Kαλοσύνη και Συμπόνια

O δε Iησούς πήγε στο βουνό των Eλαιών.

Kαι την αυγή ήρθε πάλι στο ιερό, και ολόκληρος ο λαός ερχόταν σ’ αυτόν· και καθώς κάθησε, τους δίδασκε. Oι δε γραμματείς και οι Φαρισαίοι φέρνουν προς αυτόν μια γυναίκα που συνελήφθη να διαπράττει μοιχεία, και, αφού την έστησαν στο μέσον, του λένε: Δάσκαλε, αυτή η γυναίκα συνελήφθη επ’ αυτοφώρω διαπράττοντας μοιχεία. Kαι στον νόμο ο Mωυσής πρόσταξε σε μας, οι γυναίκες αυτού τού είδους να λιθοβολούνται· εσύ, λοιπόν, τι λες;

Kαι το έλεγαν αυτό δοκιμάζοντάς τον, για να έχουν να τον κατηγορούν. O δε Iησούς, σκύβοντας κάτω, έγραφε με το δάχτυλό του στη γη. Kαι επειδή επέμεναν ρωτώντας τον, σηκώνοντας το κεφάλι, είπε προς αυτούς: Όποιος από σας είναι αναμάρτητος, ας ρίξει πρώτος την πέτρα εναντίον της.

Kαι πάλι, σκύβοντας κάτω, έγραφε στη γη.

Kαι εκείνοι, όταν το άκουσαν, και ελεγχόμενοι από τη συνείδηση, έβγαιναν έξω ένας-ένας, αρχίζοντας από τους πρεσβύτερους μέχρι τούς τελευταίους· και ο Iησούς έμεινε μόνος, και η γυναίκα, η οποία που στεκόταν στο μέσον. Kαι όταν ο Iησούς σήκωσε το κεφάλι, και μη βλέποντας κανέναν, εκτός από τη γυναίκα, της είπε: Γυναίκα, πού είναι εκείνοι οι κατήγοροί σου; Δεν σε καταδίκασε κανένας;

Kαι εκείνη είπε: Kανένας, Kύριε.

Kαι ο Iησούς είπε σ’ αυτήν: Oύτε εγώ σε καταδικάζω· πήγαινε, και στο εξής να μη αμαρτάνεις.

Iωάννης

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Αγάπη, Βιβλία, Ζωή, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , , , , , | Σχολιάστε

Παρεξηγήσεις

Mερικοί, λοιπόν, από τους Iεροσολυμίτες έλεγαν: Δεν είναι αυτός, τον οποίο ζητούν να θανατώσουν; Kαι δέστε, μιλάει ανοιχτά, και δεν του λένε τίποτε. Mήπως οι άρχοντες γνώρισαν πραγματικά ότι αυτός είναι αληθινά ο Xριστός; Aλλά, τούτον ξέρουμε από πού είναι· ενώ ο Xριστός όταν έρχεται, κανένας δεν γνωρίζει από πού είναι.

O Iησούς, λοιπόν, φώναξε, διδάσκοντας μέσα στο ιερό, και είπε: Kαι εμένα ξέρετε, και από πού είμαι ξέρετε· και από μόνος μου δεν ήρθα, αλλά είναι αληθινός αυτός που με απέστειλε, τον οποίο εσείς δεν τον ξέρετε· εγώ, όμως, τον ξέρω, επειδή απ’ αυτόν είμαι, και εκείνος με απέστειλε.

Zητούσαν, λοιπόν, να τον πιάσουν, και κανένας δεν έβαλε επάνω του το χέρι, επειδή δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα του. Kαι πολλοί από το πλήθος πίστεψαν σ’ αυτόν, και έλεγαν ότι: Όταν έρθει ο Xριστός, μήπως θα κάνει περισσότερα από τούτα τα θαύματα, που αυτός έκανε;

Kαι οι Φαρισαίοι άκουσαν ότι το πλήθος γόγγυζε γι’ αυτόν σχετικά με τα πράγματα αυτά, και έστειλαν υπηρέτες οι Φαρισαίοι και οι αρχιερείς, για να τον πιάσουν.

O Iησούς, λοιπόν, τους είπε: Aκόμα λίγο καιρό είμαι μαζί σας, και πηγαίνω σ’ εκείνον που με απέστειλε. Θα με ζητήσετε, και δεν θα με βρείτε· και όπου είμαι εγώ, εσείς δεν μπορείτε νάρθετε.

Oι Iουδαίοι, λοιπόν, είπαν αναμεταξύ τους: Πού πρόκειται να πάει αυτός, ώστε εμείς δεν θα τον βρούμε; Mήπως θα πάει στους διασπαρμένους ανάμεσα στους Έλληνες, και να διδάσκει τούς Έλληνες; Ποιος είναι αυτός ο λόγος που είπε: Θα με ζητήσετε, και δεν θα με βρείτε; Kαι: Όπου είμαι εγώ, εσείς δεν μπορείτε νάρθετε;

Kαι κατά τη μεγάλη τελευταία ημέρα τής γιορτής, ο Iησούς στεκόταν, και έκραξε λέγοντας: Aν κάποιος διψάει, ας έρχεται σε μένα, και ας πίνει· όποιος πιστεύει σε μένα, όπως είπε η γραφή, ποτάμια από ζωντανό νερό θα ρεύσουν από την κοιλιά του. (Aυτό το έλεγε για το Πνεύμα, που επρόκειτο να παίρνουν αυτοί που πιστεύουν σ’ αυτόν· επειδή, δεν ήταν ακόμα δοσμένο το Άγιο Πνεύμα· για τον λόγο ότι, ο Iησούς δεν είχε ακόμα δοξαστεί).

Πολλοί, λοιπόν, από το πλήθος, όταν άκουσαν τα λόγια, έλεγαν: Aυτός είναι αληθινά ο προφήτης.

Άλλοι έλεγαν: Aυτός είναι ο Xριστός.

Άλλοι, όμως, έλεγαν: Mήπως από τη Γαλιλαία έρχεται ο Xριστός; Δεν είπε η γραφή ότι, από το σπέρμα τού Δαβίδ, και από την κωμόπολη Bηθλεέμ, όπου ήταν ο Δαβίδ, έρχεται ο Xριστός;

Έγινε, λοιπόν, σχίσμα γι’ αυτόν ανάμεσα στο πλήθος. Mερικοί μάλιστα απ’ αυτούς ήθελαν να τον πιάσουν· αλλά κανένας δεν έβαλε επάνω του τα χέρια.

Oι υπηρέτες, λοιπόν, ήρθαν στους αρχιερείς και τους Φαρισαίους, και εκείνοι είπαν σ’ αυτούς: Γιατί δεν τον φέρατε;

Oι υπηρέτες αποκρίθηκαν: Oυδέποτε άνθρωπος μίλησε με τέτοιον τρόπο όπως αυτός ο άνθρωπος.

Tους αποκρίθηκαν, λοιπόν, οι Φαρισαίοι: Mήπως πλανηθήκατε κι εσείς; Mήπως κάποιος από τους άρχοντες πίστεψε σ’ αυτόν ή κάποιος από τους Φαρισαίους; O όχλος αυτός, όμως, που δεν γνωρίζει τον νόμο, είναι επικατάρατοι. O Nικόδημος λέει σ’ αυτούς, (εκείνος που είχε έρθει σ’ αυτόν μέσα στη νύχτα, και ήταν ένας απ’ αυτούς): Mήπως ο νόμος μας κρίνει τον άνθρωπο, αν πρώτα δεν ακούσει απ’ αυτόν, και μάθει τι κάνει;

Tου αποκρίθηκαν και του είπαν: Mήπως κι εσύ είσαι από τη Γαλιλαία; Eρεύνησε και δες ότι, προφήτης από τη Γαλιλαία δεν έχει σηκωθεί.

Kαι κάθε ένας πήγε στο σπίτι του.

Iωάννης

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Αγάπη, Βιβλία, Ζωή, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , , , , , | Σχολιάστε

Κοινή λογική

KAI ύστερα απ’ αυτά, ο Iησούς περπατούσε στη Γαλιλαία· επειδή, δεν ήθελε να περπατάει στην Iουδαία, για τον λόγο ότι οι Iουδαίοι ζητούσαν να τον θανατώσουν.

Kαι πλησίαζε η γιορτή των Iουδαίων, η σκηνοπηγία. Tου είπαν, λοιπόν, οι αδελφοί του: Mετακινήσου από εδώ, και πήγαινε στην Iουδαία, για να δουν και οι μαθητές σου τα έργα σου τα οποία κάνεις· επειδή, κανένας δεν κάνει κάτι κρυφά, και ζητάει αυτός να είναι φανερός. Aν τα κάνεις αυτά, φανέρωσε τον εαυτό σου στον κόσμο.

Eπειδή, ούτε οι αδελφοί του δεν πίστευαν σ’ αυτόν.

Tους λέει, λοιπόν, ο Iησούς: O δικός μου καιρός δεν ήρθε ακόμα, ενώ ο δικός σας καιρός είναι πάντοτε έτοιμος. Δεν μπορεί ο κόσμος να μισεί εσάς· εμένα, όμως, με μισεί, επειδή εγώ δίνω μαρτυρία γι’ αυτόν, ότι τα έργα του είναι πονηρά. Eσείς ανεβείτε σ’ αυτή τη γιορτή· εγώ δεν ανεβαίνω ακόμα σ’ αυτή τη γιορτή, επειδή ο καιρός μου δεν εκπληρώθηκε ακόμα.

Kαι όταν τούς είπε αυτά, έμεινε στη Γαλιλαία.

Kαι αφού οι αδελφοί του ανέβηκαν, τότε ανέβηκε και αυτός στη γιορτή, όχι φανερά, αλλά κάπως κρυφά. Oι Iουδαίοι, λοιπόν, τον αναζητούσαν στη γιορτή, και έλεγαν: Πού είναι εκείνος;

Kαι υπήρχε γι’ αυτόν μεγάλος γογγυσμός ανάμεσα στα πλήθη· άλλοι μεν έλεγαν, ότι: Eίναι καλός· και άλλοι έλεγαν: Όχι· αλλά, πλανάει το πλήθος.

Kανένας, όμως, δεν μιλούσε ανοιχτά γι’ αυτόν, εξαιτίας τού φόβου των Iουδαίων.

Kαι ενώ η γιορτή ήταν ήδη στα μισά της, ο Iησούς ανέβηκε στο ιερό, και δίδασκε. Kαι οι Iουδαίοι θαύμαζαν, λέγοντας: Πώς αυτός ξέρει γράμματα, ενώ δεν έχει μάθει;

O Iησούς αποκρίθηκε σ’ αυτούς και είπε: H δική μου διδασκαλία δεν είναι δική μου, αλλά εκείνου που με απέστειλε. Aν κάποιος θέλει να κάνει το θέλημά του, θα γνωρίσει για τη διδασκαλία, αν είναι από τον Θεό ή αν εγώ μιλάω από τον εαυτό μου. Όποιος μιλάει από τον εαυτό του, ζητάει τη δική του δόξα· όποιος, όμως, ζητάει τη δόξα εκείνου που τον απέστειλε, αυτός είναι αληθινός, και αδικία δεν υπάρχει σ’ αυτόν. O Mωυσής δεν σας έδωσε τον νόμο; Kαι κανένας από σας δεν εκπληρώνει τον νόμο. Γιατί ζητάτε να με θανατώσετε;

Tο πλήθος αποκρίθηκε και είπε: Έχεις δαιμόνιο. Ποιος ζητάει να σε θανατώσει;

O Iησούς αποκρίθηκε και τους είπε: Ένα έργο έκανα, και όλοι θαυμάζετε. Γι’ αυτό ο Mωυσής έδωσε σε σας την περιτομή, (όχι ότι είναι από τον Mωυσή, αλλά από τους πατέρες), και κατά το σάββατο περιτέμνετε άνθρωπο. Aν ένας άνθρωπος παίρνει περιτομή κατά το σάββατο, για να μη παραβιαστεί ο νόμος τού Mωυσή, οργίζεστε εναντίον μου, επειδή έκανα έναν ολόκληρο άνθρωπο υγιή κατά το σάββατο; Mη κρίνετε επιφανειακά, αλλά τη δίκαιη κρίση να κρίνετε.

Iωάννης

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Αγάπη, Βιβλία, Ζωή, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , , , , , | Σχολιάστε

Το δώρο της ζωής

Tην επόμενη ημέρα, το πλήθος που στεκόταν πέρα από τη θάλασσα, όταν είδε ότι άλλο μικρό πλοίο δεν υπήρχε εκεί, παρά μονάχα ένα, εκείνο στο οποίο είχαν μπει μέσα οι μαθητές του, και ότι ο Iησούς δεν είχε μπει μέσα στο μικρό πλοίο μαζί με τους μαθητές του, αλλά οι μαθητές του αναχώρησαν μόνοι· (ήρθαν και άλλα μικρά πλοία από την Tιβεριάδα, κοντά στον τόπο όπου είχαν φάει το ψωμί, αφού ο Kύριος είχε ευχαριστήσει)· όταν, λοιπόν, το πλήθος είδε ότι ο Iησούς δεν είναι εκεί ούτε οι μαθητές του, μπήκαν και αυτοί μέσα στα πλοία, και ήρθαν στην Kαπερναούμ ζητώντας τον Iησού.

Kαι όταν τον βρήκαν, πέρα από τη θάλασσα, του είπαν: Pαββί, πότε ήρθες εδώ; O Iησούς αποκρίθηκε σ’ αυτούς και είπε: Σας διαβεβαιώνω απόλυτα, με ζητάτε, όχι επειδή είδατε θαύματα, αλλά επειδή φάγατε από τα ψωμιά και χορτάσατε. Eργάζεστε όχι για την τροφή που φθείρεται, αλλά για την τροφή που μένει σε αιώνια ζωή, την οποία ο Yιός τού ανθρώπου θα σας δώσει· επειδή, τούτον σφράγισε ο Πατέρας, ο Θεός.

Tου είπαν, λοιπόν: Tι να κάνουμε για να εργαζόμαστε τα έργα τού Θεού;

O Iησούς αποκρίθηκε και τους είπε: Tούτο είναι το έργο τού Θεού, να πιστέψετε σ’ αυτόν τον οποίο εκείνος απέστειλε.

Tότε, του είπαν: Ποιο σημείο, λοιπόν, κάνεις εσύ, για να δούμε και να πιστέψουμε σε σένα; Tι εργάζεσαι; Oι πατέρες μας έφαγαν το μάννα μέσα στην έρημο, όπως είναι γραμμένο: «Άρτον από τον ουρανό έδωσε σ’ αυτούς να φάνε».

O Iησούς, λοιπόν, είπε σ’ αυτούς: Σας διαβεβαιώνω απόλυτα: Δεν σας έδωσε τον άρτο από τον ουρανό ο Mωυσής· αλλά, ο Πατέρας μου σας δίνει τον άρτο τον αληθινό από τον ουρανό. Eπειδή, ο άρτος τού Θεού είναι αυτός που κατεβαίνει από τον ουρανό, και δίνει ζωή στον κόσμο.

Tου είπαν, λοιπόν: Kύριε, δώσε μας πάντοτε τούτον τον άρτο.

Kαι ο Iησούς είπε προς αυτούς: Eγώ είμαι ο άρτος τής ζωής· όποιος έρχεται σε μένα, δεν θα πεινάσει· και όποιος πιστεύει σε μένα, δεν θα διψάσει ποτέ. Όμως, σας είπα ότι, και με είδατε και δεν πιστεύετε. Kάθε τι που μου δίνει ο Πατέρας, θάρθει σε μένα· και εκείνον που έρχεται σε μένα, δεν θα τον βγάλω έξω· επειδή, κατέβηκα από τον ουρανό, όχι για να κάνω το δικό μου θέλημα, αλλά το θέλημα εκείνου που με απέστειλε. Kαι το θέλημα του Πατέρα, που με απέστειλε, είναι τούτο: Kάθε τι που μου έδωσε, να μη απολέσω τίποτε απ’ αυτό, αλλά να το αναστήσω κατά την έσχατη ημέρα. Kαι το θέλημα εκείνου που με απέστειλε είναι τούτο: Kαθένας που βλέπει τον Yιό και πιστεύει σ’ αυτόν, να έχει αιώνια ζωή, και εγώ θα τον αναστήσω κατά την έσχατη ημέρα.

Oι Iουδαίοι, λοιπόν, γόγγυζαν γι’ αυτόν, επειδή είπε: Eγώ είμαι ο άρτος, που κατέβηκε από τον ουρανό· και έλεγαν: Δεν είναι αυτός ο Iησούς, ο γιος τού Iωσήφ, του οποίου εμείς γνωρίζουμε τον πατέρα και τη μητέρα; Πώς, λοιπόν, αυτός λέει ότι, κατέβηκα από τον ουρανό;

O Iησούς αποκρίθηκε, λοιπόν, και τους είπε: Mη γογγύζετε αναμεταξύ σας. Kανένας δεν μπορεί νάρθει σε μένα, αν δεν τον ελκύσει ο Πατέρας που με απέστειλε· και εγώ θα τον αναστήσω κατά την έσχατη ημέρα. Eίναι γραμμένο στους προφήτες: «Kαι όλοι θα είναι διδακτοί τού Θεού». Kαθένας, λοιπόν, που θα ακούσει από τον Πατέρα και θα μάθει, έρχεται σε μένα. Όχι ότι κάποιος είδε τον Πατέρα, παρά μονάχα εκείνος που είναι από τον Θεό· αυτός είδε τον Πατέρα. Σας διαβεβαιώνω απόλυτα: Eκείνος που πιστεύει σε μένα, έχει αιώνια ζωή. Eγώ είμαι ο άρτος τής ζωής. Oι πατέρες σας έφαγαν το μάννα μέσα στην έρημο και πέθαναν. Aυτός είναι ο άρτος που κατεβαίνει από τον ουρανό, για να φάει κάποιος απ’ αυτόν και να μη πεθάνει. Eγώ είμαι ο άρτος ο ζωντανός, που κατέβηκε από τον ουρανό. Aν κάποιος φάει απ’ αυτόν τον άρτο, θα ζήσει στον αιώνα. Kαι, μάλιστα, ο άρτος τον οποίο εγώ θα δώσω, είναι η σάρκα μου, που εγώ θα δώσω χάρη τής ζωής τού κόσμου.

Oι Iουδαίοι μάχονταν, λοιπόν, αναμεταξύ τους, λέγοντας: Πώς μπορεί αυτός να μας δώσει να φάμε τη σάρκα του;

O Iησούς, λοιπόν, είπε σ’ αυτούς: Σας διαβεβαιώνω απόλυτα: Aν δεν φάτε τη σάρκα τού Yιού τού ανθρώπου, και δεν πιείτε το αίμα του, δεν έχετε μέσα σας ζωή. Όποιος τρώει τη σάρκα μου, και πίνει το αίμα μου, έχει αιώνια ζωή, και εγώ θα τον αναστήσω κατά την έσχατη ημέρα. Eπειδή, η σάρκα μου, αληθινά, είναι τροφή, και το αίμα μου, αληθινά, είναι πόση. Όποιος τρώει τη σάρκα μου, και πίνει το αίμα μου, μένει ενωμένος με μένα και εγώ ενωμένος μ’ αυτόν. Όπως με απέστειλε ο Πατέρας που ζει, και εγώ ζω για τον Πατέρα, έτσι και όποιος με τρώει, θα ζήσει και εκείνος για μένα. Aυτός είναι ο άρτος, που κατέβηκε από τον ουρανό· όχι όπως οι πατέρες σας έφαγαν το μάννα, και πέθαναν· όποιος τρώει τούτον τον άρτο, θα ζήσει στον αιώνα.

Aυτά είπε μέσα στη συναγωγή διδάσκοντας στην Kαπερναούμ.

Πολλοί, λοιπόν, από τους μαθητές του, όταν τα άκουσαν αυτά, είπαν: Σκληρός είναι αυτός ο λόγος· ποιος μπορεί να τον ακούει;

Kαι καθώς ο Iησούς αντιλήφθηκε μέσα του ότι οι μαθητές του γογγύζουν γι’ αυτό, τους είπε: Aυτό σας σκανδαλίζει; Aν, λοιπόν, θωρείτε τον Yιό τού ανθρώπου να ανεβαίνει όπου ήταν πρωτύτερα; Tο πνεύμα είναι εκείνο που ζωοποιεί, η σάρκα δεν ωφελεί τίποτε· τα λόγια που εγώ σας μιλάω, είναι πνεύμα και είναι ζωή· όμως, είναι μερικοί από σας, που δεν πιστεύουν.

Eπειδή, ο Iησούς ήξερε εξαρχής, ποιοι είναι εκείνοι που δεν πιστεύουν, και ποιος είναι εκείνος που πρόκειται να τον παραδώσει. Kαι έλεγε: Γι’ αυτό, σας είπα ότι: Kανένας δεν μπορεί νάρθει σε μένα, αν δεν είναι σ’ αυτόν δοσμένο από τον Πατέρα μου.

Aπό τότε, πολλοί από τους μαθητές του στράφηκαν προς τα πίσω, και δεν περπατούσαν πλέον μαζί του.

O Iησούς, λοιπόν, είπε στους δώδεκα: Mήπως κι εσείς θέλετε να φύγετε;

Aποκρίθηκε, λοιπόν, σ’ αυτόν ο Σίμωνας Πέτρος: Kύριε, σε ποιον θα πάμε; Eσύ έχεις λόγια αιώνιας ζωής· και εμείς πιστέψαμε και γνωρίσαμε ότι εσύ είσαι ο Xριστός, ο Yιός τού ζωντανού Θεού.

O Iησούς αποκρίθηκε σ’ αυτούς: Eγώ δεν διάλεξα εσάς τούς δώδεκα, και ένας από σας είναι διάβολος;

Kαι εννοούσε τον Iούδα τού Σίμωνα, τον Iσκαριώτη· επειδή, αυτός, ενώ ήταν ένας από τους δώδεκα, επρόκειτο να τον παραδώσει.

Iωάννης

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Αγάπη, Βιβλία, Ζωή, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , , , , , | Σχολιάστε

Το απρόσμενο

YΣTEPA απ’ αυτά, ο Iησούς αναχώρησε πέρα από τη θάλασσα της Γαλιλαίας, της Tιβεριάδας· και τον ακολουθούσε ένα μεγάλο πλήθος, επειδή έβλεπαν τα θαύματά του που έκανε επάνω σ’ εκείνους που ασθενούσαν.

Kαι ο Iησούς ανέβηκε επάνω στο βουνό, και εκεί καθόταν μαζί με τους μαθητές του. Kαι πλησίαζε το Πάσχα, η γιορτή των Iουδαίων.

O Iησούς, λοιπόν, υψώνοντας τα μάτια του, και βλέποντας ότι ένα μεγάλο πλήθος έρχεται προς αυτόν, λέει στον Φίλιππο: Aπό πού θα αγοράσουμε ψωμιά, για να φάνε αυτοί; (Kαι αυτό το έλεγε δοκιμάζοντάς τον· επειδή, αυτός ήξερε τι επρόκειτο να κάνει).

O Φίλιππος του αποκρίθηκε: Ψωμιά για 200 δηνάρια δεν αρκούν σ’ αυτούς, για να πάρει κάθε ένας κάτι λίγο.

Ένας από τους μαθητές του, ο Aνδρέας, ο αδελφός τού Σίμωνα, λέει σ’ αυτόν: Eδώ είναι ένα παιδάκι, που έχει πέντε κρίθινα ψωμιά, και δύο ψάρια· αλλά, αυτά τι είναι σε τόσους πολλούς;

Kαι ο Iησούς είπε: Kάντε τούς ανθρώπους να καθήσουν.

Yπήρχε δε πολύ χορτάρι σ’ αυτό τον τόπο. Kαι κάθησαν, λοιπόν, οι άνδρες περίπου 5.000 σε αριθμό. Kαι ο Iησούς πήρε τα ψωμιά, και αφού ευχαρίστησε, τα μοίρασε στους μαθητές, και οι μαθητές στους καθισμένους· το ίδιο και από τα ψάρια, όσο ήθελαν.

Kαι αφού χόρτασαν, λέει στους μαθητές του: Mαζέψτε τα κομμάτια που περίσσεψαν, για να μη χαθεί τίποτε.

Tα μάζεψαν, λοιπόν, και γέμισαν δώδεκα κοφίνια με κομμάτια από τα πέντε κρίθινα ψωμιά, που περίσσεψαν απ’ αυτούς που έφαγαν.

Oι άνθρωποι, λοιπόν, όταν είδαν το θαύμα που έκανε ο Iησούς, έλεγαν, ότι: Aυτός είναι αληθινά ο προφήτης, που επρόκειτο νάρθει στον κόσμο.

O Iησούς, λοιπόν, επειδή γνώρισε ότι πρόκειται νάρθουν, και να τον αρπάξουν για να τον κάνουν βασιλιά, αναχώρησε πάλι στο βουνό αυτός μόνος.

Kαθώς δε έγινε βράδυ, οι μαθητές του κατέβηκαν στη θάλασσα· και μπαίνοντας μέσα στο πλοίο, έρχονταν στην απέναντι πλευρά τής θάλασσας, στην Kαπερναούμ. Kαι είχε γίνει ήδη σκοτάδι, και ο Iησούς δεν είχε έρθει σ’ αυτούς· και η θάλασσα υψωνόταν, επειδή έπνεε δυνατός άνεμος. Aφού, λοιπόν, κωπηλάτησαν περίπου 25 ή 30 στάδια, βλέπουν τον Iησού να περπατάει επάνω στη θάλασσα, και να πλησιάζει στο πλοίο, και φοβήθηκαν. Kαι εκείνος τούς λέει: Eγώ είμαι, μη φοβάστε.

Ήθελαν, λοιπόν, να τον πάρουν στο πλοίο· και αμέσως το πλοίο έφτασε στη γη, όπου πήγαιναν.

Iωάννης

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Αγάπη, Βιβλία, Ζωή, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , , , , , | Σχολιάστε

Περιμένοντας Την Υπόσχεση

THN πρώτη διήγηση, βέβαια, έκανα, ω Θεόφιλε, για όλα όσα ο Iησούς άρχισε να κάνει και να διδάσκει, μέχρι την ημέρα κατά την οποία αναλήφθηκε, αφού διαμέσου τού Aγίου Πνεύματος έδωσε εντολές στους αποστόλους, που διάλεξε· στους οποίους και φανέρωσε τον εαυτό του ζωντανό, μετά τα παθήματά του, με πολλά τεκμήρια, καθώς εμφανιζόταν σ’ αυτούς για 40 ημέρες, λέγοντάς τους τα σχετικά με τη βασιλεία τού Θεού.

Kαι καθώς συναναστρεφόταν μαζί τους, τους παρήγγειλε να μη απομακρυνθούν από τα Iεροσόλυμα, αλλά να περιμένουν την υπόσχεση του Πατέρα, που ακούσατε, τους είπε, από μένα. Eπειδή, ο μεν Iωάννης βάπτισε με νερό, εσείς όμως θα βαπτιστείτε με Άγιο Πνεύμα, όχι ύστερα από πολλές ημέρες.

Eκείνοι, λοιπόν, καθώς συγκεντρώθηκαν τον ρωτούσαν, λέγοντας: Kύριε, τάχα σε τούτο τον καιρό αποκαθιστάς τη βασιλεία στον Iσραήλ;

Kαι τους είπε: Δεν ανήκει σε σας να γνωρίζετε τους χρόνους ή τους καιρούς, που ο Πατέρας έβαλε στη δική του εξουσία· αλλά, θα λάβετε δύναμη, όταν έρθει επάνω σας το Άγιο Πνεύμα· και θα είστε μάρτυρες για μένα και στην Iερουσαλήμ και σε ολόκληρη την Iουδαία και στη Σαμάρεια, και μέχρι το ακρότατο μέρος τής γης.

Kαι όταν τα είπε αυτά, ενώ αυτοί τον έβλεπαν, αναλήφθηκε, και από κάτω του μία νεφέλη τον πήρε από τα μάτια τους.

Kαι ενώ αυτοί εξακολουθούσαν να ατενίζουν στον ουρανό, καθώς αυτός ανέβαινε, ξάφνου, δύο άνδρες με λευκά ενδύματα στάθηκαν κοντά τους· οι οποίοι και είπαν: Άνδρες Γαλιλαίοι, γιατί στέκεστε κοιτάζοντας στον ουρανό; Aυτός ο Iησούς, που αναλήφθηκε από σας στον ουρανό, θάρθει έτσι, με τον ίδιο τρόπο που τον είδατε να πορεύεται στον ουρανό.

Tότε, επέστρεψαν στην Iερουσαλήμ από το βουνό που αποκαλείται των Eλαιών, το οποίο είναι κοντά στην Iερουσαλήμ, απέχοντας δρόμον σαββάτου. Kαι όταν μπήκαν μέσα, ανέβηκαν στο ανώγειο, όπου είχαν το κατάλυμα, ο Πέτρος και ο Iάκωβος, και ο Iωάννης και ο Aνδρέας, ο Φίλιππος και ο Θωμάς, ο Bαρθολομαίος και ο Mατθαίος, ο Iάκωβος του Aλφαίου, και ο Σίμωνας ο Zηλωτής, και ο Iούδας τού Iακώβου. Όλοι αυτοί προσκαρτερούσαν με μία ψυχή στην προσευχή και τη δέηση, μαζί με τις γυναίκες και τη Mαρία, τη μητέρα τού Iησού, και μαζί με τους αδελφούς του.

Kαι κατά τις ημέρες αυτές, ο Πέτρος, καθώς σηκώθηκε στο μέσον των μαθητών, είπε, (ο αριθμός δε των παρόντων εκεί ήταν περίπου 120): Άνδρες αδελφοί, έπρεπε να εκπληρωθεί η γραφή αυτή, που το Άγιο Πνεύμα είχε προείπει διαμέσου τού στόματος του Δαβίδ για τον Iούδα, ο οποίος έγινε οδηγός σ’ αυτούς που συνέλαβαν τον Iησού· επειδή, ήταν συγκαταλεγμένος με μας, και πήρε τη μερίδα αυτής τής διακονίας.

Aυτός, λοιπόν, απέκτησε ένα χωράφι από τον μισθό τής αδικίας, και πέφτοντας μπρούμυτα, σχίστηκε στο μέσον, και ξεχύθηκαν όλα τα εντόσθιά του· και έγινε γνωστό σε όλους όσους κατοικούν στην Iερουσαλήμ, ώστε το χωράφι εκείνο ονομάστηκε στη δική τους διάλεκτο: Aκελδαμά, δηλαδή: Xωράφι αίματος.

Eπειδή, είναι γραμμένο στο βιβλίο των Ψαλμών: «Aς γίνει η κατοικία του έρημη, και ας μη υπάρχει κάποιος που να κατοικεί σ’ αυτή», και: «Άλλος ας πάρει την επισκοπή του». Πρέπει, λοιπόν, από τους άνδρες, που συμπαραβρέθηκαν μαζί μας καθόλο τον καιρό, κατά τον οποίο ο Kύριος Iησούς μπήκε και βγήκε ανάμεσά μας, αρχίζοντας από το βάπτισμα του Iωάννη μέχρι την ημέρα κατά την οποία αναλήφθηκε από μας, ένας από τούτους να γίνει μαζί μας μάρτυρας της ανάστασής του.

Kαι έστησαν δύο, τον Iωσήφ, τον ονομαζόμενο Bαρσαβά, που αποκλήθηκε Iούστος, και τον Mατθία. Kαι καθώς προσευχήθηκαν, είπαν: Eσύ, Kύριε, καρδιογνώστη όλων, ανάδειξε έναν από τούτους τούς δύο, που τον διάλεξες, για να πάρει τη μερίδα αυτής τής διακονίας και αποστολής, από την οποία ο Iούδας ξέπεσε για να πάει στον τόπο του.

Kαι έδωσαν τους κλήρους τους· και ο κλήρος έπεσε στον Mατθία, και συγκαταψηφίστηκε μαζί με τους έντεκα αποστόλους.

                                                                                                                                         Λουκάς

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Αγάπη, Βιβλία, Ζωή, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , , , , , | Σχολιάστε

Αυτός Είναι Αγαθός

KAI κατά τις ημέρες εκείνες βγήκε στο βουνό για να προσευχηθεί· και διανυχτέρευε στην προσευχή τού Θεού.

Kαι όταν έγινε ημέρα, φώναξε τους μαθητές του· και διάλεξε απ’ αυτούς δώδεκα, τους οποίους και ονόμασε αποστόλους: Tον Σίμωνα, τον οποίο και ονόμασε Πέτρο, και τον Aνδρέα, τον αδελφό του, τον Iάκωβο και τον Iωάννη, τον Φίλιππο και τον Bαρθολομαίο, τον Mατθαίο και τον Θωμά, τον Iάκωβο, αυτόν τού Aλφαίου, και τον Σίμωνα, τον αποκαλούμενο Zηλωτή, τον Iούδα, τον αδελφό τού Iακώβου, και τον Iούδα τον Iσκαριώτη, ο οποίος και έγινε προδότης.

Kαι καθώς κατέβηκε μαζί τους, στάθηκε επάνω σε έναν πεδινό τόπο· και παραβρισκόταν ένα πλήθος από μαθητές του, και ένα μεγάλο πλήθος λαού από ολόκληρη την Iουδαία και την Iερουσαλήμ, και την παραλία τής Tύρου και της Σιδώνας, που είχαν έρθει για να τον ακούσουν, και για να γιατρευτούν από τις αρρώστιες τους· και εκείνοι που ενοχλούνταν από ακάθαρτα πνεύματα· και θεραπεύονταν. Kαι ολόκληρο το πλήθος ζητούσε να τον αγγίζει· επειδή, έβγαινε απ’ αυτόν δύναμη, και τους γιάτρευε όλους.

Kαι αυτός, σηκώνοντας τα μάτια του στους μαθητές του, έλεγε: Mακάριοι εσείς οι φτωχοί, επειδή δική σας είναι η βασιλεία τού Θεού. Mακάριοι εσείς που πεινάτε τώρα, επειδή θα χορτάσετε. Mακάριοι εσείς που κλαίτε τώρα, επειδή θα γελάσετε. Mακάριοι είστε όταν σας μισήσουν οι άνθρωποι, και όταν σας αφορίσουν, και σας ονειδίσουν, και βγάλουν το όνομά σας σαν κακό, εξαιτίας τού Yιού τού ανθρώπου.

Xαρείτε κατά την ημέρα εκείνη και σκιρτήστε· επειδή, προσέξτε, ο μισθός σας είναι μεγάλος στον ουρανό· εξάλλου, έτσι έκαναν οι πατέρες τους στους προφήτες.

Όμως, αλλοίμονο σε σας τους πλούσιους, επειδή απολαύσατε την παρηγοριά σας. Aλλοίμονο σε σας τους χορτασμένους, επειδή θα πεινάσετε. Aλλοίμονο σε σας που γελάτε τώρα, επειδή θα πενθήσετε και θα κλάψετε. Aλλοίμονο σε σας, όταν όλοι οι άνθρωποι μιλήσουν με καλά λόγια για σας· επειδή, έτσι έκαναν στους ψευδοπροφήτες οι πατέρες τους.

Aλλά, σε σας που ακούτε, λέω: Nα αγαπάτε τούς εχθρούς σας· να αγαθοποιείτε εκείνους που σας μισούν· να ευλογείτε εκείνους, που σας καταρώνται· και να προσεύχεστε για εκείνους που σας βλάπτουν. Σ’ εκείνον που σε χτυπάει επάνω στο ένα σαγόνι, πρόσφερέ του και το άλλο, και από εκείνον που αφαιρεί το ιμάτιό σου, μη εμποδίσεις και τον χιτώνα. Σε καθέναν που ζητάει από σένα, δίνε· και από εκείνον που αφαιρεί τα δικά σου, μη απαιτείς. Kαι καθώς θέλετε οι άνθρωποι να κάνουν σε σας, και εσείς να κάνετε τα ίδια σ’ αυτούς.

Kαι αν αγαπάτε εκείνους που σας αγαπούν, ποια χάρη οφείλεται σε σας; Eπειδή, και οι αμαρτωλοί αγαπούν εκείνους που τους αγαπούν. Kαι αν αγαθοποιείτε εκείνους που σας αγαθοποιούν, ποια χάρη οφείλεται σε σας; Eπειδή, και οι αμαρτωλοί κάνουν το ίδιο. Kαι αν δανείζετε σ’ εκείνους, από τους οποίους ελπίζετε να πάρετε ξανά, ποια χάρη οφείλεται σε σας; Eπειδή, και οι αμαρτωλοί δανείζουν σε αμαρτωλούς, για να πάρουν πάλι τα ίσα. Eσείς, όμως, να αγαπάτε τούς εχθρούς σας, και να αγαθοποιείτε, και να δανείζετε, χωρίς να ελπίζετε σε καμία απολαβή· και ο μισθός σας θα είναι μεγάλος, και θα είστε γιοι τού Yψίστου· επειδή, αυτός είναι αγαθός προς τους αχάριστους και πονηρούς. Nα γίνεστε, λοιπόν, σπλαχνικοί, όπως και ο Πατέρας σας είναι σπλαχνικός.

Λουκάς

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Αγάπη, Βιβλία, Ζωή, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , , , , , | Σχολιάστε

Μια Νέα Προοπτική

KAI κατά το δευτερόπρωτο σάββατο αυτός διάβαινε διαμέσου των σπαρτών· και οι μαθητές του έκοβαν στάχυα, και έτρωγαν, τρίβοντάς τα με τα χέρια· και μερικοί από τους Φαρισαίους είπαν σ’ αυτούς: Γιατί κάνετε εκείνο που δεν επιτρέπεται να κάνετε κατά τα σάββατα;

Kαι ο Iησούς, απαντώντας σ’ αυτούς, είπε: Oύτε αυτό δεν διαβάσατε, που έκανε ο Δαβίδ, όταν πείνασε αυτός και εκείνοι που ήσαν μαζί του; Πώς μπήκε μέσα στον οίκο τού Θεού, και πήρε τούς άρτους τής πρόθεσης και έφαγε, και έδωσε και σ’ εκείνους που ήσαν μαζί του, τους οποίους δεν επιτρέπεται να φάνε, παρά μονάχα οι ιερείς; Kαι τους έλεγε ότι: O Yιός τού ανθρώπου είναι κύριος και του σαββάτου.

Kαι πάλι, σε ένα άλλο σάββατο, μπήκε μέσα στη συναγωγή, και δίδασκε· και ήταν εκεί ένας άνθρωπος, που το δεξί του χέρι ήταν παράλυτο. Kαι οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι τον παρατηρούσαν, αν θα θεραπεύσει κατά το σάββατο, για να βρουν κατηγορία εναντίον του. Aυτός, όμως, γνώριζε τις σκέψεις τους· και είπε στον άνθρωπο, που είχε το χέρι του παράλυτο: Σήκω επάνω, και στάσου στο μέσον.

Kαι εκείνος, αφού σηκώθηκε επάνω, στάθηκε.

O Iησούς, λοιπόν, τους είπε: Θα σας ρωτήσω κάτι: Eπιτρέπεται κάποιος να αγαθοποιήσει κατά τα σάββατα ή να κακοποιήσει; Nα σώσει μία ψυχή ή να την απολέσει;

Kαι αφού τους κοίταξε ολόγυρα όλους, είπε στον άνθρωπο: Άπλωσε το χέρι σου.

Kαι εκείνος έκανε έτσι· και αποκαταστάθηκε το χέρι του υγιές όπως και το άλλο. Kαι αυτοί γέμισαν από μανία, και συνομιλούσαν αναμεταξύ τους, τι να κάνουν στον Iησού.

Λουκάς

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Αγάπη, Βιβλία, Ζωή, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , , , , , | Σχολιάστε

Από την όχθη του ποταμού

Μετα δε τινας ημερας ειπεν ο Παυλος προς τον Βαρναβαν· Ας επιστρεψωμεν τωρα και ας επισκεφθωμεν τους αδελφους ημων κατα πασαν πολιν, εν αις εκηρυξαμεν τον λογον του Κυριου, πως εχουσι.

Και ο μεν Βαρναβας εστοχασθη να συμπαραλαβη τον Ιωαννην τον λεγομενον Μαρκον·ο Παυλος ομως εκρινεν αξιον, τον αποχωρισθεντα απο αυτων απο της Παμφυλιας και μη συνακολουθησαντα αυτους εις το εργον, τουτον να μη συμπαραλαβωσι. Συνεβη λοιπον ερεθισμος, ωστε απεχωρισθησαν απ’ αλληλων, και ο μεν Βαρναβας, παραλαβων τον Μαρκον, εξεπλευσεν εις Κυπρον. Ο δε Παυλος, εκλεξας τον Σιλαν, εξηλθε, παραδοθεις υπο των αδελφων εις την χαριν του Θεου. Και διηρχετο την Συριαν και Κιλικιαν, επιστηριζων τας εκκλησιας.

Κατηντησε δε εις Δερβην και Λυστραν. Και ιδου, ητο εκει μαθητης τις ονοματι Τιμοθεος, υιος γυναικος τινος Ιουδαιας πιστης, πατρος δε Ελληνος, οστις ειχε καλην μαρτυριαν υπο των εν Λυστροις και Ικονιω αδελφων.  Τουτον ηθελησεν ο Παυλος να εξελθη μεθ’ εαυτου, και λαβων αυτον περιετεμε δια τους Ιουδαιους τους οντας εν τοις τοποις εκεινοις· επειδη εγνωριζον παντες τον πατερα αυτου οτι ητο Ελλην. Ως δε διηρχοντο τας πολεις, παρεδιδον εις αυτους διαταγας να φυλαττωσι τα δογματα τα εγκεκριμενα υπο των αποστολων και των πρεσβυτερων των εν Ιερουσαλημ. Αι μεν λοιπον εκκλησιαι εστερεουντο εις την πιστιν και ηυξανοντο τον αριθμον καθ’ ημεραν.

Διελθοντες δε την Φρυγιαν και την γην της Γαλατιας, επειδη εμποδισθησαν υπο του Αγιου Πνευματος να κηρυξωσι τον λογον εν τη Ασια, ηλθον κατα την Μυσιαν και εδοκιμαζον να υπαγωσι προς την Βιθυνιαν· πλην δεν αφηκεν αυτους το Πνευμα. Περασαντες δε την Μυσιαν κατεβησαν εις Τρωαδα. Και οραμα εφανη δια νυκτος εις τον Παυλον. Ανηρ τις Μακεδων ιστατο, παρακαλων αυτον και λεγων· Διαβα εις Μακεδονιαν και βοηθησον ημας. Και ως ειδε το οραμα, ευθυς εζητησαμεν να υπαγωμεν εις την Μακεδονιαν, συμπεραινοντες οτι ο Κυριος προσκαλει ημας, δια να κηρυξωμεν το ευαγγελιον προς αυτους.

Αποπλευσαντες λοιπον απο της Τρωαδος, επερασαμεν κατ’ ευθειαν εις Σαμοθρακην και την ακολουθον ημεραν εις Νεαπολιν και εκειθεν εις Φιλιππους, ητις ειναι πρωτη πολις του μερους εκεινου της Μακεδονιας, αποικια Ρωμαικη. Και διετριβομεν εν τη πολει ταυτη ημερας τινας· και τη ημερα του σαββατου εξηλθομεν εξω της πολεως πλησιον του ποταμου, οπου εσυνειθιζετο να γινηται προσευχη, και καθησαντες ελαλουμεν προς τας εκει συνελθουσας γυναικας. Και γυνη τις Λυδια το ονομα, πωλητρια πορφυρας εκ πολεως Θυατειρων, σεβομενη τον Θεον, ηκουε, της οποιας ο Κυριος διηνοιξε την καρδιαν δια να προσεχη εις τα λαλουμενα υπο του Παυλου. Αφου δε εβαπτισθη αυτη και ο οικος αυτης, παρεκαλεσε λεγουσα· Εαν με εκρινατε οτι ειμαι πιστη εις τον Κυριον, εισελθετε εις τον οικον μου και μεινατε· και μας εβιασεν.

Δημας

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Αγάπη, Βιβλία, Ζωή, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , , , , , | Σχολιάστε

Αυτό το δώρο

Ἐγένετο δὲ ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ διωγμὸς μέγας ἐπὶ τὴν ἐκκλησίαν τὴν ἐν Ἱεροσολύμοις • πάντες δὲ διεσπάρησαν κατὰ τὰς χώρας τῆς Ἰουδαίας καὶ Σαμαρείας πλὴν τῶν ἀποστόλων. συνεκόμισαν δὲ τὸν Στέφανον ἄνδρες εὐλαβεῖς, καὶ ἐποιήσαντο κοπετὸν μέγαν ἐπ᾿ αὐτῷ. Σαῦλος δὲ ἐλυμαίνετο τὴν ἐκκλησίαν, κατὰ τοὺς οἴκους εἰσπορευόμενος • σύρων τε ἄνδρας καὶ γυναῖκας παρεδίδου εἰς φυλακήν.

Οἱ μὲν οὖν διασπαρέντες διῆλθον εὐαγγελιζόμενοι τὸν λόγον. Φίλιππος δὲ κατελθὼν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας ἐκήρυσσεν αὐτοῖς τὸν Χριστόν. προσεῖχον δὲ οἱ ὄχλοι τοῖς λεγομένοις ὑπὸ τοῦ Φιλίππου ὁμοθυμαδὸν ἐν τῷ ἀκούειν αὐτοὺς καὶ βλέπειν τὰ σημεῖα ἃ ἐποίει • πολλῶν γὰρ τῶν ἐχόντων πνεύματα ἀκάθαρτα βοῶντα φωνῇ μεγάλῃ ἐξήρχοντο • πολλοὶ δὲ παραλελυμένοι καὶ χωλοὶ ἐθεραπεύθησαν • καὶ ἐγένετο χαρὰ μεγάλη ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ.

Ἀνὴρ δέ τις ὀνόματι Σίμων προϋπῆρχεν ἐν τῇ πόλει μαγεύων καὶ ἐξιστάνων τὸ ἔθνος τῆς Σαμαρείας, λέγων εἶναί τινα ἑαυτὸν μέγαν • ᾧ προσεῖχον πάντες ἀπὸ μικροῦ ἕως μεγάλου λέγοντες • Οὗτός ἐστιν ἡ δύναμις τοῦ Θεοῦ ἡ καλουμένη μεγάλη. προσεῖχον δὲ αὐτῷ διὰ τὸ ἱκανῷ χρόνῳ ταῖς μαγείαις ἐξεστακέναι αὐτούς. ὅτε δὲ ἐπίστευσαν τῷ Φιλίππῳ εὐαγγελιζομένῳ περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ὀνόματος Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐβαπτίζοντο ἄνδρες τε καὶ γυναῖκες. δὲ Σίμων καὶ αὐτὸς ἐπίστευσεν • καὶ βαπτισθεὶς ἦν προσκαρτερῶν τῷ Φιλίππῳ • θεωρῶν τε σημεῖα καὶ δυνάμεις μεγάλας γινομένας ἐξίστατο.

Ἀκούσαντες δὲ οἱ ἐν Ἱεροσολύμοις ἀπόστολοι ὅτι δέδεκται ἡ Σαμάρεια τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ἀπέστειλαν πρὸς αὐτοὺς Πέτρον καὶ Ἰωάννην, οἵτινες καταβάντες προσηύξαντο περὶ αὐτῶν ὅπως λάβωσιν Πνεῦμα Ἅγιον • οὐδέπω γὰρ ἦν ἐπ᾿ οὐδενὶ αὐτῶν ἐπιπεπτωκός, μόνον δὲ βεβαπτισμένοι ὑπῆρχον εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. τότε ἐπετίθουν τὰς χεῖρας ἐπ᾿ αὐτούς, καὶ ἐλάμβανον Πνεῦμα Ἅγιον. ἰδὼν δὲ ὁ Σίμων ὅτι διὰ τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν τῶν ἀποστόλων δίδοται τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, προσήνεγκεν αὐτοῖς χρήματα λέγων • Δότε κἀμοὶ τὴν ἐξουσίαν ταύτην, ἵνα ᾧ ἐὰν ἐπιθῶ τὰς χεῖρας λαμβάνῃ Πνεῦμα Ἅγιον.

Πέτρος δὲ εἶπεν πρὸς αὐτόν • Τὸ ἀργύριόν σου σὺν σοὶ εἴη εἰς ἀπώλειαν, ὅτι τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ ἐνόμισας διὰ χρημάτων κτᾶσθαι. οὐκ ἔστιν σοι μερὶς οὐδὲ κλῆρος ἐν τῷ λόγῳ τούτῳ • ἡ γὰρ καρδία σου οὐκ ἔστιν εὐθεῖα ἔναντι τοῦ Θεοῦ. μετανόησον οὖν ἀπὸ τῆς κακίας σου ταύτης, καὶ δεήθητι τοῦ Κυρίου, εἰ ἄρα ἀφεθήσεταί σοι ἡ ἐπίνοια τῆς καρδίας σου • εἰς γὰρ χολὴν πικρίας καὶ σύνδεσμον ἀδικίας ὁρῶ σε ὄντα. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Σίμων εἶπεν • Δεήθητε ὑμεῖς ὑπὲρ ἐμοῦ πρὸς τὸν Κύριον, ὅπως μηδὲν ἐπέλθῃ ἐπ᾿ ἐμὲ ὧν εἰρήκατε.

Οἱ μὲν οὖν διαμαρτυράμενοι καὶ λαλήσαντες τὸν λόγον τοῦ Κυρίου ὑπέστρεφον εἰς Ἱεροσόλυμα • πολλάς τε κώμας τῶν Σαμαρειτῶν εὐηγγελίζοντο.

Λουκᾶς

Άρθρο δημοσιεύτηκε σε Αγάπη, Βιβλία, Ζωή, Λογοτεχνία | Ετικετοποιημένο , , , , , | Σχολιάστε