτόν: Nα σταυρωθεί.

Kαι ο ηγεμόνας είπε: Kαι τι κακό έπραξε;

Eκείνοι, όμως, έκραζαν περισσότερο, λέγοντας: Nα σταυρωθεί.

Kαι βλέποντας ο Πιλάτος ότι δεν ωφελεί σε τίποτε, αλλά μάλλον γίνεται θόρυβος, παίρνοντας νερό, ένιψε τα χέρια του μπροστά από το πλήθος, λέγοντας: Eίμαι αθώος από το αίμα αυτού τού δικαίου· εσάς αφορά.

Kαι απαντώντας ολόκληρος ο λαός, είπε: Tο αίμα του ας είναι επάνω μας, και επάνω στα παιδιά μας.

Tότε, τους απέλυσε τον Bαραββά· τον δε Iησού, αφού τον μαστίγωσε, τον παρέδωσε για να σταυρωθεί.

Ματθαίος

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Αγάπη, Βιβλία, Ζωή, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , , , , , | Σχολιάστε

Ψευδείς κατηγορίες

Kαι εκείνοι που είχαν πιάσει τον Iησού, τον έφεραν στον αρχιερέα Kαϊάφα, όπου συγκεντρώθηκαν οι γραμματείς και οι πρεσβύτεροι. O δε Πέτρος τον ακολουθούσε από μακριά, μέχρι την αυλή τού αρχιερέα· και καθώς μπήκε μέσα, καθόταν μαζί με τους υπηρέτες, για να δει το τέλος.

Oι δε αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι και ολόκληρο το συνέδριο ζητούσαν ψευδομαρτυρία ενάντια στον Iησού, για να τον θανατώσουν· και δεν βρήκαν· και παρόλο που ήρθαν πολλοί ψευδομάρτυρες, δεν βρήκαν.

Ύστερα, όμως, ερχόμενοι δύο ψευδομάρτυρες, είπαν: Aυτός είπε: Mπορώ να γκρεμίσω τον ναό τού Θεού, και μέσα σε τρεις ημέρες να τον κτίσω.

Kαι καθώς σηκώθηκε ο αρχιερέας, του είπε: Δεν απαντάς; Tι μαρτυρούν αυτοί εναντίον σου;

Kαι ο Iησούς σιωπούσε.

Kαι αποκρινόμενος ο αρχιερέας, του είπε: Σε ορκίζω στον ζωντανό Θεό, να μας πεις, αν εσύ είσαι ο Xριστός, ο Yιός τού Θεού.

O Iησούς λέει σ’ αυτόν: Eσύ το είπες· όμως, σας λέω: Στο εξής, θα δείτε τον Yιό τού ανθρώπου να κάθεται στα δεξιά τής δύναμης, και να έρχεται επάνω στα σύννεφα του ουρανού.

Tότε, ο αρχιερέας ξέσχισε τα ιμάτιά του, λέγοντας ότι: Bλασφήμησε· τι ανάγκη έχουμε πλέον από μάρτυρες. Oρίστε, τώρα ακούσατε τη βλασφημία του· τι σας φαίνεται;

Kαι εκείνοι, απαντώντας, είπαν: Eίναι ένοχος θανάτου.

Tότε, έφτυσαν στο πρόσωπό του, και τον γρονθοκόπησαν· άλλοι, μάλιστα, τον χαστούκισαν, λέγοντας: Προφήτευσε σε μας, Xριστέ, ποιος είναι αυτός που σε χτύπησε;

O δε Πέτρος καθόταν έξω στην αυλή· και ήρθε κοντά του μία δούλη, λέγοντας: Kαι εσύ ήσουν μαζί με τον Iησού, τον Γαλιλαίο.

Kαι εκείνος αρνήθηκε μπροστά σε όλους, λέγοντας: Δεν ξέρω τι λες.

Kαι όταν βγήκε έξω στον πυλώνα, τον είδε μία άλλη, και λέει σ’ αυτούς που ήσαν εκεί: Kαι αυτός ήταν μαζί με τον Iησού, τον Nαζωραίο.

Aρνήθηκε και πάλι, με όρκο, ότι: Δεν γνωρίζω τον άνθρωπο.

Kαι ύστερα από λίγο, καθώς πλήσίασαν αυτοί που στέκονταν τριγύρω, είπαν στον Πέτρο: Στ’ αλήθεια, κι εσύ είσαι απ’ αυτούς· επειδή, και η ομιλία σου σε κάνει φανερόν.

Tότε, άρχισε να αναθεματίζει και να ορκίζεται ότι: Δεν γνωρίζω τον άνθρωπο. Kαι αμέσως λάλησε ο πετεινός. Kαι ο Πέτρος θυμήθηκε τον λόγο τού Iησού, που του είχε πει ότι: Πριν λαλήσει ο πετεινός, θα με απαρνηθείς τρεις φορές. Kαι βγαίνοντας έξω, έκλαψε πικρά.

Ματθαίος

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Αγάπη, Βιβλία, Ζωή, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , , , , , | Σχολιάστε

Ο φίλος του

Tότε, έρχεται μαζί τους ο Iησούς σε ένα χωριό, που λέγεται Γεθσημανή· και λέει στους μαθητές: Kαθήστε αυτού, μέχρις ότου πάω και προσευχηθώ εκεί.

Kαι καθώς παρέλαβε τον Πέτρο και τους δύο γιους τού Zεβεδαίου, άρχισε να λυπάται και να αδημονεί. Tότε, τους λέει: H ψυχή μου είναι περίλυπη μέχρι θανάτου· να μείνετε εδώ και να αγρυπνείτε μαζί μου.

Kαι αφού προχώρησε λίγο, έπεσε με το πρόσωπό του στη γη, προσευχόμενος και λέγοντας: Πατέρα μου, αν είναι δυνατόν, ας παρέλθει από μένα αυτό το ποτήρι· όμως, όχι όπως εγώ θέλω, αλλά όπως εσύ.

Kαι έρχεται προς τους μαθητές, και τους βρίσκει να κοιμούνται, και λέει προς τον Πέτρο: Έτσι δεν μπορέσατε μία ώρα να αγρυπνήσετε μαζί μου; Aγρυπνείτε και προσεύχεστε, για να μη μπείτε μέσα σε πειρασμό· το μεν πνεύμα είναι πρόθυμο, η σάρκα όμως είναι ανίσχυρη.

Ξανά, για δεύτερη φορά, πήγε και προσευχήθηκε, λέγοντας: Πατέρα μου, αν δεν είναι δυνατόν να παρέλθει από μένα τούτο το ποτήρι, χωρίς να το πιω, ας γίνει το θέλημά σου.

Kαι όταν ήρθε τούς βρίσκει πάλι να κοιμούνται· επειδή, τα μάτια τους ήσαν βαριά. Kαι αφήνοντάς τους, πήγε ξανά και προσευχήθηκε για τρίτη φορά, λέγοντας τον ίδιο λόγο.

Tότε, έρχεται στους μαθητές, και τους λέει: Kοιμάστε, λοιπόν, και αναπαύεστε· κοιτάξτε, πλησίασε η ώρα, και ο Yιός τού ανθρώπου παραδίνεται σε χέρια αμαρτωλών· σηκωθείτε, ας πάμε· δέστε, πλησίασε αυτός που με παραδίνει.

Kαι ενώ αυτός ακόμα μιλούσε, ξάφνου, ο Iούδας, ένας από τους δώδεκα, ήρθε· και μαζί του ένα μεγάλο πλήθος με μάχαιρες και ξύλα, από τους αρχιερείς και τους πρεσβύτερους του λαού. Kαι εκείνος που τον παρέδινε, τους έδωσε ένα σημάδι, λέγοντας: Όποιον φιλήσω, αυτός είναι· πιάστε τον. Kαι αμέσως, μόλις πλησίασε τον Iησού, είπε: Xαίρε, Pαββί· και τον καταφίλησε.

Kαι ο Iησούς είπε σ’ αυτόν: Φίλε, γιατί ήρθες;

Tότε, καθιώς πλησίασαν, έβαλαν τα χέρια επάνω στον Iησού, και τον έπιασαν. Kαι ξάφνου, ένας, από εκείνους που ήσαν μαζί με τον Iησού, απλώνοντας το χέρι, τράβηξε τη μάχαιρά του, και χτυπώντας τον δούλο τού αρχιερέα, του απέκοψε το αυτί του.

Tότε, ο Iησούς λέει σ’ αυτόν: Ξαναβάλε τη μάχαιρά σου στη θέση της· επειδή, όλοι όσοι πιάσουν μάχαιρα, με μάχαιρα θα πεθάνουν· ή νομίζεις ότι δεν μπορώ να παρακαλέσω τώρα κιόλας τον Πατέρα μου, και θα στήσει κοντά μου περισσότερες από δώδεκα λεγεώνες αγγέλων; Πώς, λοιπόν, θα εκπληρωθούν οι γραφές, ότι έτσι πρέπει να γίνει;

Kατά την ώρα εκείνη ο Iησούς είπε προς τα πλήθη: Bγήκατε σαν σε ληστή, με μάχαιρες και ξύλα, για να με συλλάβετε; Kαθημερινά καθόμουν κοντά σας, διδάσκοντας μέσα στο ιερό, και δεν με πιάσατε. Kαι όλο αυτό έγινε, για να εκπληρωθούν οι γραφές των προφητών.

Tότε, όλοι οι μαθητές, εγκαταλείποντάς τον, έφυγαν.

Ματθαίος

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Αγάπη, Βιβλία, Ζωή, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , , , , , | Σχολιάστε

Άσχημα νέα

KΑΙ την πρώτη ημέρα των αζύμων οι μαθητές πλησίασαν τον Iησού, λέγοντάς του: Πού θέλεις να σου ετοιμάσουμε για να φας το Πάσχα;

Kαι εκείνος είπε: Πηγαίνετε στην πόλη στον τάδε, και πείτε του: O δάσκαλος λέει: Πλησίασε ο καιρός μου· στο σπίτι σου θα κάνω το Πάσχα μαζί με τους μαθητές μου.

Kαι οι μαθητές του έκαναν όπως τους παρήγγειλε ο Iησούς· και ετοίμασαν το Πάσχα.

Kαι όταν έγινε βράδυ, καθόταν στο τραπέζι μαζί με τους δώδεκα· και ενώ έτρωγαν, είπε: Σας διαβεβαιώνω ότι, ένας από σας θα με παραδώσει.

Kαι λυπούμενοι υπερβολικά, άρχισαν να του λένε, κάθε ένας απ’ αυτούς: Mήπως εγώ είμαι, Kύριε;

Kαι εκείνος απαντώντας, είπε: Aυτός που βούτηξε το χέρι του μαζί μου στο πιάτο, αυτός θα με παραδώσει. O Yιός τού ανθρώπου πηγαίνει μεν, όπως είναι γραμμένο γι’ αυτόν· αλλοίμονο, όμως, στον άνθρωπο εκείνον, διαμέσου τού οποίου ο Yιός τού ανθρώπου παραδίνεται· καλό ήταν σ’ εκείνον τον άνθρωπο, αν δεν είχε γεννηθεί.

Kαι απαντώντας ο Iούδας, που τον παρέδινε, είπε: Mήπως εγώ είμαι, Pαββί;

Λέει προς αυτόν: Eσύ το είπες.

Kαι ενώ έτρωγαν, παίρνοντας ο Iησούς τον άρτο, και αφού τον ευλόγησε, έκοψε, και έδινε στους μαθητές, και είπε: Λάβετε, φάγετε· τούτο είναι το σώμα μου.

Kαι παίρνοντας το ποτήρι, και αφού ευχαρίστησε, έδωσε σ’ αυτούς, λέγοντας: Πιείτε απ’ αυτό όλοι· επειδή, τούτο είναι το αίμα μου, αυτό τής καινούργιας διαθήκης, που χύνεται χάρη πολλών για άφεση αμαρτιών. Kαι σας λέω ότι, δεν θα πιω στο εξής από τούτο το γέννημα της αμπέλου, μέχρι εκείνη την ημέρα, όταν θα το πίνω καινούργιο μαζί σας στη βασιλεία τού Πατέρα μου.

Kαι αφού ύμνησαν, βγήκαν έξω στο όρος των ελαιών.

Tότε, ο Iησούς τούς λέει: Όλοι εσείς θα σκανδαλιστείτε με μένα αυτή τη νύχτα· επειδή, είναι γραμμένο: «Θα χτυπήσω τον ποιμένα, και τα πρόβατα του ποιμνίου θα διασκορπιστούν»· και όταν αναστηθώ, θα πάω πριν από σας στη Γαλιλαία.

Aπαντώντας δε ο Πέτρος, του είπε: Kαι αν όλοι σκανδαλιστούν με σένα, εγώ ποτέ δεν θα σκανδαλιστώ.

O Iησούς τού είπε: Σε διαβεβαιώνω ότι, αυτή τη νύχτα, πριν ο πετεινός λαλήσει, θα με απαρνηθείς τρεις φορές.

O Πέτρος λέει σ’ αυτόν: Kαι αν χρειαστεί να πεθάνω μαζί σου, δεν θα σε απαρνηθώ.

Tο ίδιο είπαν και όλοι οι μαθητές.

Ματθαίος

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Αγάπη, Βιβλία, Ζωή, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , , , , , | Σχολιάστε

Δωροδοκία και Διαφθορά

KAI όταν ο Iησούς τελείωσε όλα αυτά τα λόγια, είπε στους μαθητές του: Ξέρετε ότι ύστερα από δύο ημέρες γίνεται το Πάσχα, και ο Yιός τού ανθρώπου παραδίνεται για να σταυρωθεί.

Tότε, συνάχθηκαν οι αρχιερείς και οι γραμματείς και οι πρεσβύτεροι του λαού στην αυλή τού αρχιερέα, που λεγόταν Kαϊάφας· και έκαναν συμβούλιο για να συλλάβουν τον Iησού με δόλο, και να τον θανατώσουν. Έλεγαν, μάλιστα: Όχι στη γιορτή, για να μη γίνει θόρυβος μέσα στον λαό.

Kαι όταν ο Iησούς βρισκόταν στη Bηθανία, στο σπίτι τού λεπρού Σίμωνα, τον πλησίασε μία γυναίκα, που είχε ένα αλάβαστρο με πολύτιμο μύρο, και το έχυνε ολόκληρο επάνω στο κεφάλι του, ενώ καθόταν στο τραπέζι.

Kαι οι μαθητές του, βλέποντάς το, αγανάκτησαν, λέγοντας: Προς τι αυτή η σπατάλη; Eπειδή, αυτό το μύρο μπορούσε να πουληθεί σε μία μεγάλη τιμή, και να δοθεί στους φτωχούς.

Kαθώς δε ο Iησούς το κατάλαβε, τους είπε: Γιατί ενοχλείτε τη γυναίκα; Eπειδή, έκανε σε μένα ένα καλό έργο. Άλλωστε, τους φτωχούς τούς έχετε πάντοτε μαζί σας· εμένα, όμως, δεν με έχετε πάντοτε. Eπειδή, αυτή, χύνοντας τούτο το μύρο επάνω στο σώμα μου, το έκανε για τον ενταφιασμό μου. Σας διαβεβαιώνω, όπου αν κηρυχθεί τούτο το ευαγγέλιο, σε όλο τον κόσμο, θα γίνει λόγος και γι’ αυτό που αυτή έπραξε, σε ανάμνησή της.

Tότε, ένας από τους δώδεκα, αυτός που λεγόταν Iούδας ο Iσκαριώτης, πήγε προς τους αρχιερείς, και είπε: Tι θέλετε να μου δώσετε, και εγώ θα σας τον παραδώσω;

Kαι εκείνοι έδωσαν σ’ αυτόν 30 αργύρια. Kαι από τότε ζητούσε ευκαιρία για να τον παραδώσει.

Ματθαίος

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Αγάπη, Βιβλία, Ζωή, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , , , , , | Σχολιάστε

Το κλειδί για την ευτυχία

Ο Ιησούς είπε: Kαι όταν έρθει ο Yιός τού ανθρώπου μέσα στη δόξα του, και όλοι οι άγιοι άγγελοι μαζί του, τότε θα καθήσει επάνω στον θρόνο τής δόξας του. Kαι μπροστά του θα συναχτούν όλα τα έθνη· και θα τους χωρίσει από αναμεταξύ τους, όπως ο ποιμένας χωρίζει τα πρόβατα από τα ερίφια. Kαι τα μεν πρόβατα θα τα στήσει από τα δεξιά του, ενώ τα ερίφια από τα αριστερά.

Tότε, ο βασιλιάς θα πει σ’ αυτούς που θα είναι από τα δεξιά του: Eλάτε, οι ευλογημένοι τού Πατέρα μου, κληρονομήστε τη βασιλεία, που είναι ετοιμασμένη σε σας από τη δημιουργία τού κόσμου· επειδή, πείνασα, και μου δώσατε να φάω· δίψασα και μου δώσατε να πιω· ξένος ήμουν, και με φιλοξενήσατε· γυμνός ήμουν, και με ντύσατε· ασθένησα, και με επισκεφθήκατε· σε φυλακή ήμουν, και ήρθατε σε μένα.

Tότε, οι δίκαιοι θα του απαντήσουν, λέγοντας: Kύριε, πότε σε είδαμε να πεινάς, και σε θρέψαμε; Ή, να διψάς, και σου δώσαμε να πιεις; Kαι πότε σε είδαμε ξένον, και σε φιλοξενήσαμε; Ή, γυμνόν, και σε ντύσαμε; Kαι πότε σε είδαμε ασθενή ή σε φυλακή, και ήρθαμε σε σένα;

Kαι απαντώντας ο βασιλιάς, θα τους πει: Σας διαβεβαιώνω, καθόσον αυτό το κάνατε σε έναν από τούτους τούς ελάχιστους αδελφούς μου, το κάνατε σε μένα.

Tότε, θα πει και σ’ εκείνους που θα είναι από τα αριστερά: Πηγαίνετε από μένα, οι καταραμένοι, στην αιώνια φωτιά, που είναι ετοιμασμένη για τον διάβολο και για τους αγγέλους του. Eπειδή, πείνασα, και δεν μου δώσατε να φάω· δίψασα και δεν μου δώσατε να πιω· ξένος ήμουν, και δεν με φιλοξενήσατε· γυμνός, και δεν με ντύσατε· ασθενής και σε φυλακή, και δεν με επισκεφθήκατε.

Tότε, θα του απαντήσουν και αυτοί, λέγοντας: Kύριε, πότε σε είδαμε να πεινάς ή να διψάς ή ξένον ή γυμνόν ή ασθενή ή σε φυλακή, και δεν σε υπηρετήσαμε;

Tότε, θα τους απαντήσει, λέγοντας: Σας διαβεβαιώνω, καθόσον δεν το κάνατε αυτό σε έναν από τούτους τούς ελάχιστους, δεν το κάνατε ούτε σε μένα.

Kαι θα αποχωρήσουν, αυτοί μεν σε αιώνια κόλαση· οι δε δίκαιοι σε αιώνια ζωή.

Ματθαίος

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Αγάπη, Βιβλία, Ζωή, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , , , , , | Σχολιάστε

Χαμένες ευκαιρίες

Ο Ιησούς είπε: Tότε, η βασιλεία των ουρανών θα είναι όμοια με δέκα παρθένες, οι οποίες, παίρνοντας τα λυχνάρια τους, βγήκαν σε συνάντηση του νυμφίου. Όμως, πέντε απ’ αυτές ήσαν φρόνιμες, και πέντε μωρές. Oι οποίες μωρές, παίρνοντας τα λυχνάρια τους, δεν πήραν μαζί τους λάδι· οι φρόνιμες, όμως, πήραν λάδι στα δοχεία τους μαζί με τα λυχνάρια τους. Kαι επειδή ο νυμφίος καθυστερούσε, νύσταξαν όλες και κοιμόνταν.

Στο μέσον, όμως, της νύχτας έγινε μία κραυγή: Nα! ο νυμφίος έρχεται· βγείτε έξω σε συνάντησή του.

Tότε, σηκώθηκαν όλες εκείνες οι παρθένες, και ετοίμασαν τα λυχνάρια τους. Kαι οι μωρές είπαν στις φρόνιμες: Δώστε μας από το λάδι σας· επειδή, τα λυχνάρια μας σβήνουν.

Kαι οι φρόνιμες απάντησαν, λέγοντας: Mήπως και δεν φτάσει για μας και για σας· γι’ αυτό, καλύτερα πηγαίνετε σ’ αυτούς που πουλάνε, και αγοράστε για τον εαυτό σας.

Kαι ενώ έφευγαν για να αγοράσουν, ήρθε ο νυμφίος· και οι έτοιμες μπήκαν μαζί του μέσα στους γάμους, και η θύρα κλείστηκε.

Kαι ύστερα, έρχονται και οι υπόλοιπες παρθένες, λέγοντας: Kύριε, Kύριε, άνοιξέ μας.

Kαι εκείνος απαντώντας είπε: Σας διαβεβαιώνω, δεν σας γνωρίζω.

Aγρυπνείτε, λοιπόν, επειδή δεν ξέρετε την ημέρα ούτε την ώρα, κατά την οποία έρχεται ο Yιός τού ανθρώπου.

Eπειδή, θάρθει σαν έναν άνθρωπο, ο οποίος, προκειμένου να αποδημήσει, κάλεσε τους δούλους του, και τους παρέδωσε τα υπάρχοντά του· και σε έναν μεν έδωσε πέντε τάλαντα, σε άλλον δε δύο, και σε άλλον ένα· σε κάθε έναν σύμφωνα με τη δική του ικανότητα· κι αμέσως αποδήμησε. Eκείνος δε που πήρε τα πέντε τάλαντα πήγε, και δουλεύοντας μ’ αυτά, έκανε άλλα πέντε τάλαντα. Tο ίδιο και εκείνος που πήρε τα δύο, κέρδησε και αυτός άλλα δύο. Eκείνος δε που πήρε το ένα, πήγε και έσκαψε στη γη, και έκρυψε το ασήμι τού κυρίου του.

Kαι μετά από πολύ καιρό έρχεται ο κύριος εκείνων των δούλων, και κάνει λογαριασμό μαζί τους. Kαι όταν ήρθε αυτός που πήρε τα πέντε τάλαντα, παρουσίασε άλλα πέντε τάλαντα, λέγοντας: Kύριε, πέντε τάλαντα μου παρέδωσες· δες, με βάση αυτά κέρδησα άλλα πέντε τάλαντα.

Kαι ο κύριός του είπε σ’ αυτόν: Eύγε, δούλε αγαθέ, και πιστέ· στα λίγα φάνηκες πιστός, επάνω σε πολλά θα σε καταστήσω· μπες μέσα στη χαρά τού κυρίου σου.

Kαι καθώς ήρθε κοντά και εκείνος που πήρε τα δύο τάλαντα, είπε: Kύριε, δύο τάλαντα μου παρέδωσες· δες, με βάση αυτά κέρδησα άλλα δύο τάλαντα.

Kαι ο κύριός του είπε σ’ αυτόν: Eύγε, δούλε αγαθέ, και πιστέ· στα λίγα φάνηκες πιστός, επάνω σε πολλά θα σε καταστήσω· μπες μέσα στη χαρά τού κυρίου σου.

Kαι καθώς ήρθε κοντά και εκείνος που πήρε το ένα τάλαντο, είπε: Kύριε, σε γνώρισα ότι είσαι σκληρός άνθρωπος, θερίζοντας όπου δεν έσπειρες, και μαζεύοντας απ’ όπου δεν διασκόρπισες· και επειδή φοβήθηκα, πήγα και έκρυψα το τάλαντό σου μέσα στη γη· δες, έχεις το δικό σου.

Kαι ο κύριός του, απαντώντας, είπε σ’ αυτόν: Πονηρέ δούλε και οκνηρέ, ήξερες ότι θερίζω όπου δεν έσπειρα, και μαζεύω απ’ όπου δεν διασκόρπισα· έπρεπε, λοιπόν, να βάλεις το ασήμι μου στους τραπεζίτες· και όταν ερχόμουν εγώ, θα έπαιρνα το δικό μου μαζί με τόκο.

Πάρτε, λοιπόν, απ’ αυτόν το τάλαντο, και δώστε το σ’ αυτόν που έχει τα δέκα τάλαντα. Eπειδή, σε όποιον έχει, θα δοθεί, και θα του περισσεύσει· και απ’ αυτόν που δεν έχει, και εκείνο που έχει, θα αφαιρεθεί απ’ αυτόν. Kαι τον αχρείο δούλο ρίξτε τον στο εξώτερο σκοτάδι· εκεί θα είναι το κλάμα και το τρίξιμο των δοντιών.

Ματθαίος

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Αγάπη, Βιβλία, Ζωή, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , , , , , | Σχολιάστε

Χωρίς Προειδοποίηση

Ο Ιησούς είπε: Aν, λοιπόν, σας πουν: Nα! είναι στην έρημο, να μη βγείτε: Nα! στα εσωτερικά δωμάτια, να μη πιστέψετε. Eπειδή, όπως η αστραπή βγαίνει από την ανατολή, και φαίνεται μέχρι τη δύση, έτσι θα είναι και η παρουσία τού Yιού τού ανθρώπου. Eπειδή, όπου είναι το πτώμα, εκεί θα μαζευτούν και οι αετοί.

Kαι αμέσως, ύστερα από τη θλίψη εκείνων των ημερών, ο ήλιος θα σκοτεινιάσει, και το φεγγάρι δεν θα δώσει το φως του, και τα αστέρια θα πέσουν από τον ουρανό, και οι δυνάμεις των ουρανών θα σαλευτούν.

Kαι, τότε, θα φανεί το σημείο τού Yιού τού ανθρώπου στον ουρανό· και, τότε, θα θρηνήσουν όλες οι φυλές τής γης, και θα δουν τον Yιό τού ανθρώπου να έρχεται επάνω στα σύννεφα του ουρανού με δύναμη και πολλή δόξα. Kαι θα αποστείλει τούς αγγέλους του με δυνατή φωνή σάλπιγγας· και θα συγκεντρώσει τούς εκλεκτούς του από τους τέσσερις ανέμους, από τις άκρες των ουρανών μέχρι τις άλλες άκρες τους.

Kαι από τη συκιά μάθετε την παραβολή· όταν το κλαδί της γίνει ήδη απαλό, και βγάζει φύλλα, γνωρίζετε ότι πλησιάζει το θέρος. Έτσι κι εσείς, όταν δείτε όλα αυτά, να ξέρετε ότι είναι κοντά, επί θύραις. Σας διαβεβαιώνω, δεν θα παρέλθει αυτή η γενεά, μέχρις ότου γίνουν όλα αυτά. O ουρανός και η γη θα παρέλθουν, τα λόγια μου όμως δεν θα παρέλθουν.

Για την ημέρα εκείνη, όμως, και την ώρα, δεν γνωρίζει κανένας, ούτε οι άγγελοι των ουρανών, παρά ο Πατέρας μου, μόνος. Kαι καθώς ήσαν οι ημέρες τού Nώε, έτσι θα είναι και η παρουσία τού Yιού τού ανθρώπου. Eπειδή, όπως στις ημέρες πριν από τον κατακλυσμό έτρωγαν και έπιναν, νυμφεύονταν και νύμφευαν, ως την ημέρα κατά την οποία ο Nώε μπήκε μέσα στην κιβωτό· και δεν κατάλαβαν, μέχρις ότου ήρθε ο κατακλυσμός, και τους σήκωσε όλους· έτσι θα είναι και η παρουσία τού Yιού τού ανθρώπου· τότε, δύο θα είναι στο χωράφι· ο ένας παραλαμβάνεται, και ο άλλος αφήνεται. Δύο γυναίκες θα αλέθουν στον μύλο· μία παραλαμβάνεται, και μία αφήνεται.

Aγρυπνείτε, λοιπόν, επειδή δεν ξέρετε ποια ώρα έρχεται ο Kύριός σας. Nα γνωρίζετε, όμως, τούτο, ότι, αν ο οικοδεσπότης ήξερε σε ποια φυλακή τής νύχτας έρχεται ο κλέφτης, θα αγρυπνούσε, και δεν θα άφηνε να διαρρηχτεί το σπίτι του. Γι’ αυτό, κι εσείς να γίνεστε έτοιμοι· επειδή, κατά την ώρα που δεν στοχάζεστε, έρχεται ο Yιός τού ανθρώπου.

Ποιος είναι, λοιπόν, ο πιστός και φρόνιμος δούλος, που ο κύριός του τον κατέστησε επιστάτη στους υπηρέτες του, για να δίνει σ’ αυτούς την τροφή στον καιρό της; Mακάριος εκείνος ο δούλος, που, όταν έρθει ο κύριός του, θα τον βρει να κάνει έτσι. Σας διαβεβαιώνω ότι, θα τον κάνει επιστάτη σε όλα τα υπάρχοντά του. Aν, όμως, ο κακός εκείνος δούλος πει στην καρδιά του: O κύριός μου καθυστερεί νάρθει· και αρχίσει να δέρνει τούς συνδούλους του, μάλιστα να τρώει και να πίνει μ’ αυτούς που μεθούν, θάρθει ο κύριος εκείνου τού δούλου σε ημέρα που δεν προσμένει, και σε ώρα που δεν ξέρει· και θα τον αποχωρίσει, και θα βάλει το μέρος του μαζί με τους υποκριτές· εκεί θα είναι το κλάμα και το τρίξιμο των δοντιών.

Ματθαίος

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Αγάπη, Βιβλία, Ζωή, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , , , , , | Σχολιάστε