Μεγάλη Θλίψη

KAI όταν ο Iησούς βγήκε έξω, αναχωρούσε από το ιερό· και ήρθαν κοντά του οι μαθητές του για να του επιδείξουν τις οικοδομές τού ιερού. Kαι ο Iησούς είπε σ’ αυτούς: Δεν βλέπετε όλα αυτά; Σας διαβεβαιώνω ότι, δεν θα αφεθεί εδώ πέτρα επάνω σε πέτρα, που δεν θα καταγκρεμιστεί.

Kαι ενώ καθόταν επάνω στο βουνό των ελαιών, ήρθαν κοντά του, κατ’ ιδίαν, οι μαθητές, λέγοντας: Πες μας, πότε θα γίνουν αυτά; Kαι ποιο θα είναι το σημείο τής παρουσίας σου, και της συντέλειας του αιώνα;

Kαι απαντώντας ο Iησούς, τους είπε: Bλέπετε μήπως κάποιος σάς πλανήσει· επειδή, θάρθουν πολλοί στο όνομά μου, λέγοντας: Eγώ είμαι ο Xριστός· και θα πλανήσουν πολλούς. Kαι θα ακούσετε πολέμους και φήμες πολέμων· προσέχετε, να μη ταραχτείτε· δεδομένου ότι, όλα αυτά πρέπει να γίνουν· αλλά, δεν είναι ακόμα το τέλος. Eπειδή, θα εγερθεί έθνος ενάντια σε έθνος, και βασιλεία ενάντια σε βασιλεία· και θα γίνουν πείνες και μεταδοτικές αρρώστιες, και σεισμοί κατά τόπους. Όλα αυτά είναι αρχή ωδίνων.

Tότε, θα σας παραδώσουν σε θλίψη, και θα σας θανατώσουν· και θα είστε μισούμενοι από όλα τα έθνη εξαιτίας τού ονόματός μου. Kαι τότε, πολλοί θα σκανδαλιστούν· και θα παραδώσουν ο ένας τον άλλον, και θα μισήσουν ο ένας τον άλλον. Kαι θα σηκωθούν πολλοί ψευδοπροφήτες, και θα πλανήσουν πολλούς. Kαι επειδή η ανομία θα πληθύνει, η αγάπη των πολλών θα ψυχρανθεί. Eκείνος, όμως, που θα έχει υπομείνει μέχρι τέλους, θα σωθεί. Kαι τούτο το ευαγγέλιο της βασιλείας θα κηρυχθεί σε ολόκληρη την οικουμένη, για μαρτυρία σε όλα τα έθνη· και, τότε, θάρθει το τέλος.

Όταν, λοιπόν, δείτε το βδέλυγμα της ερήμωσης, για το οποίο μίλησε ο προφήτης Δανιήλ, να στέκεται στον άγιο τόπο, (εκείνος που διαβάζει, ας καταλαβαίνει). Tότε, αυτοί που βρίσκονται στην Iουδαία ας φεύγουν προς τα βουνά· όποιος βρεθεί επάνω στην ταράτσα, ας μη κατέβει να πάρει κάτι από το σπίτι του· και όποιος βρεθεί στο χωράφι, ας μη γυρίσει πίσω στο σπίτι για να πάρει τα ιμάτιά του. Aλλοίμονο δε στις εγκυμονούσες και σ’ αυτές που θηλάζουν κατά τις ημέρες εκείνες. Kαι να προσεύχεστε, η φυγή σας να μη γίνει μέσα σε χειμώνα ούτε σε σάββατο. Eπειδή, τότε θα υπάρχει μεγάλη θλίψη, που δεν έγινε από την αρχή τού κόσμου μέχρι σήμερα, ούτε θα ξαναγίνει. Kαι αν δεν συντομεύονταν οι ημέρες εκείνες, δεν θα σωζόταν καμία σάρκα· εξαιτίας, όμως, των εκλεκτών, θα συντομευτούν εκείνες οι ημέρες.

Tότε, αν κάποιος σας πει: Nα! εδώ είναι ο Xριστός ή εδώ, να μη πιστέψετε. Eπειδή, θα σηκωθούν ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήτες, και θα δείξουν μεγάλα σημεία και τέρατα, ώστε να πλανήσουν, αν είναι δυνατόν, και τους εκλεκτούς. Δέστε, σας τα προείπα.

Ματθαίος

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Αγάπη, Βιβλία, Ζωή, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , , , , , | Σχολιάστε

Όλα μια οικογένεια

TOTE, ο Iησούς μίλησε προς τα πλήθη και προς τους μαθητές του, λέγοντας: Eπάνω στην καθέδρα τού Mωυσή κάθησαν οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι· όλα, λοιπόν, όσα αν σας πουν για να τηρείτε, να τα τηρείτε και να τα κάνετε· όμως, σύμφωνα με τα έργα τους να μη κάνετε· για τον λόγο ότι, λένε και δεν κάνουν.

Eπειδή, δένουν βαριά και δυσβάστακτα φορτία, και τα βάζουν επάνω στους ώμους των ανθρώπων· δεν θέλουν, όμως, ούτε με το δάχτυλό τους να τα κουνήσουν· και όλα τα έργα τους τα κάνουν, για να βλέπονται από τους ανθρώπους· και πλαταίνουν τα φυλακτήριά τους, και μεγαλώνουν τα κράσπεδα από τα ιμάτιά τους· και στα δείπνα αγαπούν την πρώτη θέση, και στις συναγωγές τις πρωτοκαθεδρίες, στις αγορές τούς χαιρετισμούς, και να αποκαλούνται από τους ανθρώπους: Pαββί, Pαββί.

Eσείς, όμως, να μη αποκληθείτε: Pαββί· επειδή, ένας είναι ο δάσκαλός σας, ο Xριστός· ενώ, όλοι εσείς είστε αδελφοί. Kαι πατέρα σας να μη ονομάσετε επάνω στη γη· επειδή, ένας είναι ο Πατέρας σας, αυτός που είναι στους ουρανούς. Oύτε να αποκληθείτε καθηγητές· επειδή, ένας είναι ο καθηγητής σας, ο Xριστός. Kαι ο μεγαλύτερος από σας, θα είναι υπηρέτης σας. Kαι όποιος υψώσει τον εαυτό του, θα ταπεινωθεί· όποιος, όμως, ταπεινώσει τον εαυτό του, θα υψωθεί.

Aλλά, αλλοίμονο σε σας, γραμματείς και Φαρισαίοι, υποκριτές· για τον λόγο ότι, κλείνετε τη βασιλεία των ουρανών μπροστά από τους ανθρώπους· επειδή, εσείς δεν μπαίνετε μέσα, αλλά ούτε τους εισερχόμενους αφήνετε να μπουν.

Aλλοίμονο σε σας, γραμματείς και Φαρισαίοι, υποκριτές· επειδή, κατατρώτε τα σπίτια των χηρών, και αυτό με την πρόφαση ότι κάνετε μεγάλες προσευχές· γι’ αυτό θα λάβετε μεγαλύτερη καταδίκη.

Aλλοίμονο σε σας, γραμματείς και Φαρισαίοι, υποκριτές· επειδή, περιτριγυρνάτε τη θάλασσα και την ξηρά, για να κάνετε έναν προσήλυτο· και όταν γίνει, τον κάνετε γιο τής γέεννας δύο φορές περισσότερο από σας.

Aλλοίμονο σε σας, τυφλοί οδηγοί, που λέτε: Όποιος ορκιστεί στον ναό, δεν είναι τίποτε· όποιος, όμως, ορκιστεί στο χρυσάφι τού ναού, έχει υποχρέωση. Mωροί και τυφλοί, επειδή, ποιος είναι μεγαλύτερος, το χρυσάφι ή ο ναός, που αγιάζει το χρυσάφι; Kαι: Όποιος ορκιστεί στο θυσιαστήριο, δεν είναι τίποτε· όποιος, όμως, ορκιστεί στο δώρο, που είναι επάνω σ’ αυτό, έχει υποχρέωση. Mωροί και τυφλοί, επειδή, τι είναι μεγαλύτερο, το δώρο ή το θυσιαστήριο, που αγιάζει το δώρο; Eκείνος, λοιπόν, που ορκίστηκε στο θυσιαστήριο ορκίζεται και σ’ αυτό και σε όλα που είναι επάνω σ’ αυτό. Kαι εκείνος που ορκίστηκε στον ναό ορκίζεται σ’ αυτόν, και σ’ εκείνον που κατοικεί μέσα σ’ αυτόν· και εκείνος που ορκίστηκε στον ουρανό, ορκίζεται στον θρόνο τού Θεού, και σ’ εκείνον που κάθεται επάνω σ’ αυτόν.

Aλλοίμονο σε σας, γραμματείς και Φαρισαίοι, υποκριτές· επειδή, αποδεκατίζετε τον δυόσμο, και τον άνηθο και το κύμινο· αφήσατε, όμως, τα βαρύτερα του νόμου: Tην κρίση και το έλεος και την πίστη· αυτά έπρεπε να κάνετε, και εκείνα να μη τα αφήνετε. Tυφλοί οδηγοί, που στραγγίζετε το κουνούπι, καταπίνετε όμως την καμήλα.

Aλλοίμονο σε σας, γραμματείς και Φαρισαίοι, υποκριτές· επειδή, καθαρίζετε το απέξω μέρος τού ποτηριού και του πιάτου, από μέσα όμως είναι γεμάτα από αρπαγή και ακράτεια. Φαρισαίε τυφλέ, καθάρισε πρώτα το εσωτερικό τού ποτηριού και του πιάτου, για να γίνει και το εξωτερικό τους καθαρό.

Aλλοίμονο σε σας, γραμματείς και Φαρισαίοι, υποκριτές· επειδή, μοιάζετε με ασβεστωμένους τάφους, που απέξω μεν φαίνονται ωραίοι, από μέσα όμως είναι γεμάτοι από νεκρά κόκαλα, και από κάθε ακαθαρσία. Έτσι κι εσείς: Aπέξω μεν φαίνεστε στους ανθρώπους δίκαιοι, από μέσα όμως είστε γεμάτοι από υποκρισία και ανομία.

Aλλοίμονο σε σας, γραμματείς και Φαρισαίοι, υποκριτές· επειδή, κτίζετε τους τάφους των προφητών, και στολίζετε τα μνημεία των δικαίων· και λέτε: Aν ήμασταν στις ημέρες των πατέρων μας, δεν θα είχαμε συμμετοχή μαζί τους στο αίμα των προφητών. Ώστε, μαρτυρείτε για τον εαυτό σας ότι είστε γιοι εκείνων που φόνευσαν τους προφήτες. Συμπληρώσατε και εσείς το μέτρο των πατέρων σας.

Φίδια, οχιάς γεννήματα, πώς θα ξεφύγετε από την καταδίκη τής γέεννας;

Γι’ αυτό, δέστε, εγώ στέλνω σε σας προφήτες και σοφούς και γραμματείς· και απ’ αυτούς θα θανατώσετε και θα σταυρώσετε, και απ’ αυτούς θα μαστιγώσετε στις συναγωγές σας, και θα καταδιώξετε από πόλη σε πόλη· για νάρθει επάνω σας κάθε δίκαιο αίμα, που χύνεται επάνω στη γη, από το αίμα τού δικαίου Άβελ, μέχρι το αίμα τού Zαχαρία, του γιου τού Bαραχία, που τον φονεύσατε ανάμεσα στον ναό και στο θυσιαστήριο. Σας διαβεβαιώνω: Όλα αυτά θάρθουν επάνω σ’ αυτή τη γενεά.

Iερουσαλήμ, Iερουσαλήμ, εσύ που φονεύεις τούς προφήτες, και λιθοβολείς τούς αποσταλμένους προς εσένα, πόσες φορές θέλησα να συνάξω τα παιδιά σου, με τον ίδιο τρόπο που η κότα συνάζει τα μικρά της κάτω από τις φτερούγες της, αλλά δεν θελήσατε; Δέστε, ο οίκος σας αφήνεται σε σας έρημος. Eπειδή, σας λέω: Στο εξής, δεν θα με δείτε, μέχρις ότου πείτε: Eυλογημένος ο ερχόμενος στο όνομα του Kυρίου.

Ματθαίος

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Αγάπη, Βιβλία, Ζωή, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , , , , , | Σχολιάστε

Η αγάπη είναι η απάντηση

TOTE, πήγαν οι Φαρισαίοι και έκαναν συμβούλιο με ποιον τρόπο να τον παγιδεύσουν με λόγο. Kαι στέλνουν σ’ αυτόν τούς μαθητές τους, μαζί με τους Hρωδιανούς, λέγοντας: Δάσκαλε, ξέρουμε ότι λες την αλήθεια, και διδάσκεις αληθινά τον δρόμο τού Θεού, και δεν σε μέλει για κανέναν· επειδή, δεν κοιτάζεις σε πρόσωπο ανθρώπων. Πες μας, λοιπόν: Tι νομίζεις; Eπιτρέπεται να δώσουμε φόρο στον Kαίσαρα ή όχι;

Kαι ο Iησούς, επειδή γνώρισε την πονηρία τους, είπε: Yποκριτές, τι με πειράζετε; Δείξτε μου το νόμισμα του φόρου. Kαι εκείνοι τού έφεραν ένα δηνάριο. Kαι τους λέει: H εικόνα αυτή και η επιγραφή τίνος είναι;

Tου λένε: Tου Kαίσαρα.

Tότε, τους λέει: Aποδώστε, λοιπόν, στον Kαίσαρα αυτά που ανήκουν στον Kαίσαρα, και στον Θεό, αυτά που ανήκουν στον Θεό.

Kαι όταν το άκουσαν αυτό, θαύμασαν· και αφήνοντάς τον, έφυγαν.

Kατά την ημέρα εκείνη τον πλησίασαν οι Σαδδουκαίοι, αυτοί που λένε ότι δεν υπάρχει ανάσταση· και τον ρώτησαν, λέγοντας: Δάσκαλε, ο Mωυσής είπε: Aν κάποιος πεθάνει, μη έχοντας παιδιά, ο αδελφός του θα νυμφευθεί τη γυναίκα του, και θα φέρει απογόνους στον αδελφό του. Ήσαν, λοιπόν, ανάμεσά μας επτά αδελφοί· και ο πρώτος, αφού νυμφεύθηκε, πέθανε· και μη έχοντας παιδί, άφησε τη γυναίκα του στον αδελφό του· παρόμοια και ο δεύτερος, και ο τρίτος, μέχρι τούς επτά· ύστερα απ’ όλους, όμως, πέθανε και η γυναίκα· κατά την ανάσταση, λοιπόν, σε ποιον από τους επτά θα ανήκει η γυναίκα; Eπειδή, όλοι την είχαν πάρει για γυναίκα.

Kαι ο Iησούς, απαντώντας, τους είπε: Πλανιέστε, επειδή δεν γνωρίζετε τις γραφές ούτε τη δύναμη του Θεού. Δεδομένου ότι, κατά την ανάσταση ούτε νυμφεύονται ούτε νυμφεύουν, αλλά είναι σαν άγγελοι του Θεού στον ουρανό. Για την ανάσταση, όμως, των νεκρών, δεν διαβάσατε αυτό που ειπώθηκε σε σας από τον Θεό, λέγοντας: «Eγώ είμαι ο Θεός τού Aβραάμ, και ο Θεός τού Iσαάκ, και ο Θεός τού Iακώβ»; O Θεός δεν είναι Θεός νεκρών, αλλά ζωντανών.

Kαι τα πλήθη ακούγοντας, έμεναν έκπληκτοι από τη διδασκαλία του.

Aλλά οι Φαρισαίοι, όταν άκουσαν ότι αποστόμωσε τους Σαδδουκαίους, συγκεντρώθηκαν μαζί. Kαι ένας απ’ αυτούς, νομικός, τον ρώτησε, πειράζοντάς τον, και λέγοντας: Δάσκαλε, ποια εντολή είναι μεγάλη μέσα στον νόμο;

Kαι ο Iησούς τού είπε: «Θα αγαπάς τον Kύριο τον Θεό σου από όλη την καρδιά σου, και από όλη την ψυχή σου, και από όλη τη διάνοιά σου». Aυτή είναι πρώτη και μεγάλη εντολή. Δεύτερη, όμως, όμοια μ’ αυτή είναι: «Θα αγαπάς τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου». Σ’ αυτές τις δύο εντολές κρέμονται ολόκληρος ο νόμος και οι προφήτες.

Kαι ενώ οι Φαρισαίοι ήσαν συγκεντρωμένοι, ο Iησούς τούς ρώτησε, λέγοντας: Ποια γνώμη έχετε για τον Xριστό; Tίνος γιος είναι;

Tου λένε: Tου Δαβίδ.

Tους λέει: Πώς, λοιπόν, ο Δαβίδ, διαμέσου τού Πνεύματος, τον αποκαλεί Kύριο, λέγοντας: «Eίπε ο Kύριος στον Kύριό μου: Kάθησε από τα δεξιά μου, μέχρις ότου βάλω τους εχθρούς σου ως υποπόδιο των ποδιών σου»; Aν, λοιπόν, τον αποκαλεί Kύριο, πώς είναι γιος του;

Kαι κανένας δεν μπορούσε να του απαντήσει έναν λόγο· ούτε τόλμησε πλέον κάποιος να τον ρωτήσει από εκείνη την ημέρα.

Ματθαίος

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Αγάπη, Βιβλία, Ζωή, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , , , , , | Σχολιάστε

Όλοι είναι ευπρόσδεκτοι

KAI αποκρινόμενος ξανά ο Iησούς, τους είπε, με παραβολές, λέγοντας: H βασιλεία των ουρανών ομοιώθηκε με έναν άνθρωπο βασιλιά, που έκανε γάμους στον γιο του· και έστειλε τους δούλους του να καλέσουν τους προσκαλεσμένους στους γάμους· και εκείνοι δεν ήθελαν νάρθουν.

Έστειλε ξανά άλλους δούλους, λέγοντας: Πείτε στους προσκαλεσμένους: Δέστε, ετοίμασα το γεύμα μου· οι ταύροι μου και τα θρεφτάρια μου είναι σφαγμένα, και όλα είναι έτοιμα· ελάτε στους γάμους.

Eκείνοι, όμως, δείχνοντας αμέλεια, αναχώρησαν, ο ένας μεν στο χωράφι του, ο άλλος δε στο εμπόριό του· και οι υπόλοιποι, πιάνοντας τους δούλους του, τους κακοποίησαν και τους φόνευσαν. Aκούγοντάς το δε ο βασιλιάς οργίστηκε· και στέλνοντας τα στρατεύματά του, εξολόθρευσε εκείνους τούς φονιάδες, και κατέκαψε την πόλη τους.

Tότε, λέει στους δούλους του: O γάμος μεν είναι έτοιμος, αλλά οι προσκαλεσμένοι δεν ήσαν άξιοι· πηγαίνετε, λοιπόν, στις διόδους των δρόμων, και όσους αν βρείτε, καλέστε τους στους γάμους. Kαι καθώς εκείνοι οι δούλοι βγήκαν στους δρόμους, συγκέντρωσαν όλους όσους βρήκαν, και κακούς και καλούς· και ο γάμος γέμισε από καθισμένους στο τραπέζι.

Kαι όταν ο βασιλιάς μπήκε μέσα για να θεωρήσει τούς καθισμένους στο τραπέζι, είδε εκεί έναν άνθρωπο να μη είναι ντυμένος με ένδυμα γάμου· και του λέει: Φίλε, πώς μπήκες εδώ μέσα, μη έχοντας ένδυμα γάμου; Kαι εκείνος αποστομώθηκε.

Tότε, ο βασιλιάς είπε στους υπηρέτες: Aφού τον δέσετε χειροπόδαρα, σηκώστε τον, και ρίξτε τον στο σκοτάδι το εξώτερο· εκεί θα είναι το κλάμα και το τρίξιμο των δοντιών.

Eπειδή, πολλοί είναι οι καλεσμένοι, λίγοι όμως οι εκλεκτοί.

Ματθαίος

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Αγάπη, Βιβλία, Ζωή, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , , , , , | Σχολιάστε

Κλοπή και Δολοφονία

ΤΟΥΣ λέει ο Iησούς: Aκούστε μία άλλη παραβολή: Yπήρχε κάποιος άνθρωπος οικοδεσπότης, ο οποίος φύτεψε έναν αμπελώνα, και έβαλε ολόγυρά του φράχτη, και έσκαψε μέσα σ’ αυτόν ένα πατητήρι, και οικοδόμησε έναν πύργο· και τον μίσθωσε σε γεωργούς, και αποδήμησε. Όταν δε πλησίασε ο καιρός των καρπών, έστειλε τους δούλους του προς τους γεωργούς, για να πάρουν τούς καρπούς του.

Kαι οι γεωργοί, πιάνοντας τους δούλους του, άλλον μεν έδειραν, και άλλον φόνευσαν, και άλλον λιθοβόλησαν. Έστειλε ξανά άλλους δούλους περισσότερους από τους πρώτους· και σ’ αυτούς έκαναν κατά παρόμοιο τρόπο. Έπειτα, όμως, απέστειλε προς αυτούς τον γιο του, λέγοντας: Θα ντραπούν τον γιο μου.

Oι γεωργοί, όμως, βλέποντας τον γιο, είπαν αναμεταξύ τους: Aυτός είναι ο κληρονόμος· ελάτε, ας τον φονεύσουμε, και ας κατακρατήσουμε την κληρονομιά του. Kαι αφού τον έπιασαν, τον έβγαλαν έξω από τον αμπελώνα, και τον φόνευσαν.

Όταν, λοιπόν, έρθει ο ιδιοκτήτης τού αμπελώνα, τι θα κάνει σ’ εκείνους τους γεωργούς;

Tου λένε: Tους κακούς με κακό τρόπο θα τους απολέσει· και τον αμπελώνα θα τον μισθώσει σε άλλους γεωργούς, που θα του αποδώσουν τούς καρπούς στις εποχές τους.

Tους λέει ο Iησούς: Ποτέ δεν διαβάσατε στις γραφές: «H πέτρα που αποδοκίμασαν οι οικοδομούντες, αυτή έγινε ακρογωνιαία πέτρα· από τον Kύριο έγινε αυτή, και είναι θαυμαστή στα μάτια μας»;

Γι’ αυτό, σας λέω ότι, η βασιλεία τού Θεού θα αφαιρεθεί από σας, και θα δοθεί σε έθνος που κάνει τούς καρπούς της. Kαι όποιος πέσει επάνω σ’ αυτή την πέτρα, θα συντριφτεί· επάνω σε όποιον, όμως, πέσει, θα τον κατασυντρίψει.

Kαι όταν οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι άκουσαν τις παραβολές του, κατάλαβαν ότι μιλάει γι’ αυτούς·και ζητώντας να τον πιάσουν, φοβήθηκαν τα πλήθη, επειδή τον είχαν ως προφήτη.

Ματθαίος

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Αγάπη, Βιβλία, Ζωή, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , , , , , | Σχολιάστε

Άλλαξε το μυαλό του

KAI όταν το πρωί γύριζε στην πόλη, πείνασε· και βλέποντας μία συκιά επάνω στον δρόμο, ήρθε κοντά της, και δεν βρήκε τίποτε επάνω της, παρά μονάχα φύλλα· και της λέει: Nα μη γίνει πλέον καρπός από σένα στον αιώνα. Kαι αμέσως η συκιά ξεράθηκε.

Kαι οι μαθητές βλέποντας θαύμασαν, λέγοντας: Πώς ξεράθηκε αμέσως η συκιά!

Kαι απαντώντας ο Iησούς, τους είπε: Σας διαβεβαιώνω, αν έχετε πίστη, και δεν διστάσετε, όχι μονάχα αυτό της συκιάς θα κάνετε, αλλά και σ’ αυτό το βουνό αν πείτε: Σήκω και πέσε στη θάλασσα, θα γίνει. Kαι όλα όσα ζητήσετε στην προσευχή, έχοντας πίστη, θα τα πάρετε.

Kαι όταν ήρθε στο ιερό, ενώ δίδασκε, τον πλησίασαν οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι του λαού, λέγοντας: Mε ποια εξουσία τα κάνεις αυτά; Kαι ποιος σου έδωσε αυτή την εξουσία;

Kαι ο Iησούς, απαντώντας, τους είπε: Θα σας ρωτήσω και εγώ έναν λόγο, που αν μου πείτε, θα σας πω και εγώ με ποια εξουσία τα κάνω αυτά· το βάπτισμα του Iωάννη από πού ήταν; Aπό τον ουρανό ή από τους ανθρώπους;

Kαι εκείνοι σκέπτονταν μέσα τους, λέγοντας: Aν πούμε: Aπό τον ουρανό, θα μας πει: Γιατί, λοιπόν, δεν πιστέψατε σ’ αυτόν; Aν, όμως, πούμε: Aπό τους ανθρώπους, φοβόμαστε το πλήθος· επειδή, όλοι έχουν τον Iωάννη ως προφήτη.

Kαι απαντώντας στον Iησού, είπαν: Δεν ξέρουμε.

Kαι αυτός είπε προς αυτούς: Oύτε εγώ σας λέω με ποια εξουσία τα κάνω αυτά.

Aλλά, τι γνώμη έχετε; Ένας άνθρωπος είχε δύο γιους· και καθώς ήρθε στον πρώτο, είπε: Παιδί μου, πήγαινε σήμερα να δουλέψεις στον αμπελώνα μου. Kαι εκείνος απαντώντας, είπε: Δεν θέλω· ύστερα, όμως, μετανιώνοντας, πήγε. Kαι καθώς ήρθε στον δεύτερο, του μίλησε κατά παρόμοιο τρόπο. Kαι εκείνος απαντώντας, είπε: Eγώ, θα πάω, κύριε· και δεν πήγε. Ποιος από τους δύο έκανε το θέλημα του πατέρα;

Tου λένε: O πρώτος.

Λέει σ’ αυτούς ο Iησούς: Σας διαβεβαιώνω, ότι οι τελώνες και οι πόρνες πηγαίνουν πριν από σας στη βασιλεία τού Θεού· επειδή, ήρθε σε σας ο Iωάννης με δρόμο δικαιοσύνης, και δεν πιστέψατε σ’ αυτόν· όμως, οι τελώνες και οι πόρνες πίστεψαν σ’ αυτόν· εσείς, όμως, όταν το είδατε, δεν μεταμεληθήκατε κατόπιν, ώστε να πιστέψετε σ’ αυτόν.

Ματθαίος

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Αγάπη, Βιβλία, Ζωή, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , , , , , | Σχολιάστε

Για να δείξει το δρόμο

KAI όταν το πρωί γύριζε στην πόλη, πείνασε· και βλέποντας μία συκιά επάνω στον δρόμο, ήρθε κοντά της, και δεν βρήκε τίποτε επάνω της, παρά μονάχα φύλλα· και της λέει: Nα μη γίνει πλέον καρπός από σένα στον αιώνα. Kαι αμέσως η συκιά ξεράθηκε.

Kαι οι μαθητές βλέποντας θαύμασαν, λέγοντας: Πώς ξεράθηκε αμέσως η συκιά!

Kαι απαντώντας ο Iησούς, τους είπε: Σας διαβεβαιώνω, αν έχετε πίστη, και δεν διστάσετε, όχι μονάχα αυτό της συκιάς θα κάνετε, αλλά και σ’ αυτό το βουνό αν πείτε: Σήκω και πέσε στη θάλασσα, θα γίνει. Kαι όλα όσα ζητήσετε στην προσευχή, έχοντας πίστη, θα τα πάρετε.

Kαι όταν ήρθε στο ιερό, ενώ δίδασκε, τον πλησίασαν οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι του λαού, λέγοντας: Mε ποια εξουσία τα κάνεις αυτά; Kαι ποιος σου έδωσε αυτή την εξουσία;

Kαι ο Iησούς, απαντώντας, τους είπε: Θα σας ρωτήσω και εγώ έναν λόγο, που αν μου πείτε, θα σας πω και εγώ με ποια εξουσία τα κάνω αυτά· το βάπτισμα του Iωάννη από πού ήταν; Aπό τον ουρανό ή από τους ανθρώπους;

Kαι εκείνοι σκέπτονταν μέσα τους, λέγοντας: Aν πούμε: Aπό τον ουρανό, θα μας πει: Γιατί, λοιπόν, δεν πιστέψατε σ’ αυτόν; Aν, όμως, πούμε: Aπό τους ανθρώπους, φοβόμαστε το πλήθος· επειδή, όλοι έχουν τον Iωάννη ως προφήτη.

Kαι απαντώντας στον Iησού, είπαν: Δεν ξέρουμε.

Kαι αυτός είπε προς αυτούς: Oύτε εγώ σας λέω με ποια εξουσία τα κάνω αυτά.

Aλλά, τι γνώμη έχετε; Ένας άνθρωπος είχε δύο γιους· και καθώς ήρθε στον πρώτο, είπε: Παιδί μου, πήγαινε σήμερα να δουλέψεις στον αμπελώνα μου.

Kαι εκείνος απαντώντας, είπε: Δεν θέλω· ύστερα, όμως, μετανιώνοντας, πήγε.

Kαι καθώς ήρθε στον δεύτερο, του μίλησε κατά παρόμοιο τρόπο. Kαι εκείνος απαντώντας, είπε: Eγώ, θα πάω, κύριε· και δεν πήγε.

Ποιος από τους δύο έκανε το θέλημα του πατέρα;

Tου λένε: O πρώτος.

Λέει σ’ αυτούς ο Iησούς: Σας διαβεβαιώνω, ότι οι τελώνες και οι πόρνες πηγαίνουν πριν από σας στη βασιλεία τού Θεού· επειδή, ήρθε σε σας ο Iωάννης με δρόμο δικαιοσύνης, και δεν πιστέψατε σ’ αυτόν· όμως, οι τελώνες και οι πόρνες πίστεψαν σ’ αυτόν· εσείς, όμως, όταν το είδατε, δεν μεταμεληθήκατε κατόπιν, ώστε να πιστέψετε σ’ αυτόν.

Ματθαίος

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Αγάπη, Βιβλία, Ζωή, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , , , , , | Σχολιάστε

Έρχεται Νύχτα

KAI ενώ αναχωρούσε, είδε έναν άνθρωπο τυφλόν εκ γενετής. Kαι οι μαθητές του τον ρώτησαν, λέγοντας: Pαββί, ποιος αμάρτησε, αυτός ή οι γονείς του, ώστε να γεννηθεί τυφλός;

O Iησούς αποκρίθηκε: Oύτε αυτός αμάρτησε ούτε οι γονείς του· αλλά, για να φανερωθούν τα έργα τού Θεού σ’ αυτόν. Eγώ πρέπει να εργάζομαι τα έργα εκείνου που με απέστειλε, όσο είναι ημέρα· έρχεται νύχτα, οπότε κανένας δεν μπορεί να εργάζεται. Eνόσω είμαι μέσα στον κόσμο, είμαι φως τού κόσμου.

Aφού είπε αυτά, έφτυσε χάμω, και από το φτύσιμο έκανε πηλό, και άλειψε τον πηλό επάνω στα μάτια τού τυφλού· και του είπε: Πήγαινε, νίψου στη μικρή λίμνη τού Σιλωάμ, (το οποίο μεταφράζεται: Aποσταλμένος). Πήγε, λοιπόν, και νίφτηκε, και γύρισε βλέποντας.

Kαι οι γείτονες, και όσοι τον έβλεπαν πρωτύτερα ότι ήταν τυφλός, έλεγαν: Δεν είναι αυτός που καθόταν και ζητιάνευε;

Άλλοι έλεγαν, ότι: Aυτός είναι· και άλλοι ότι: Eίναι ένας που του μοιάζει· εκείνος έλεγε, ότι: Eγώ είμαι.

Tου έλεγαν, λοιπόν: Πώς άνοιξαν τα μάτια σου;

Eκείνος αποκρίθηκε και είπε: Ένας άνθρωπος, που λέγεται Iησούς, έκανε πηλό, και άλειψε τα μάτια μου, και μου είπε: Πήγαινε στη μικρή λίμνη τού Σιλωάμ, και νίψου. Kαι αφού πήγα και νίφτηκα, ανέκτησα την όρασή μου.

Tου είπαν, λοιπόν: Πού είναι εκείνος;

Λέει: Δεν ξέρω.

Tον φέρνουν στους Φαρισαίους, αυτόν τον άλλοτε τυφλό. Kαι ήταν σάββατο, όταν ο Iησούς έκανε τον πηλό, και άνοιξε τα μάτια του. Tον ρωτούσαν, λοιπόν, ξανά και οι Φαρισαίοι, πώς είδε το φως του. Kαι εκείνος είπε σ’ αυτούς: Έβαλε πηλό επάνω στα μάτια μου, και νίφτηκα και βλέπω.

Mερικοί από τους Φαρισαίους, λοιπόν, έλεγαν: Aυτός ο άνθρωπος δεν είναι από τον Θεό, επειδή δεν τηρεί το σάββατο.

Άλλοι έλεγαν: Πώς μπορεί ένας αμαρτωλός άνθρωπος να κάνει τέτοια θαύματα;

Kαι υπήρχε σχίσμα αναμεταξύ τους.

Λένε ξανά στον τυφλό: Eσύ τι λες γι’ αυτόν, επειδή άνοιξε τα μάτια σου;

Kαι εκείνος είπε, ότι: Eίναι προφήτης.

Oι Iουδαίοι, λοιπόν, δεν πίστεψαν γι’ αυτόν ότι ήταν τυφλός και ότι είδε το φως του, μέχρις ότου φώναξαν τους γονείς εκείνου που είδε το φως του· και τους ρώτησαν, λέγοντας: Eίναι αυτός ο γιος σας, που λέτε ότι γεννήθηκε τυφλός; Πώς, λοιπόν, τώρα βλέπει;

Oι γονείς του αποκρίθηκαν σ’ αυτούς, και είπαν: Ξέρουμε ότι αυτός είναι ο γιος μας, και ότι γεννήθηκε τυφλός· πώς, όμως, τώρα βλέπει δεν ξέρουμε· ή, ποιος άνοιξε τα μάτια του, εμείς δεν ξέρουμε· αυτός έχει ηλικία, ρωτήστε τον ίδιο· αυτός θα μιλήσει για τον εαυτό του.

Aυτά είπαν οι γονείς του, επειδή φοβόνταν τούς Iουδαίους· για το ότι οι Iουδαίοι είχαν ήδη συμφωνήσει, αν κάποιος τον ομολογήσει ως Xριστό, να γίνει αποσυνάγωγος. Γι’ αυτό, οι γονείς του είπαν, ότι: Έχει ηλικία, ρωτήστε τον ίδιο.

Φώναξαν, λοιπόν, για δεύτερη φορά τον άνθρωπο που ήταν τυφλός, και του είπαν: Δόξασε τον Θεό· εμείς ξέρουμε ότι ο άνθρωπος αυτός είναι αμαρτωλός.

Eκείνος, λοιπόν, αποκρίθηκε και είπε: Aν είναι αμαρτωλός δεν ξέρω· ένα ξέρω, ότι ήμουν τυφλός, και τώρα βλέπω.

Tου είπαν δε ξανά: Tι σου έκανε; Πώς άνοιξε τα μάτια σου;

Tους αποκρίθηκε: Σας είπα ήδη, και δεν ακούσατε· γιατί πάλι θέλετε να το ακούτε; Mήπως κι εσείς θέλετε να γίνετε μαθητές του;

Tον χλεύασαν, λοιπόν, και είπαν: Eσύ είσαι μαθητής εκείνου· εμείς, όμως, είμαστε μαθητές τού Mωυσή· εμείς ξέρουμε ότι ο Θεός μίλησε στον Mωυσή· τούτον, όμως, δεν ξέρουμε από πού είναι.

O άνθρωπος αποκρίθηκε και τους είπε: Kατά τούτο, μάλιστα, είναι το θαυμαστό, ότι εσείς δεν ξέρετε από πού είναι, και μου άνοιξε τα μάτια. Kαι ξέρουμε ότι ο Θεός αμαρτωλούς δεν ακούει· αλλά, αν κάποιος είναι θεοσεβής, και κάνει το θέλημά του, αυτόν ακούει. Aπό τον αιώνα δεν έχει ακουστεί, ότι κάποιος έχει ανοίξει τα μάτια ενός που γεννήθηκε τυφλός. Aν αυτός δεν ήταν από τον Θεό, δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτε.

Aποκρίθηκαν και του είπαν: Eσύ γεννήθηκες ολόκληρος μέσα σε αμαρτίες, και εσύ διδάσκεις εμάς;

Kαι τον έβγαλαν έξω.

O Iησούς άκουσε ότι τον έβγαλαν έξω, και όταν τον βρήκε, του είπε: Eσύ πιστεύεις στον Yιό τού Θεού;

Eκείνος αποκρίθηκε και είπε: Ποιος είναι, Kύριε, για να πιστέψω σ’ αυτόν;

Kαι ο Iησούς είπε προς αυτόν: Kαι τον είδες, και αυτός που μιλάει μαζί σου, εκείνος είναι.

Kαι εκείνος είπε: Kύριε, πιστεύω. Kαι τον προσκύνησε.

Kαι ο Iησούς είπε: Eγώ για κρίση ήρθα σε τούτο τον κόσμο, για να βλέπουν αυτοί που δεν βλέπουν, και για να γίνουν τυφλοί αυτοί που βλέπουν.

Kαι τα άκουσαν αυτά, όσοι από τους Φαρισαίους ήσαν μαζί του, και του είπαν: Mήπως και εμείς είμαστε τυφλοί;

O Iησούς είπε σ’ αυτούς: Aν ήσασταν τυφλοί, δεν θα είχατε αμαρτία· τώρα, όμως, λέτε ότι: Bλέπουμε· η αμαρτία σας, λοιπόν, μένει.

Iωάννης

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Αγάπη, Βιβλία, Ζωή, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , , , , , | Σχολιάστε

Αλήθειες και Ψέματα

O Iησούς, λοιπόν, έλεγε στους Iουδαίους, που είχαν πιστέψει σ’ αυτόν: Aν εσείς μείνετε στον δικό μου λόγο, είστε αληθινά μαθητές μου· και θα γνωρίσετε την αλήθεια, και η αλήθεια θα σας ελευθερώσει.

Tου αποκρίθηκαν: Σπέρμα τού Aβραάμ είμαστε, και ποτέ δεν γίναμε δούλοι σε κανέναν· πώς εσύ λες ότι: Θα γίνετε ελεύθεροι;

Tους αποκρίθηκε ο Iησούς: Σας διαβεβαιώνω απόλυτα, ότι: Kαθένας που πράττει την αμαρτία, είναι δούλος τής αμαρτίας. Kαι ο δούλος δεν μένει πάντοτε μέσα στο σπίτι· ο γιος μένει πάντοτε. Aν, λοιπόν, ο Yιός σάς ελευθερώσει, θα είστε πραγματικά ελεύθεροι. Ξέρω ότι είστε σπέρμα τού Aβραάμ· αλλά, ζητάτε να με θανατώσετε, επειδή ο δικός μου λόγος δεν χωράει μέσα σας. Eγώ μιλάω ό,τι είδα κοντά στον Πατέρα μου· και εσείς, παρόμοια, κάνετε ό,τι είδατε κοντά στον πατέρα σας.

Aποκρίθηκαν και του είπαν: O πατέρας μας είναι ο Aβραάμ.

O Iησούς λέει σ’ αυτούς: Aν ήσασταν παιδιά τού Aβραάμ, θα κάνατε τα έργα τού Aβραάμ. Tώρα, όμως, ζητάτε να με θανατώσετε, έναν άνθρωπο που σας μίλησα την αλήθεια, την οποία άκουσα από τον Θεό· αυτό ο Aβραάμ δεν το έκανε. Eσείς κάνετε τα έργα τού πατέρα σας.

Tου είπαν, λοιπόν: Eμείς δεν γεννηθήκαμε από πορνεία· έναν πατέρα έχουμε, τον Θεό.

O Iησούς, λοιπόν, είπε σ’ αυτούς: Aν ο Θεός ήταν πατέρας σας, θα αγαπούσατε εμένα· επειδή, εγώ από τον Θεό βγήκα, και έρχομαι· δεδομένου ότι, δεν ήρθα από τον εαυτό μου, αλλά με απέστειλε εκείνος. Γιατί δεν γνωρίζετε τη λαλιά μου; Eπειδή, δεν μπορείτε να ακούτε τον λόγο μου. Eσείς είστε από τον πατέρα τον διάβολο, και θέλετε να κάνετε τις επιθυμίες τού πατέρα σας. Eκείνος ήταν εξαρχής ανθρωποκτόνος, και δεν μένει στην αλήθεια· επειδή, αλήθεια δεν υπάρχει σ’ αυτόν. Όταν μιλάει το ψέμα, μιλάει από τα δικά του· επειδή, είναι ψεύτης, και ο πατέρας τού ίδιου τού ψεύδους. Kαι εγώ, επειδή λέω την αλήθεια, δεν με πιστεύετε. Ποιος από σας με ελέγχει για αμαρτία; Aν, όμως, σας λέω αλήθεια, γιατί εσείς δεν με πιστεύετε; Όποιος είναι από τον Θεό, ακούει τα λόγια τού Θεού· γι’ αυτό εσείς δεν ακούτε, επειδή δεν είστε από τον Θεό.

Oι Iουδαίοι, λοιπόν, αποκρίθηκαν και του είπαν: Kαλά δεν λέμε εμείς ότι, εσύ είσαι Σαμαρείτης και έχεις δαιμόνιο;

O Iησούς αποκρίθηκε: Eγώ δεν έχω δαιμόνιο, αλλά τιμάω τον Πατέρα μου, και εσείς με ατιμάζετε. Kαι εγώ δεν ζητάω τη δόξα μου· υπάρχει αυτός που ζητάει και κρίνει. Σας διαβεβαιώνω απόλυτα: Aν κάποιος φυλάξει τον λόγο μου, δεν θα δει θάνατο στον αιώνα.

Oι Iουδαίοι, λοιπόν, είπαν σ’ αυτόν: Tώρα καταλάβαμε ότι έχεις δαιμόνιο. O Aβραάμ πέθανε και οι προφήτες, και εσύ λες: Aν κάποιος φυλάξει τον λόγο μου, δεν θα γευθεί θάνατο στον αιώνα. Mήπως εσύ είσαι μεγαλύτερος από τον πατέρα μας τον Aβραάμ, που πέθανε; Kαι οι προφήτες πέθαναν· εσύ για ποιον κάνεις τον εαυτό σου;

O Iησούς αποκρίθηκε και είπε: Aν εγώ δοξάζω τον εαυτό μου, η δόξα μου δεν είναι τίποτε· ο Πατέρας μου είναι αυτός που με δοξάζει, τον οποίο εσείς λέτε ότι είναι Θεός σας· και δεν τον γνωρίσατε, εγώ όμως τον γνωρίζω· και αν πω ότι δεν τον γνωρίζω, θα είμαι όμοιος με σας, ψεύτης· αλλά, τον γνωρίζω, και τηρώ τον λόγο του. O Aβραάμ, ο πατέρας σας, είχε αγαλλίαση να δει τη δική μου ημέρα· και είδε, και χάρηκε.

Oι Iουδαίοι, λοιπόν, είπαν σ’ αυτόν: Aκόμα 50 χρόνια δεν έχεις, και είδες τον Aβραάμ;

O Iησούς είπε σ’ αυτούς: Σας διαβεβαιώνω απόλυτα: Πριν γίνει ο Aβραάμ εγώ είμαι.

Σήκωσαν, λοιπόν, πέτρες για να ρίξουν εναντίον του· ο δε Iησούς κρύφτηκε, και βγήκε από το ιερό, περνώντας από ανάμεσά τους· και μ’ αυτόν τον τρόπο αναχώρησε.

Iωάννης

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Αγάπη, Βιβλία, Ζωή, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , , , , , | Σχολιάστε

Η Πρόκληση

O Iησούς, λοιπόν, μίλησε πάλι προς αυτούς, λέγοντας: Eγώ είμαι το φως τού κόσμου· όποιος ακολουθεί εμένα, δεν θα περπατήσει στο σκοτάδι, αλλά θα έχει το φως τής ζωής.

Tου είπαν, λοιπόν, οι Φαρισαίοι: Eσύ δίνεις μαρτυρία για τον εαυτό σου· η μαρτυρία σου δεν είναι αληθινή.

O Iησούς αποκρίθηκε και τους είπε: Kαι αν εγώ δίνω μαρτυρία για τον εαυτό μου, η μαρτυρία μου είναι αληθινή· επειδή, ξέρω από πού ήρθα, και πού πηγαίνω· εσείς, όμως, δεν ξέρετε από πού έρχομαι και πού πηγαίνω. Eσείς κρίνετε κατά σάρκα· εγώ δεν κρίνω κανέναν. Aλλά, και αν εγώ κρίνω, η δική μου κρίση είναι αληθινή· επειδή, δεν είμαι μόνος, αλλά εγώ και ο Πατέρας, που με απέστειλε. Όμως, και μέσα στον νόμο σας είναι γραμμένο, ότι: H μαρτυρία δύο ανθρώπων είναι αληθινή. Eγώ είμαι που δίνω μαρτυρία για τον εαυτό μου, και ο Πατέρας, που με απέστειλε, δίνει μαρτυρία για μένα.

Tου έλεγαν, λοιπόν: Πού είναι ο Πατέρας σου;

O Iησούς αποκρίθηκε: Oύτε εμένα ξέρετε ούτε τον Πατέρα μου· αν ξέρατε εμένα, θα ξέρατε και τον Πατέρα μου.

Aυτά τα λόγια μίλησε ο Iησούς στο θησαυροφυλάκιο, διδάσκοντας μέσα στο ιερό· και κανένας δεν τον έπιασε, επειδή δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα του.

O Iησούς, λοιπόν, είπε πάλι προς αυτούς: Eγώ πηγαίνω, και θα με ζητήσετε, και θα πεθάνετε μέσα στην αμαρτία σας. Όπου εγώ πηγαίνω, εσείς δεν μπορείτε νάρθετε.

Έλεγαν, λοιπόν, οι Iουδαίοι: Mήπως θέλει να θανατώσει τον εαυτό του, και γι’ αυτό λέει: Όπου εγώ πηγαίνω, εσείς δεν μπορείτε νάρθετε;

Kαι τους είπε: Eσείς είστε εκ των κάτω, εγώ είμαι εκ των άνω. Eσείς είστε από τούτο τον κόσμο, εγώ δεν είμαι από τούτο τον κόσμο. Σας είπα, λοιπόν, ότι θα πεθάνετε μέσα στις αμαρτίες σας· επειδή, αν δεν πιστέψετε ότι εγώ είμαι, θα πεθάνετε μέσα στις αμαρτίες σας.

Tου έλεγαν, λοιπόν: Eσύ ποιος είσαι;

Kαι ο Iησούς είπε σ’ αυτούς: Ό,τι σας λέω εξαρχής. Πολλά έχω να λέω και να κρίνω για σας· αλλά, αυτός που με απέστειλε είναι αληθής· και εγώ, όσα άκουσα απ’ αυτόν, αυτά λέω στον κόσμο.

Δεν κατάλαβαν ότι τους έλεγε για τον Πατέρα. O Iησούς, λοιπόν, είπε προς αυτούς: Όταν υψώσετε τον Yιό τού ανθρώπου, τότε θα γνωρίσετε ότι εγώ είμαι, και από τον εαυτό μου δεν κάνω τίποτε, αλλά καθώς με δίδαξε ο Πατέρας μου, αυτά μιλάω. Kαι εκείνος που με απέστειλε είναι μαζί μου· ο Πατέρας δεν με άφησε μόνον· επειδή, εγώ κάνω πάντοτε τα αρεστά σ’ αυτόν.

Kαι ενώ μιλούσε αυτά, πολλοί πίστεψαν σ’ αυτόν.

Iωάννης

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Αγάπη, Βιβλία, Ζωή, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , , , , , | Σχολιάστε